Μία συζήτηση με την ηθοποιό Χριστίνα Λυκοτσέτα, με αφορμή την παράσταση «Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο»

«Αν ρίξουμε ένα κρύσταλλο καταγής θα σπάσει, αλλά δεν θα σπάσει τυχαία. Σύμφωνα με τις γραμμές του σχίσματος θα σπάσει σε κομμάτια των οποίων τα όρια, αν και αόρατα, προϋπήρχαν ήδη καθορισμένα από τη δομή του κρυστάλλου. Έτσι και οι ψυχωτικοί είναι δομές που υπέστησαν ρωγμές, θραύσματα. [..] αποστρέφονται την εξωτερική πραγματικότητα, όμως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γνωρίζουν περισσότερα για την εσωτερική ψυχική πραγματικότητα και μπορούν να μας πουν πολλά πράγματα που αλλιώς θα ήταν για μας απρόσβατα». Τη φράση αυτή του Φρόυντ παραθέτει η Μαρία Φαφαλιού, στα εισαγωγικά κείμενα του βιβλίου της [1].

Η ηθοποιός Χριστίνα Λυκοτσέτα και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παχνουδάκης ανέβασαν το θεατρικό έργο που βασίζεται στο βιβλίο «Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο», στο θέατρο Μπάγκειον (πλ. Ομονοίας 18).

Πώς επιλέξατε τα κείμενα που χρησιμοποιήσατε για τη μεταφορά στο θεατρικό έργο; Ποια ήταν τα κριτήρια;

Η επιλογή ήταν, αλήθεια, το πιο δύσκολο κομμάτι. Γιατί υπάρχει άπειρο υλικό και, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για όλα, έπρεπε να επιλέξω. Βεβαίως, υπήρχε το άγχος για τις αφηγήσεις που θα άφηνα «πίσω», αλλά τελικά κατέληξα ότι το πιο σημαντικό κομμάτι ήταν αυτό της αποδοχής –από την οικογένεια και τον περίγυρο. Η πορεία ενός ψυχικά ασθενούς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επανένταξή του. Το πώς θα τον δεχτεί η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος.  Δουλεύοντας στο παρελθόν, κατά κύριο λόγο εθελοντικά, στο ΚΕΘΕΑ και  ερχόμενη σε επαφή με ανθρώπους που ήταν ουσιοεξαρτημένοι, κάποιες φορές με κάποια ψυχική ασθένεια, διαπίστωσα ότι η λεγόμενη υποτροπή, που ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος, κατά τη διάρκεια της επανένταξης των ανθρώπων αυτών, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη στάση της οικογένειας. Οπότε, όσοι εντάχθηκαν πολύ γρήγορα και ομαλά στο κοινωνικό σύνολο, που κατάφεραν να βρουν κάποια εργασία, είχαν πολύ καλή πορεία. Το ίδιο ισχύει και για τους ψυχικά πάσχοντες. Σε αυτό το σημείο, να σημειώσουμε πως την έρευνά μας βοήθησε σημαντικά το γεγονός ότι μας επιτράπηκε η είσοδος στο Δρομοκαΐτειο. Μάλιστα, εκεί πραγματοποιήθηκαν κάποιες πρόβες, ενώ εκεί έγινε, πέρυσι, η πρώτη παράσταση με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας.

Και οι θεατές ήταν οι ασθενείς εκεί;

Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ήταν εργαζόμενοι. Όμως, όταν παίξαμε στο Δαφνί, εκεί οι περισσότεροι ήταν ψυχικά πάσχοντες ασθενείς καθώς και παιδιά του 18 Άνω. Στο Δρομοκαΐτειο, υπήρχε μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία, όπως μας είπε μια νοσηλεύτρια, θα μπορούσε να είναι με την οικογένειά της, αλλά την είχαν εγκαταλείψει οι δικοί της στους ξενώνες του  Δρομοκαϊτείου τα τελευταία 30 χρόνια.

Υπάρχουν και άλλα άτομα που ζουν εγκαταλειμμένα στο Δρομοκαΐτειο;

Παλαιότερα ήταν πολλά περισσότερα. Και στις μέρες μας υπάρχουν, αλλά συγκριτικά με το παρελθόν τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα. Γι’  αυτό και ο άξονας γύρω από τον οποίο κινήθηκα ήταν αυτός της αποδοχής. Σε αυτές τις αφηγήσεις κατέληξα.

Επειδή έχω κατά νου την παράσταση,  πώς εργαστήκατε για να αποδώσετε το θέμα της αποδοχής;

Σχετικά με την αποδοχή υπάρχει η άκρως συγκινητική και τραγική ιστορία της Ρίτας. Πρόκειται για πρώην Σταρ Ελλάς της δεκαετίας του ‘50, της οποίας το μεγάλο παράπονο ήταν η στάση της οικογένειά της, αλλά και ο στιγματισμός της από τους δημοσιογράφους της εποχής. Έτσι βρήκε καταφύγιο στο Δρομοκαΐτειο.

Αυτό είναι σοκαριστικό.

Τότε εφαρμόζονταν σκληρές μέθοδοι. Μέχρι τη δεκαετία του ’80,υπήρχε ακόμη το ηλεκτροσόκ. Οπότε, η Ρίτα όλα αυτά είτε τα έζησε στο πετσί της, είτε τα είδε να συμβαίνουν σε άλλους. Αν λοιπόν κάποιος άνθρωπος ζει σ’ αυτό το περιβάλλον και δηλώνει ότι αγαπά το Δρομοκαΐτειο, καταλαβαίνουμε την τραγικότητα της κατάστασης που έχει βιώσει. Υπήρχαν κι άλλες ιστορίες εγκατάλειψης και μη αποδοχής. Οι περισσότερες αφηγήσεις έχουν επιλεγεί με αυτό το κριτήριο. Της αποδοχής ή της μη ύπαρξής της. Το βιβλίο ανοίγει πολλά θέματα.

Πάρα πολλά. Κι εγώ, διαβάζοντας, καταρχάς το βιβλίο, πελάγωσα, πρέπει να πω. Είναι πολλές οι ιστορίες και οι οπτικές διαφορετικές.

Το καταλαβαίνω. Το πιο δυσάρεστο ήταν οι αφηγήσεις που τελικά δεν μπόρεσαν να ενταχθούν. Η πρόθεσή μας ήταν η δημιουργία μιας  παράστασης που να μπορεί να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό. Ανεξάρτητα από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που σε κάθε περίπτωση  είναι υποκειμενικό.

Έχει όμως ενδιαφέρον το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα γιατί εσείς ενσαρκώνετε όλες τις μαρτυρίες. Αυτό είναι μια επιλογή. Τώρα, σε σχέση με το κομμάτι του ήχου. Πώς λειτούργησε αυτό;

Το σκεπτικό ήταν η μουσική να μην έχει διακοσμητικό ρόλο, αλλά να εισβάλει δυναμικά, να εισχωρεί στον λόγο και να υπάρχει διάλογος μεταξύ του  μουσικού και του αφηγητή. Με τον σκηνοθέτη συζητούσαμε γύρω από αυτό, οι απόψεις μας ταυτίστηκαν.

Μου είπατε ποια ήταν τα κριτήρια για τις επιλογές των μονολόγων. Μιλήστε μου λίγο για τους ποιητές, τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Γεώργιο Βιζυηνό, οι οποίοι νοσηλεύτηκαν στο Δρομοκαΐτειο. Αγνοούσα ότι ο Βιζυηνός είχε νοσηλευτεί.

Πολλοί δεν το γνωρίζουν. Έχουν γίνει τόσες παραστάσεις με κείμενα του Βιζυηνού, αλλά δεν γνωρίζουμε την προσωπική του ιστορία. Του Μητσάκη το μεγάλο απωθημένο ήταν ότι δεν έγινε γνωστός, δεν είχε την οικονομική άνεση να τυπώσει τα βιβλία του. Κι οι υπέροχες αφηγήσεις του Ρώμου Φιλύρα που λέει ουσιαστικά μη με ξυπνάτε από το όραμά μου, στο οποίο κάθε βράδυ τον επισκεπτόταν ο Θεός που συνομιλούσε μαζί του, έχοντας ως αποδεικτικό στοιχείο ένα κομμάτι ύφασμα και ένα φωσφορίζον γράμμα. Η πραγματικότητα ήταν πολύ σκληρή κι αυτός δεν ήθελε να βγει από το παραλήρημά του.

Ήταν το καταφύγιό του.

Ακριβώς, και η παράσταση γεννήθηκε μέσα από την εμπειρία του ΚΕΘΕΑ, του 18 Άνω και των σεμιναρίων με την κα Κατερίνα Μάτσα. Όλη αυτή η εμπειρία και η γνώση τόσων ετών, οδήγησαν σε αυτήν την παράσταση. Οι άνθρωποι που έχουν ζήσει κάτι  τραυματικό, όπως πιθανά και ο Φιλύρας, προσπαθούν, μέσα από το όραμά τους, να αντέξουν την πραγματικότητα. Έτσι, αν μπεις σε διαδικασία να τους επαναφέρεις στην πραγματικότητα, τότε αυτοί οι άνθρωποι αρνούνται πεισματικά να επανέλθουν στην τραυματική γι’ αυτούς  πραγματικότητα.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον και στο βιβλίο είναι ότι ουσιαστικά δεν παίρνει θέση σε σχέση με τις μαρτυρίες.

Όχι, δεν παίρνει θέση. Και στην παράσταση, θέλω να πιστεύω, ότι δεν κουνήσαμε το δάκτυλο στους θεατές, θα υπήρχε μια αλαζονεία μέσα σ’ αυτό. Ποιοι είμαστε εμείς που θα υποδείξουμε ποιο είναι το σωστό;  Ούτε εμείς έχουμε καταφέρει να αποτινάξουμε τα στερεότυπα που υπάρχουν για τους ψυχικά πάσχοντες.

Όχι, δεν υπάρχει καθόλου αυτή η στάση και δεν νομίζω να ήταν παράσταση, αν υπήρχε. Μιλήστε μου λίγο για το πώς δουλέψατε με του μονολόγους που ο ένας ακολουθούσε τον άλλον και τον ρόλο των ηχητικών παρεμβάσεων εδώ.

Η παράσταση ξεκινά με την παρουσία ενός  αφηγητή που πιάνει το νήμα από την αρχή, από την ίδρυση του Δρομοκαϊτείου. Μέσα από τη φωνή του ζωντανεύουν οι ιστορίες των ψυχικά πασχόντων ασθενών, των νοσηλευτών, των συγγενών κ.α  Στο τέλος, αυτές οι φωνές γίνονται μία. Μια ενιαία φωνή. Αν μπορούσε να συμπυκνωθεί η παράσταση σε μία φράση,αυτή θα ήταν του ανθρώπου που απευθύνεται προς την οικογένειά του: «Με θέλετε;».

Σημείωση:

1. Σίγκμουντ Φρόυντ: New Introductory Lectures on Psycho-Analysis, XXXI. Great treasures of Western Thought. Edited by Mortimer J. Adler and Charles van Doren

Συντελεστές παράστασης

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παχουνδάκης

Δραματουργική επεξεργασία: Χριστίνα  Λυκοτσέτα

Ερμηνεία: Φίλιππος Δραγούμης, Χριστίνα Λυκοτσέτα

Μουσική: Φίλιππος Δραγούμης

Σκηνικό-φωτισμοί:  Έβη Χρήστου

Κοστούμια: Ελένη Νομίδη

Φωτογραφίες: Κατερίνα Αρβανίτη

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Χρύσα Ματσαγκάνη