Όταν σκεφτόμαστε την εξέλιξη των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα, αναπόφευκτα το μυαλό μας πάει και στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, τον ακαδημαϊκό που μπόλιασε όσο κανένας άλλος τη μελέτη για το σύγχρονο ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Οι μεγάλες αφηγήσεις του, άλλωστε, στέκονται στον αντίποδα της σημερινής ροπής προς την ακραία εξειδίκευση και τον ασφυκτικό καταμερισμό εργασίας εντός του σημερινού ακαδημαϊκού συγκείμενου.

Το έργο του Τσουκαλά θα λέγαμε πως χωρίζεται, κατά δήλωση του, σε δύο φάσεις: μία πρώτη, κοινωνιολογική, και μία ύστερη, φιλοσοφική. Η μία πιο ερευνητική και η άλλη πιο θεωρητική.

Στην πρώτη του φάση συγγράφει έργα που έχουν διαβαστεί πολύ, ως μαρξιστής που συνεχίζει το έργο στοχαστών όπως ο Κορδατος, προσπαθεί να κατασκευάσει την ιδιαιτερότητα της μελέτης περίπτωσης «Ελλάδα». Στη φάση αυτή βοηθά στην εμπέδωση του κοινωνιολογικού στοχασμού, μεταλαμπαδεύει νοητικά σχήματα και τρόπους ανάπτυξης κοινωνιολογικών θεματικών χωρίς απαραίτητα να συνδράμει εξίσου και στη θεσμοποίηση του κλάδου της κοινωνιολογίας.

Το πρώιμο αυτό έργο του εστιάζει βασικά σε τρία ζητήματα: στο κράτος, στο ρόλο της εκπαίδευσης και στην κοινωνική διαστρωμάτωση.

Στο έργο του για το κράτος συγχωνεύονται, από τη μία πλευρά, οι μαρξιστικές συζητήσεις της εποχής του και, από την άλλη, οι επισημάνσεις της εγχώριας διανόησης για την ιδιαιτερότητα του ελληνικού κράτους. Με όρους θεωρίας, μπορούμε να πούμε ότι επιχείρησε να διατυπώσει μια εθνικά συγκεκριμένη εκδοχή του επιστήθιου φίλου του Νίκου Πουλαντζά. Αυτό το ελληνικό κράτος αναδεικνύεται σε πεδίο συγκρότησης των ελίτ, μιας «κρατικής αστικής τάξης» που χρησιμοποιεί το κράτος, τόσο το 19ο αιώνα όσο και μεταπολεμικά, ως πεδίο εμπέδωσης της κυριαρχίας της, μέσα από πληθώρα μηχανισμών, όπως το ρουσφέτι, η μικροεξυπηρέτηση, η διανομή του κρατικού χρήματος κ.ο.κ. Για τον Τσουκαλά, με την εξαίρεση του μεσοπολεμικού εγχειρήματος του βενιζελισμού, το ελληνικό κράτος είναι λιγότερο εργαλείο εμπέδωσης των καπιταλιστικών θεσμών της οικονομίας και περισσότερο μέσο για τη θεμελίωση της εξουσίας των εγχώριων ελίτ και διασύνδεσής τους με μια διεθνοποιημένη οικονομική και γεωπολιτική πραγματικότητα.

Ομοίως, με το πρώιμο έργο του ο Τσουκαλάς προσπάθησε να αποτυπώσει τη λειτουργία της εκπαίδευσης στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, στις διαδικασίες γέννησης του ελληνικού κράτους και στις επιδιώξεις των ελίτ μιας οικονομικά προνεωτερικής κοινωνίας να εγκολπώσουν στο εσωτερικό τους τα «εθνικά» και οικονομικά ανεπτυγμένα κέντρα που βρίσκονταν στο χώρο της ευρύτερης νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η ευφυής αυτή πραγμάτευση του ρόλου της εκπαίδευσης την αναδείκνυε, σε πρώτο χρόνο, σε εργαλείο συγκρότησης του νοητικού πυρήνα του ελληνικού έθνους-κράτους γύρω από το «ρομαντικό» μεγαλοϊδεατισμό και, σε δεύτερο χρόνο, στον κατεξοχήν μηχανισμό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας της νεοελληνικής κοινωνίας μέσα από την προαναφερθείσα λειτουργία του κράτους ως πολιτικού εργαλείου.

Αντίστοιχα ευφυής είναι και η ανάγνωση της κοινωνικοοικονομικής δομής της ελληνικής κοινωνίας μέσα από την έννοια της πολυσθένειας, η οποία μπόρεσε να προσφέρει απαντήσεις στα ερωτήματα που σχετίζονταν με την κυριαρχία της μικρής ιδιοκτησίας και της συνακόλουθης αμφισβήτησης των ταξικών ορίων, όπως τουλάχιστον αυτά ήταν εμπεδωμένα στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης και στο φαντασιακό της μεταπολιτευτικής μαρξιστικής διανόησης. Η πολυσθένεια, η κινητικότητα μέσω της εκπαίδευσης και η μετανάστευση στις αναλύσεις του Κ. Τσουκαλά αποτελούν ένα άθροισμα μικροαστικών στρατηγικών ικανών να ρίξουν φως σε πληθώρα κοινωνικών φαινομένων, από την κυριαρχία του τουρισμού, των κατασκευών και της μικρής επιχείρησης, μέχρι το ευρύ πελατειακό σύστημα, την απουσία ισχυρής κοινωνίας πολιτών και ορισμένα από τα εκσυγχρονιστικά ελλείμματα. Τα μικροαστικά στρώματα στο έργο του Κ. Τσουκαλά, οι μικρομεσαίοι στο σοσιαλίζων λεξιλόγιο της δεκαετίας του 1980, δεν ήταν ένα κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά κοινωνικές κατηγορίες που αναπαράγονταν σε χρόνο ενεστώτα. Οπότε καθήκον του κοινωνιολογικού στοχασμού ήταν η χαρτογράφηση αυτών των μηχανισμών κοινωνικής αναπαραγωγής τους.

Η δεύτερη φάση του έργου του, που χαίρει ατυχώς μικρότερης αναγνώρισης, η φιλοσοφική «στιγμή», παρουσιάζει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, μιας και ο Κ. Τσουκαλάς στη μακρά διανοητική του διαδρομή συγγράφει και ένα βιβλίο σε κάθε μεγάλη καμπή της σύγχρονης ιστορίας – κάτι που λίγοι ομόλογοί στο ελληνικό πλαίσιο έχουν αποτολμήσει. Μέσα στο έργο του βλέπουμε όλες τις μεγάλες μετατοπίσεις των βασικών διανοητικών ρευμάτων που μετασχηματίζουν την κοινωνική και πολιτική θεωρία διεθνώς να «μεταβολίζονται» στο εθνικό συγκείμενο και να διαπραγματεύονται όλα τα μεγάλα εγχώρια και διεθνή γεγονότα των τριών τελευταίων δεκαετιών: από την διαπραγμάτευση του λαϊκισμού και του λόγου περί του έθνους την εποχή της παγκοσμιοποίησης, μέχρι τον πόλεμο ως εμμενή γεωπολιτική κανονικότητα, το νεοφιλελευθερισμό ως αυτονόμηση της σφαίρας της οικονομίας από την πολιτική, και την κριτική του κοσμοπολίτικου λόγου περί των ταυτοτήτων.

Μια καλειδοσκοπική ανάγνωση του έργου του καθιστά το τελευταίο αυτό στάδιο της διανοητικής του διαδρομής οδηγό, μέσα από το πρίσμα της σύγχρονής κοινωνικής θεωρίας, για τους μετασχηματισμούς της κεντροαριστερής σκέψης της εποχής του, καθώς τα έργα του, τρόπον τινά, ακολουθούν την πολιτική του πορεία από την Αριστερά στο Κέντρο και πίσω στην Αριστερά: από την αριστερή ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας στην κεντροαριστερή προσέγγιση της παγκοσμιοποίησης και του εκσυγχρονισμού, και από κει στην αριστερή κριτική της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού.

Ο Κ. Τσουκαλάς είναι ίσως ο τελευταίος των λογίων, ίσως ο πρώτος μεγάλος πανεπιστημιακός μιας παράδοσης λογιοσύνης και ευρυμάθειας που καλλιεργήθηκε πριν και μετά τη Μεταπολίτευση και συνέβαλε όσο λίγοι στην ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών στη χώρα μας. Ως τέτοιος αποτελεί και έναν εκπρόσωπο μιας μορφής της καθολικής κοινωνικής σκέψης που σήμερα τείνει να εκλείψει. Αυτονόητη εξέλιξη της διανοητικής αυτής ζωής είναι η αναγόρευσή του σε μέλος της Ακαδημίας.