Κώστας Μίντζηρας «Στην πόρτα», εκδόσεις Ποταμός, 2024
Πώς θα ήταν ένα πρωί, βράδυ ή απόγευμα να βρεθούμε σωριασμένοι στο δάπεδο, μόνοι μας στο σπίτι, και η φωνή να μη βγαίνει από μέσα μας; Πώς να μοιάζει όταν μόνο εμείς ακούμε αυτά που λέμε κι αυτά να είναι πολλά με ασταμάτητη ροή και ασυνέχειες; Κι είναι αλήθεια τόσο βασανιστικό να μην ακουγόμαστε όταν μια ζωή είχαμε κουραστεί να τραβάμε την προσοχή των άλλων με λέξεις;
Τον Κώστα Μίντζηρα στο πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα «Στην πόρτα» (εκδόσεις Ποταμός, 2024, σειρά Ποταμόπλοια, σελίδες 117) δεν τον ενδιαφέρει καθόλου να δώσει απαντήσεις ούτε σε αυτά τα ερωτήματα ούτε και σε άλλα, που εύλογα ανακύπτουν, όταν ένας άντρας με το όνομα Πάνος (που θα μπορούσε να λέγεται αλλιώς και να είναι και καθένας από εμάς) καταρρέει στα ξαφνικά μέσα στο σπίτι του και από εκείνη τη στιγμή χάνει την ομιλία του και την όποια ικανότητα να συνδέει πρόσωπα, που του φαίνονται άγνωστα, αλλά του απευθύνονται και προσπαθούν να έχουν επαφή μαζί του.
Τον συγγραφέα δεν τον αφορά καθόλου να αφηγηθεί την ιστορία του Πάνου, όπως θα περίμενε κανείς, από την πλευρά των συγγενών, των νοσηλευτών ή των μαρτύρων της νέας του ζωής στο νοσοκομείο και στο ίδρυμα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο λείπει το δράμα, η έξαρση συναισθήματος, η καταβύθιση σε μια απελπισία. Όταν κάποιος βουλιάζει, προσπαθεί να επιπλεύσει, να επιβιώσει, όχι να αναλογιστεί την μοίρα του.
Όπως και στη Γιόγκα του Καρέρ (μτφ. Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), όπουένα άτυχο αγοράκι ξυπνάει μετά από μια επέμβαση ρουτίνας που δεν είχε καλή έκβαση και δεν μπορεί πλέον να κινηθεί, να δει ή να μιλήσει, «ένα αγοράκι χτισμένο ζωντανό που ουρλιάζει σπαρακτικά μες στη σιωπή του» έτσι και στην Πόρτα, πηγή αφήγησης γίνεται ο ίδιος ο παθών, όχι οποιοσδήποτε οικείος του. «Είναι καταστάσεις που κάνουν συχνά τους ανθρώπους να μοιάζουν, και το επιβεβαίωσα. Η αρρώστια είναι μία από αυτές» (σελ. 26).
Αφού όλα, λοιπόν, μπορούν να συμβούν σε όλους, δεν υπάρχει λόγος να τα τραγικοποιούμε, μόνο να τα αποδεχόμαστε, η αυτολύπηση δεν έχει καμία θέση εδώ.
Για τον Πάνο, τον ήρωα του βιβλίου, η απώλεια μνήμης και ομιλίας λειτουργεί σχεδόν απελευθερωτικά, ενώ η δεξιοτεχνικά αποστασιοποιημένη γραφή ανάγει ένα τραγικό γεγονός σε μια κίνηση ματ, μια έξοδο όχι ακριβώς ηρωική, μάλλον αναγκαστική, από τα παγιωμένα, σε μια διαφυγή, από την Πόρτα, την έξοδο κινδύνου.
Βέβαια, όπως σε όλες τις αναγεννητικές διεργασίες, έτσι κι εδώ, ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με ένα καλά κρυμμένο εντός του βίωμα. Τον μόνο που αναγνωρίζει ο Πάνος είναι ο πατέρας του, μια φαντασιακή αναπαράσταση, που είναι πετυχημένη, γιατί έχει όλα ακριβώς τα στοιχεία της αληθοφάνειας: δεν τον φέρνει μπροστά του στην ιδεώδη, πιθανώς τρυφερή ή χαρούμενη μορφή του, αλλά στη χειρότερη φάση του, στην κατάρρευσή του από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, ανάλογο με αυτό που ζει ο ίδιος.
Με το πρώτο του βιβλίο ο Κώστας Μίντζηρας δίνει λόγο στην πιο εσωτερική φωνή, που έχουμε, που συχνά την σκεπάζουμε με εξωτερικούς θορύβους, και την καθιστά κρυστάλλινα διαυγή, μετατρέποντας μια μεγάλη ατυχία σε όχημα για να μιλήσει, επιτέλους ο ήρωάς του, όχι για να ακουστεί, αλλά για να ακούσει ο ίδιος τον εαυτό του, απερίσπαστος. Κι αυτό λέγεται και λογοτεχνική ευκαιρία.





