Στο βιβλίο Η κατασκευή της μάγισσας (μτφ. Νικόλας Κουτσοδόντης – Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδ. Θράκα, 2025), η βρετανίδα ποιήτρια Helen Ivory ανασυνθέτει ποιητικά την ιστορία των γυναικών που δαιμονοποιήθηκαν. Μέσα από τη μεταφορά της μάγισσας, η Ivory μιλά για τον έλεγχο επί του γυναικείου σώματος, για τον φόβο απέναντι στη διαφορετικότητα και για το πώς οι παλιές φωτιές αναζωπυρώνονται σήμερα στις πιο καθημερινές μορφές πατριαρχικής πυράς.

«Φρόντισε το σκοτάδι»

Η βρετανίδα ποιήτρια και εικαστικός μάς προσφέρει με το βιβλίο αυτό ένα ποιητικό σώμα που ανασκάπτει τις σκοτεινές ρίζες της πατριαρχικής φαντασίας. Στις σελίδες του, η μάγισσα δεν είναι ένα μυθικό κατάλοιπο ή λαογραφική φιγούρα, αλλά ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που επιστρέφει επίμονα για να θυμίσει την ιστορία των γυναικών που στιγματίστηκαν και εξοντώθηκαν.

Μέσα από διακειμενικές εικόνες τελετουργίας και σωματικής εμπειρίας, οι στίχοι της Ivory διασταυρώνονται με τις μνήμες των γυναικών που αντιμετωπίστηκαν ως απόκλιση. Το βιβλίο συνομιλεί όχι μόνο με το ιστορικό παρελθόν, αλλά και με τις σημερινές μορφές έμφυλης επιτήρησης, καλύπτοντας ένα εύρος από τη βιοπολιτική της αναπαραγωγής μέχρι την εμπορευματοποίηση της θηλυκής ενέργειας στη σύγχρονη κουλτούρα.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η Κατασκευή της μάγισσας μπορεί να διαβαστεί υπό το πρίσμα της Silvia Federici, η οποία στο εμβληματικό Caliban and the Witch έδειξε πώς οι διώξεις των μαγισσών συνδέθηκαν με τη διαμόρφωση του καπιταλισμού και την πειθάρχηση των γυναικείων σωμάτων. Η πολύ ενδιαφέρουσα ποίηση της Ivory, με τον ίδιο τρόπο, φωτίζει την κατασκευή της μάγισσας ως ιδεολογικό μηχανισμό που ορίζει τι θεωρείται φυσικό, ορθό και ηθικό για τη γυναίκα.

Παράλληλα, η προσέγγισή της συναντά τη φεμινιστική ιστοριογραφία της Carol F. Karlsen και το πώς οι δίκες των μαγισσών στη Νέα Αγγλία στόχευσαν κυρίως φτωχές, ηλικιωμένες και κοινωνικά «μη αξιοποιήσιμες» γυναίκες. Στην ποίηση της Ivory, αυτές οι γυναίκες μιλούν ξανά. Μέσα από την αλληγορία της μάγισσας, η ποιήτρια αποκαλύπτει τον τρόπο που οι γυναίκες εξακολουθούν να «κατασκευάζονται» ως επικίνδυνο φόβητρο.

 «Είναι κι αυτό υποζύγιο»

Η Athena Farrokhzad, γεννημένη στην Τεχεράνη και μεγαλωμένη στη Σουηδία, γνωστή στο ελληνικό κοινό από το Λευκοσελευκό (μτφ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Αντίποδες, 2016), είναι από τις πιο ριζοσπαστικές φωνές της σύγχρονης ποίησης. Στο νέο βιβλίο της Η χρονιά του γαϊδάρου (μτφ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Θράκα, 2025), κυριαρχούν η εμπειρία του ξεριζωμού, το οικογενειακό τραύμα, η πολιτική διάσταση της μετανάστευσης.

Το έργο της Farrokhzad περιγράφεται από την κριτική συχνά ως μια ποιητική αναμέτρηση με τη λευκότητα της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Η γραφή της δεν επιδιώκει την αποδοχή, αλλά την ανατροπή· δεν ζητά χώρο μέσα στο κανονικό, αλλά επανασχεδιάζει το ίδιο το πλαίσιο του κανονικού. Καταφέρνει και λειτουργεί ως μορφή γλωσσικής αποαποικιοποίησης, μια διαδικασία όπου η μητρική, η μεταναστευτική και η ποιητική γλώσσα συνυπάρχουν.

Η χρονιά του γαϊδάρου είναι ένα βιβλίο δομημένο σαν ένα δραματικό ποίημα, όπου η φωνή της κόρης συνομιλεί με τη φωνή της μητέρας και των νεκρών. Η οικογένεια γίνεται μικρογραφία της Ιστορίας· ένα σπίτι γεμάτο ενοχές, πολιτικές ρωγμές, επαναστάσεις. Ο γάιδαρος του τίτλου δεν είναι μόνο σύμβολο υπομονής, αλλά και σύμβολο της ειδικής βαρύτητας της μνήμης, του φορτίου εκείνου που φέρει ο άνθρωπος ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Η Farrokhzad εστιάζει στον συμβολισμό αυτό για να μιλήσει ανυπόκριτα, συχνά ωμά και αφιλτράριστα για την επιβίωση, την ταπείνωση, την αξιοπρέπεια.

Πολλές αναγνώσεις κι εκτός των σουηδικών συνόρων αναδεικνύουν τη Farrokhzad ως έγκυρο παράδειγμα μετα-μεταναστευτικής ποίησης. Γραφής, δηλαδή, που δεν περιγράφει απλώς την εμπειρία της ξένης, αλλά επιχειρεί μια συγκροτημένη επανεγγραφή της ίδιας της δομής του λόγου μέσα στην οποία ορίζεται το τί σημαίνει να είσαι ξένος.

Η Farrokhzad είναι γνωστή όχι μόνο για την ποίησή της, αλλά και για τη δημόσια στάση της απέναντι στον ρατσισμό και την πολιτισμική ομογενοποίηση, καθώς η ποίησή της είναι στραμμένη προς τη συλλογικότητα, όχι την αυτάρκεια της δημιουργού. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου από τη Θράκα έρχεται να συναντήσει αυτή τη μεγάλη συζήτηση.

Στο ελληνικό πλαίσιο, όπου η εμπειρία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης πραγματικότητας, η Χρονιά του γαϊδάρου προσφέρει μια γλωσσική φόρμουλα για να ακουστεί η διττή βία· της μετατόπισης και της ενσωμάτωσης, αλλά επίσης και η αντοχή και οι αντιστάσεις που προκύπτουν μέσα από τη μνήμη και την κοινότητα.

«Απαγγέλλω από μνήμης την ήρεμη αγάπη μου»

Η Yolanda Castaño, σύγχρονη φωνή της γαλικιανής ποίησης, στο βιβλίο Όταν παύω να είμαι λουλούδι ενοχλώ (μτφ. Δημήτρης Αγγελής, εκδ. Θράκα, 2025), επιχειρεί μια ανασυγκρότηση πολλαπλών επιπέδων. Η Castaño χειρίζεται την εικόνα του λουλουδιού, της ομορφιάς, της ήσυχης θηλυκότητας ως συμβολική μάσκα, και όταν αυτή εγκαταλείπεται, αποκαλύπτεται η διαρκής ενοχλητική παρουσία του σώματος που αντιστέκεται.

Η Castaño γράφει αποκλειστικά στη γαλικιανή γλώσσα, μια γλώσσα περιφερειακή, αλλά για την ίδια στρατηγικά κεντρική. Έτσι, ήδη, η λογοτεχνία της λειτουργεί προγραμματικά. Τα ποιήματά της μιλούν για τον έλεγχο της γυναικείας παρουσίας, της δημόσιας εικόνας, της έμφυλης επιτήρησης, αλλά και για την προσπάθεια μιας γυναίκας ποιήτριας να υπάρξει έξω από τις πατριαρχικές προσδοκίες.

Στη συγκεκριμένη συλλογή, η μεταφορά του λουλουδιού ως σύμβολο ευαλωτότητας, διακοσμητικής παρουσίας και παθητικότητας ανατρέπεται. Η φωνή που «παύει να είναι λουλούδι» δεν αποσύρεται αντίθετα, ενοχλεί. Πιάνει χώρο, εκτίθεται, αντιπαρατίθεται. Η ποιήτρια έτσι ακυρώνει την ποίηση που θέλει τη γυναίκα (ή μία μικρή γλώσσα) στο περιθώριο.

Από μια θεωρητική οπτική, η προσέγγιση της Castaño, επικυρώνει με τη γραφή της πως η ταυτότητα των φύλων οικοδομείται μέσα από επαναλαμβανόμενες πρακτικές και στα γαλικιανά γράμματα. Επιπλέον, η χρήση μιας γλώσσας όπως η γαλικιανή, υπογραμμίζει την αυτονομία ως στοιχείο ζωτικό και την ίδια την ποιητική γλώσσα ως χώρο αντικανονικότητας. Η ποιητική της Castaño ενσωματώνει αυτές τις διαστάσεις: δεν είναι ουδέτερη, αλλά εμπεριέχει και εκθέτει έμφυλες, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές.

Οι τρεις αυτές ποιήτριες από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή των εκδόσεων Θράκα στη σειρά της μεταφρασμένης ποίησης, Ivory, Farrokhzad και Castaño, δοκιμάζουν με έναν τρόπο που μας αφορά να κάνουν ορατά όσα η κανονικότητα πασχίζει διαχρονικά να αποκρύψει. Πρόκειται για ποιητικές φωνές αξιοσύστατες, με ωραία απόδοση στα ελληνικά, που καταγίνονται παθιασμένα με το υλικό τους, επιλέγοντας θεματικές που αντλούν από τη φεμινιστική και αντιρατσιστική παράδοση, αντιλαμβανόμενες τη λογοτεχνία ως χώρο πολιτικής διαπραγμάτευσης και όχι μόνο ως ένα καταφύγιο αισθητικό.