Όσο η κυβέρνηση φθείρεται, τόσο πιο πολύ στρίβει δεξιά

Το πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι ότι έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της δύναμης. Αυτό έχει εδώ και καιρό καταγραφεί στον δημόσιο διάλογο. Το δυσκολότερο ερώτημα –που δεν ξέρει πώς να το απαντήσει– είναι γιατί το έχασε και κυρίως πού μπορεί να το αναζητήσει.

Κάπου εκεί αρχίζει να αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον η εσωκομματική συζήτηση. Και αυτό γιατί πίσω από τις κατά καιρούς δημόσιες διαφοροποιήσεις και τις προσωπικές αντιπαραθέσεις εμφανίζονται διαφορετικές ερμηνείες για το ίδιο πρόβλημα. Από τη μια, η κυβερνητική ηγεσία φροντίζει να παρουσιάζει την αυτοδυναμία ως εφικτό στόχο και την πολιτική σταθερότητα ως κεντρικό δίλημμα των επόμενων εκλογών, ενώ, από την άλλη, δεν υπάρχει μια ενιαία εξήγηση για το πώς έφτασε από το 40,56% του 2023 στη σημερινή κατάσταση.

Η συζήτηση εσωκομματικά διεξάγεται κυρίως γύρω από το ύφος που ασκείται η εξουσία, την ιδεολογική φυσιογνωμία της ΝΔ και τις διαρροές προς τα δεξιά, και σχεδόν καθόλου γύρω από το υπόβαθρο της ίδιας της φθοράς, που είναι μια καθημερινότητα συνεχόμενων σκανδάλων, ενώ η ακρίβεια εξακολουθεί να εξανεμίζει τα εισοδήματα και η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε δυσβάσταχτο βάρος για μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Από αυτή την άποψη, η κυβερνητική φθορά δύσκολα μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά ως επικοινωνιακό πρόβλημα.

Η πρόσφατη παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη είναι χαρακτηριστική. Η πρώην υπουργός μίλησε την Τετάρτη για «καβαλημένα καλάμια», αλαζονικές συμπεριφορές στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Και σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά της, ο Άδωνις Γεωργιάδης, σε τηλεοπτική συζήτηση στο Action24, αντιμετώπισε ερώτηση του δημοσιογράφου Νίκου Ελευθερόγλου για το ενδεχόμενο μετεκλογικής κυβέρνησης χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τη φράση: «Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;».

Η κριτική της πρώην υπουργού έχει τη σημασία της ακριβώς επειδή δεν αμφισβητεί τον βασικό πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής. Μεταφέρει το πρόβλημα περισσότερο στον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια κριτική που αναγνωρίζει τη φθορά, αλλά την αποσυνδέει σε μεγάλο βαθμό από τις ίδιες τις πολιτικές επιλογές που εφαρμόστηκαν αυτά τα χρόνια. Πρόβλημα, η συμπεριφορά εκείνων που ασκούν την πολιτική και όχι κατ’ ανάγκην το περιεχόμενό της.

Απέναντι σε αυτή την ερμηνεία βρίσκεται ο Αντώνης Σαμαράς. Για τον πρώην πρωθυπουργό η υποχώρηση της ΝΔ δεν είναι πρωτίστως αποτέλεσμα αλαζονικών συμπεριφορών ή φυσιολογικής φθοράς μιας μακράς παραμονής στην εξουσία, αλλά απομάκρυνσής της από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ιδεολογική ταυτότητα της παράταξης. Η πολεμική του γύρω από τη λεγόμενη «woke ατζέντα» έφτασε μέχρι την καταγγελία περί «μετάλλαξης της ιδεολογίας» του κυβερνώντος κόμματος. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μεταφράζεται σε ανάγκη ιδεολογικής επαναφοράς της ΝΔ προς τα δεξιά.

Και εδώ η υπόθεση του Φρέντι Μπελέρη αποκτά μεγαλύτερη σημασία από εκείνη μιας ακόμη άστοχης δημόσιας δήλωσης.

Ο ευρωβουλευτής της ΝΔ προκάλεσε αντιδράσεις όταν χαρακτήρισε τον Ηλία Κασιδιάρη «έναν από τους λίγους Έλληνες που έκανε μέχρι την τελευταία μέρα φυλακής του» και αναφέρθηκε στο δικαίωμά του να συμμετέχει στην πολιτική ζωή. Μετά τις αντιδράσεις, ο Μπελέρης χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη αποστροφή «άστοχη», ανακάλεσε και δήλωσε ότι δεν έχει «καμία σχέση μαζί του και με όσα εκπροσωπεί».

Ωστόσο, η αναδίπλωση δεν έκλεισε το πολιτικό ζήτημα. Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια γνώριμη για την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά αντίφαση: όσο περισσότερο επιχειρεί να ανακόψει την εκλογική διαρροή προς την Ακροδεξιά υιοθετώντας τμήματα της ατζέντας της, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η σαφής πολιτική οριοθέτηση απέναντί της. Η πολιτική συζήτηση μεταφέρεται σε ζητήματα ταυτότητας, μετανάστευσης, «woke ατζέντας», τάξης και ασφάλειας με στόχο τον τερματισμό διαρροής ψήφων προς Βελόπουλο, Λατινοπούλου, Σαμαρά (και ίσως Κασιδιάρη).

Ακόμη και μικρότερα επεισόδια της καθημερινής πολιτικής επικοινωνίας, όπως αυτό της Αλεξάνδρας Σδούκου με τον Νικόλα Φαραντούρη, έχουν περισσότερο ενδιαφέρον ως δείγμα μιας δημόσιας σεξιστικής αντιπαράθεσης που μετατρέπεται όλο και συχνότερα σε προσωπικό καβγά.

Το βασικό ερώτημα όμως απουσιάζει από την εσωτερική συζήτηση. Μήπως ένα μέρος της κυβερνητικής φθοράς δεν οφείλεται στα «καβαλημένα καλάμια» ούτε σε κάποια υποτιθέμενη ιδεολογική απομάκρυνση από τη Δεξιά, αλλά στο ίδιο το κοινωνικό αποτύπωμα επτά χρόνων διακυβέρνησης;

Όσο αυτό το ερώτημα αποσιωπάται, η συζήτηση στο εσωτερικό της Δεξιάς θα περιστρέφεται γύρω από το ποιος μπορεί να φέρει πίσω τους χαμένους ψηφοφόρους. Όμως η φθορά της ΝΔ δεν γεννήθηκε από έλλειψη δεξιάς ατζέντας –από αυτή έχει αρκετή στο «μενού»–, αλλά από την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και τη χαμηλή αγοραστική δύναμη, την ώρα που η κυβερνητική πολιτική εξακολουθεί να ευνοεί την άνιση κατανομή πλούτου. Ίσως μια ακόμη μετατόπιση προς τα δεξιά μπορεί να αλλάξει το πεδίο της συζήτησης, όχι όμως τις αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Η δίκη των Τεμπών αντιμέτωπη με τα τεράστια κενά της ανάκρισης 

Τριάμισι χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών οι οικογένειες των θυμάτων διεκδικούν ακόμη την εξέταση στοιχείων που θα περίμενε κανείς να είχαν ερευνηθεί από τις πρώτες εβδομάδες. Η απόσταση ανάμεσα στον χρόνο που πέρασε και στους ελέγχους που εξακολουθούν να εκκρεμούν γεννά τεράστια ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος διερεύνησε την υπόθεση. Και ορισμένες από τις δυνατότητες αυτής της έρευνας έχουν χαθεί μαζί με το υλικό που καταστράφηκε.

Ο Γιάννης Μαντζουράνης, συνήγορος του Παύλου Ασλανίδη, μίλησε στην Εποχή και χαρακτήρισε την ανάκριση που προηγήθηκε «κολοβή» και τις έρευνες «ναρκοθετημένες». Κατά την εκτίμησή του, οι χειρισμοί που προηγήθηκαν περιορίζουν δραστικά όσα μπορεί να κάνει σήμερα η έδρα. «Το δικαστήριο βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση», λέει, προαναγγέλλοντας δύο επερχόμενες κινήσεις. Η πρώτη είναι να αναζητηθούν οστικά ευρήματα για εξέταση και η δεύτερη να φτάσουν στην κύρια δίκη τα αρχεία των δικαστικών πραγματογνωμόνων.

Ο κ. Μαντζουράνης αναφέρθηκε σε περίπου 250 οστικά ευρήματα που φυλάσσονταν σε σακουλάκια δίπλα στο γραφείο του ανακριτή, με καταγεγραμμένο ποιος τα συνέλεξε, πού και πότε. Αφηγείται ότι, όταν ζήτησε την εξέτασή τους, ο ανακριτής τού πρότεινε να πάνε να τα δει. «Μα δεν θέλω να τα δω», απάντησε. «Θέλω να ελεγχθούν». Το αίτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, απορρίφθηκε.

Παράλληλα, δημοσιευμένα έγγραφα καταγράφουν παραγγελίες του ανακριτή στις 7 και 10 Απριλίου 2023 όπου καταστράφηκε βιολογικό υλικό. Η πλευρά του ανακριτή είχε υποστηρίξει, σύμφωνα με σχετικά ρεπορτάζ, ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία και μικρή ποσότητα υλικού που χρησιμοποιήθηκε για την ταυτοποίηση. Ο κ. Μαντζουράνης θεωρεί ότι με αυτή την απόφαση χάθηκαν δυνατότητες επανελέγχου που η σημερινή δίκη αδυνατεί να αποκαταστήσει, κάτι που ανέφερε και στις 22 Σεπτεμβρίου, από το βήμα του μάρτυρα, η Μαρία Καρυστιανού.

«Υπάρχει και υλικό που διατηρήθηκε, αλλά έμεινε έξω από τη δικογραφία», σημείωσε ο κ. Μαντζουράνης. Τον Μάρτιο, στη χωριστή δίκη για τη διαχείριση των βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας, αποκαλύφθηκε ότι δικαστικοί πραγματογνώμονες είχαν στην κατοχή τους εικόνες από τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση. Ο συνήγορος του Παύλου Ασλανίδη υπογράμμισε ότι χρειάστηκε να αναδειχτεί η ύπαρξη των αρχείων στο ακροατήριο για να διαταχθεί η συλλογή τους, ενώ ο ίδιος θα ζητήσει να διαβιβαστούν αντίγραφα στην κύρια δίκη, και παράλληλα αμφισβητεί ότι η απουσία τους από την ανάκριση ήταν αθώα παράλειψη και καταγγέλλει σκοπιμότητα.

Στις 29 Σεπτεμβρίου αναμένεται η απόφαση για την εξέταση του κινητού του σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας. Η εισαγγελέας έχει προτείνει άρση απορρήτου και εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη για κλήσεις, μηνύματα και δεδομένα εφαρμογών, καθώς και ανάκτηση διαγραμμένων αρχείων, εφόσον είναι τεχνικά εφικτή.

Στις 22 Σεπτεμβρίου η οικογένεια του βοηθού μηχανοδηγού Νικόλαου Ναλμπάντη ζήτησε να εξεταστεί το υπηρεσιακό του κινητό για ενδεχόμενες αναπάντητες κλήσεις πριν από τη σύγκρουση. Περιέγραψε επίσης τις ανησυχίες του Ν. Ναλμπάντη όταν άρχισε να εργάζεται στον σιδηρόδρομο: απόσταση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την πραγματικότητα, φόβος των μηχανοδηγών να μιλήσουν για τα συστήματα ασφαλείας. Και αυτές είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να δουλέψουν.

«Δεν κάθονται στο εδώλιο όλοι όσοι έχουν ευθύνη», υποστήριξε ο κ. Μαντζουράνης, σημειώνοντας ότι «ζητούνται ευθύνες μόνο από τους χαμηλόβαθμους». Τα αιτήματα που προανήγγειλε επιδιώκουν να διευρύνουν την έρευνα που μπορεί ακόμη να γίνει. Η λογοδοσία για τα Τέμπη περνά και από τις αποφάσεις που καθόρισαν τι θα μπορούσε να ερευνηθεί, κατά συνέπεια η καταστροφή δειγμάτων και η απουσία οπτικού υλικού από τη δικογραφία απαιτούν εξηγήσεις από εκείνους που είχαν την ευθύνη της έρευνας.

Φωτό: Γιάννης Παναγόπουλος / Eurokinissi