Φώντας Τρούσας, Blues. Η μαύρη αναβίωση στα 60s (Τα ονόματα που επηρέασαν το λευκό blues, το folk και το rock), εκδόσεις Όγδοο, 2026

Στα τέλη της δεκαετία του ’50, το μπλουζ, «η πιο αμερικανική λαϊκή τέχνη», όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Κιθ Ρίτσαρντς, θεωρείτο μια ξεχασμένη ιστορία στις ΗΠΑ και οι μουσικοί του, ειδικά αυτοί της προπολεμικής περιόδου, βρίσκονταν στην αφάνεια. Νεότερα μουσικά είδη όπως η ποπ και το ροκ εν ρολ είχαν κερδίσει τα μεγάλα ακροατήρια∙ η κοινότητα των Αφροαμερικανών είχε ομοίως στραφεί στο πιο ανάλαφρο ριθμ εν μπλουζ και στην εκκολαπτόμενη σόουλ μουσική που επικοινωνούσε πιο άμεσα με τα γκόσπελ. Όπως έχει δηλώσει σε ντοκιμαντέρ ο Μπ. Μπ. Κινγκ, «στα πρώτα χρόνια του ’60, για τους μαύρους που ζούσαν στις μεγάλες πόλεις, η λέξη μπλούζμαν σήμαινε έναν γέρο, βίαιο και μπεκρή μουσικό μιας άλλης εποχής».

Οι μαύροι μουσικοί και το περιθώριο

Ώσπου στις αρχές του ’60 το μπλουζ άρχισε να επιστρέφει, με αποτέλεσμα στο δεύτερο μισό της ίδιας δεκαετίας, όχι μόνο να έχει καταστεί ξανά ένα απολύτως αξιοσέβαστο μουσικό είδος, αλλά και να επηρεάζει δυναμικά τις νέες τάσεις. Για παράδειγμα, η επίδρασή του στη διαμόρφωση του ροκ της Αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής είναι αδιαμφισβήτητη. Μπάντες όπως οι Grateful Dead ή οι Big Brother & the Holding Company δεν ξεκίνησαν ως «ψυχεδελικές», αλλά ως παρέες λευκών που ήθελαν αρχικά να παίξουν τα μπλουζ των μαύρων∙ η ψυχεδέλεια προέκυψε στην πορεία και ειδικά μετά τους πειραματισμούς των μελών τους με το LSD.

Στις ΗΠΑ, στην αναβίωση του μπλουζ στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πρωτοστάτησαν διάσπαρτοι πυρήνες λευκών διανοούμενων (Ντέιβ Βαν Ρονκ), λαογράφων-ερευνητών (Άλαν Λόμαξ), μικρομεσαίων δισκογραφικών εταιρειών (Delmark, Folkaways, Prestige, Arhoolie κ.ά.) και βεβαίως μεμονωμένων μουσικών (Πολ Μπάτερφιλντ, Μαικ Μπλούμφιλντ, Νικ Γκραβενίτης) οι οποίοι επιζήτησαν να μάθουν την τέχνη τους απευθείας από τους ίδιους τους Δασκάλους. Την ίδια ώρα, στην Αγγλία πυρήνες νεαρών προερχόμενων κυρίως από την εργατική τάξη άκουγαν τους λιγοστούς δίσκους μπλουζ που έφταναν στη χώρα από τις ΗΠΑ και, ενθουσιασμένοι, σχημάτιζαν τις δικές τους μπάντες –οι οποίες τα επόμενα χρόνια θα πρωτοστατούσαν στην εποχή του θρυλικού Swinging London. Το ενδιαφέρον για τους παλιούς μουσικούς του μπλουζ αναζωπυρώθηκε, μάστορες όπως ο Μπιγκ Μπιλ Μπρούνζι και ο Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον ΙΙ προσκλήθηκαν στην Αγγλία για συναυλίες, συχνά με τη συνοδεία ντόπιων συγκροτημάτων όπως οι Animals και οι Yardbirds.

Όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο Φώντας Τρούσας, «τους παροπλισμένους εκείνους τραγουδοποιούς σχεδόν πάντα τους ανακάλυπταν λευκοί blues-θιασώτες (ερευνητές, δημοσιογράφοι, συλλέκτες κ.ά.) φέρνοντάς τους ξανά στην επικαιρότητα –δίχως τούτο να σημαίνει ότι τους καθιστούσαν mainstream. Μπορεί με τα τραγούδια και τις ηχογραφήσεις τους οι μαύροι μουσικοί να επηρέασαν βαθιά και επί της ουσίας το νέο blues, το folk, το rock και το blues-rock (σε Αμερική, Βρετανία και όπου αλλού) στη δεκαετία του ’60, αλλά οι ίδιοι τις πιο πολλές φορές παρέμεναν στο περιθώριο».

Η δομή του βιβλίου

Το βιβλίο του Τρούσα αποτελείται ως επί το πλείστον από κείμενα που είχαν δημοσιευθεί σε αρχική μορφή στη στήλη «Blues Revival», στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, από τον Οκτώβριο του 2001 έως τον Φεβρουάριο του 2004. Είναι όμως ξαναδουλεμένα και εμπλουτισμένα με νέα βιογραφικά και δισκογραφικά στοιχεία ενώ έχουν προστεθεί και νέα κείμενα.

Όσον αφορά τη δομή του βιβλίου, είναι οργανωμένο σε λήμματα, ακολουθώντας αλφαβητική σειρά με βάση το αληθινό επώνυμο του καλλιτέχνη. Στο τέλος κάθε κειμένου παρατίθεται επιλεκτική, αλλά αρκούντως περιεκτική δισκογραφία για τον κάθε μουσικό που εξετάζεται.

Οι παρόντες και οι απόντες

Οι μουσικοί που έχουν επιλεγεί άρχισαν να ηχογραφούν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξαφανίστηκαν στις δεκαετίες του ’40 και του ’50 και επέστρεψαν στη δισκογραφία στις αρχές του ’60. Αν και η ενδιάμεση «απουσία τους» μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, η πιο συχνή αιτία ήταν η οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’30. 

Θα μπορούσαμε γενικά να πούμε ότι εκπροσωπούνται κυρίως δύο μεγάλες «σχολές» του προπολεμικού μπλουζ: το μπλουζ του Δέλτα του Μισισίπι και το λεγόμενο στυλ του Πίεντμοντ. Οι εκπρόσωποι του πρώτου είδους (Σον Χάους, Σκιπ Τζέιμς, Μισισίπι Φρεντ ΜακΝτάουελ, Μπάκα Γουάιτ, Μισισίπι Τζον Χαρτ, Ρόμπερτ Πιτ Γουίλαμς) ειδικεύονταν σ’ ένα πιο τραχύ και ακατέργαστο, αγροτικό μπλουζ, ενώ οι ομότεχνοί τους του στυλ του Πίεντμοντ (από τα ομώνυμα Υψίπεδα που εκτείνονται στις πολιτείες των νοτιοανατολικών ΗΠΑ) έπαιζαν λίγο πιο σοφιστικέ και εκλεπτυσμένα. Κυριότεροι εκπρόσωποι του είδους είναι ο Μπλάιντ Μπόι Φούλερ, ο Γκάρι Ντέιβις και, πρώτος απ’ όλους, ο Μπλάιντ Γουίλι ΜακΤελ: «ένας πραγματικός λαϊκός ποιητής», όπως σημειώνει ο Τρούσας. Ο Ντίλαν άλλωστε έχει τραγουδήσει «no one could play the blues like Blind Willie McTell»…

Άλλοι μουσικοί του μπλουζ που εξετάζονται διεξοδικά στις σελίδες του βιβλίου ηχογράφησαν στο Σικάγο που, μαζί με το βιομηχανικό Ντιτρόιτ, αποτέλεσε τον βασικό προορισμό της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης των μαύρων από τον Νότο στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Ανάμεσά τους συναντάμε τον Κόκομο Άρντολντ, τον Τάμπα Ρεντ κ.ά. Αρκετοί μουσικοί ήταν γυρολόγοι, όπως ο Ντέιβ Χανιμπόι Έντουαρντς και ο θετός γιος του Ρόμπερτ Τζόνσον, Ρόμπερτ Λοκγουντ Τζ., ενώ αντίθετα, ο πολυγραφότατος Λάιτνιν’ Χόπκινς ελάχιστες φορές μετακινήθηκε από την έδρα του στο Χιούστον του Τέξας.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, στις σελίδες του βιβλίου συνειδητά απουσιάζουν πολύ σημαντικοί μουσικοί, όπως οι γενάρχης του μπλουζ του Δέλτα, Τσάρλι Πάτον, ο θρυλικός Ρόμπερτ Τζόνσον, και οι πολύ γνωστοί Μάντι Γουότερς, Τζον Λι Χούκερ, Μπιγκ Μπιλ Μπρούνζι, Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον (Ι και ΙΙ), Χάουλιν’ Γουλφ κ.ά. Απλώς δεν ταίριαζαν με τη θεματική του βιβλίου: είτε επειδή πέθαναν πρόωρα και δεν πρόλαβαν την αναβίωση είτε επειδή δεν είχαν προλάβει να ηχογραφήσουν στα χρόνια πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είτε επειδή είχαν μια σταθερή παρουσία στη δισκογραφία στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, επομένως δεν χρειάστηκε να «ανακαλυφθούν» εκ νέου στις αρχές του ’60. Ούτως ή άλλως, όπως συνέβη και στα προηγούμενα βιβλία του (Ροκ, ελληνικό ροκ, κοινωνία & πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60, 100 χρόνια ελληνική τζαζ), ο συγγραφέας έχει κάνει σχολαστική δουλειά στα πραγματολογικά στοιχεία που παραθέτει. Γόνιμος είναι επίσης ο διάλογος που ανοίγει με αντίστοιχα πονήματα άλλων μελετητών του μπλουζ, όπως του Πίτερ Γκάραλνικ, του Πολ Όλιβερ ή με εκείνο το πολύτιμο βιβλιαράκι Με τον Big Joe Williams του Μάικ Μπλούμφιλντ, που είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά από την Απόπειρα το 1981.

Η σχέση του μπλουζ με το ρεμπέτικο

Το επίμετρο του βιβλίου καταλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο του Τρούσα για τη σχέση του μπλουζ με το ρεμπέτικο. Το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να επεκταθώ εδώ, θα χρειαζόταν ειδική διαπραγμάτευση. Μερικές βασικές παρατηρήσεις: ο συγγραφέας καταρχάς έχει κάνει εξαντλητική δουλειά. Ανατρέχει σε πλήθος πηγών και χρησιμοποιεί πολυάριθμα αποσπάσματα από σχετικά κείμενα, ρεπορτάζ και ντοκιμαντέρ. Παρατίθενται συγκριτικά οι απόψεις ανθρώπων της δισκογραφίας όπως ο Τάσος Φαληρέας, μουσικών παραγωγών/συγγραφέων όπως ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου, μουσικών του ελληνικού ροκ ή του ρεμπέτικου όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος και ο Στέλιος Βαμβακάρης (λόγω της συνεργασίας του με τον Λουϊζιάνα Ρεντ), μελετητών του ρεμπέτικου όπως ο Πάνος Σαββόπουλος και ο Στάθης Gauntlett κ.ά. Υπάρχουν βεβαίως ξεχωριστές αναφορές στο κλασικό ντοκιμαντέρ (και βιβλίο) Μπλουζ με σφιγμένα το δόντια του Ροβήρου Μανθούλη. Ο Τρούσας, επιχειρώντας μια σύνθεση όλων αυτών, καταλήγει στην άποψη ότι οπωσδήποτε εντοπίζονται θεματικές και υφολογικές ομοιότητες ανάμεσα στο μπλουζ και στο ρεμπέτικο, όμως εντοπίζονται και πολύ σημαντικές ιστορικές και μουσικές διαφορές, τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέπουμε. Κυρίως, είναι κάπως ματαιόδοξο να αναζητούμε αποκλειστικές σχέσεις, είναι προτιμότερο να κάνουμε λόγο για κάποιες εκλεκτικές συγγένειες. Το ρεμπέτικο, το μπλουζ και διάφορα άλλα «περιθωριακά» μουσικά είδη ανά τον κόσμο μοιράζονται κοινά μουσικά στοιχεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ρεμπέτικο είναι το μπλουζ της Ελλάδας ή το αντίστροφο.