Στις 11 Ιουνίου του 1984 πέθανε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ , ο ιστορικός ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI), μια πολιτική μορφή που ξεπέρασε τα στενά όρια της ιταλικής πολιτικής σκηνής και ταυτίστηκε με ολόκληρη την προσπάθεια της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής Αριστεράς να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τη δημοκρατία, την εξουσία και τον ίδιο τον σοσιαλισμό.
Ο θάνατός του, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια προεκλογικής ομιλίας του στην Πάντοβα, προκάλεσε πρωτοφανή συγκίνηση στην Ιταλία. Εκατομμύρια άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους της Ρώμης στην κηδεία του, στις 13 Ιουνίου, σε μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές συγκεντρώσεις που γνώρισε ποτέ η μεταπολεμική Ευρώπη.
Από την αντιφασιστική γενιά στην ηγεσία του PCI
Γεννημένος το 1922 στη Σαρδηνία, ο Μπερλινγκουέρ ανήκε στη γενιά που διαμορφώθηκε πολιτικά μέσα από την αντιφασιστική πάλη απέναντι στο καθεστώς του Μουσολίνι και τις μεγάλες συγκρούσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ού αιώνα. Μετά τον πόλεμο ανέβηκε σταδιακά στην ηγεσία του PCI, του μεγαλύτερου και μαζικότερου κομμουνιστικού κόμματος της Δυτικής Ευρώπης, το οποίο είχε βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη, στα συνδικάτα, στην τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και στον κόσμο της διανόησης και του πολιτισμού.
Όταν ανέλαβε γενικός γραμματέας το 1972, το PCI βρισκόταν ήδη σε τροχιά ανόδου. Υπό την ηγεσία του όμως έφτασε στην ιστορική κορύφωσή του, αγγίζοντας το 34,4% στις εκλογές του 1976 και μετατρεπόμενο ουσιαστικά σε δύναμη πιθανής διακυβέρνησης σε μια χώρα που αποτελούσε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης του Ψυχρού Πολέμου.

Η ρήξη με το σοβιετικό μοντέλο
Οι μεγάλες τομές του Μπερλινγκουέρ ήταν ιδεολογικές και στρατηγικές. Σε μια περίοδο κατά την οποία το σοβιετικό μοντέλο διακυβερνώσης βρισκόταν σε βαθιά κρίση μετά την καταστολή της Ουγγρικής εξέγερσης , την Άνοιξη της Πράγας και τη σταδιακή γραφειοκρατική παρακμή των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης ο Ιταλός ηγέτης επιχείρησε να χαράξει έναν διαφορετικό δρόμο για την ευρωπαϊκή Αριστερά.
Ο Μπερλινγκουέρ υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός στη Δυτική Ευρώπη δεν μπορούσε να οικοδομηθεί ούτε μέσω μονοκομματικών καθεστώτων ούτε μέσω επαναστατικού αυταρχισμού ούτε, φυσικά, μέσω πολιτικής υποταγής στη Μόσχα. Αντίθετα, μιλούσε ανοιχτά για κοινοβουλευτική δημοκρατία, πολιτικό πλουραλισμό, συνταγματικές ελευθερίες και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας. Η περίφημη φράση του ότι «η δημοκρατία αποτελεί μια οικουμενική αξία πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία» δεν ήταν απλώς μια θεωρητική διατύπωση· ήταν μια ανοιχτή αμφισβήτηση της σοβιετικής πολιτικής ηγεμονίας μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
Ο «Ιστορικός Συμβιβασμός» και η Ιταλία των «Χρόνων του Μολυβιού»
Από αυτή τη στρατηγική γεννήθηκε και ο λεγόμενος «Ιστορικός Συμβιβασμός», ίσως η πιο φιλόδοξη πολιτική του σύλληψη. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή και την ανατροπή του Σαλβαντόρ Αλιεντε το 1973, ο Μπερλινγκουέρ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι καμία αριστερή δύναμη στη Δυτική Ευρώπη δεν μπορούσε να κυβερνήσει μόνη της χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπη με αποσταθεροποίηση, πιέσεις από τους μηχανισμούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ η ακόμη και πραξικοπηματικές απειλές.
Η απάντησή του ήταν η πρόταση μιας ιστορικής συνεργασίας ανάμεσα στο PCI και τη Χριστιανοδημοκρατία του Αλντο Μόρο , όχι ως μια απλή κυβερνητική συμφωνία αλλά ως στρατηγική πολιτικής σταθερότητας και δημοκρατικής προστασίας απέναντι στην ακροδεξιά, την πολιτική βία και την τρομοκρατία που συγκλόνιζαν τότε την Ιταλία των «Χρόνων του Μολυβιού». Το σχέδιο αυτό όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Η απαγωγή και δολοφονία του Αλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978 οδήγησε στην κατάρρευση της προοπτικής του «Ιστορικού Συμβιβασμού» και βύθισε ξανά την Ιταλία σε βαθιά πολιτική κρίση.
Ο ευρωκομμουνισμός ως σχέδιο ανανέωσης
Ο Μπερλινγκουέρ αναδείχθηκε στη σημαντικότερη φυσιογνωμία του νέου ρεύματος του ευρωκομμουνισμού που συνδύαζε την κοινωνική αλλαγή με τον δημοκρατικό πλουραλισμό και την πολιτική αυτονομία απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Για πολλούς, αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς στη Δύση. Για άλλους, η αρχή της ενσωμάτωσής της στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση. Σε κάθε περίπτωση, ο ευρωκομμουνισμός εξέφρασε το αδιέξοδο αλλά και την ιστορική αγωνία μιας Αριστεράς που προσπαθούσε να απομακρυνθεί από τον σοβιετικό αυταρχισμό χωρίς να εγκαταλείψει τη φιλοδοξία του κοινωνικού μετασχηματισμού.
Το «ηθικό ζήτημα» και η κρίση της δημοκρατίας
Ιδιαίτερη θέση στη σκέψη του Μπερλινγκουέρ κατείχε και το περίφημο «ηθικό ζήτημα» — η πεποίθησή του ότι η κρίση της δημοκρατίας δεν ήταν μόνο οικονομική ή θεσμική αλλά βαθιά ηθική. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 κατήγγειλε ανοιχτά τη διαφθορά, το πελατειακό κράτος και τη διαπλοκή οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι τα κόμματα εξουσίας είχαν μετατραπεί σε μηχανισμούς διαχείρισης συμφερόντων και όχι συλλογικής εκπροσώπησης της κοινωνίας.
Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα αντιμετωπίζεται στην Ιταλία ως μια πολιτική μορφή σχεδόν ασυνήθιστης προσωπικής ακεραιότητας — ως εκπρόσωπος μιας εποχής όπου η πολιτική εξακολουθούσε να συνδέεται με ιδέες, κοινωνικά οράματα και όχι αποκλειστικά με την τεχνική διαχείριση της εξουσίας.
Η παρακμή του ιστορικού PCI
Ο θάνατός του σηματοδότησε και την αρχή της παρακμής του ιστορικού PCI. Χωρίς τη φυσιογνωμία που κρατούσε ενωμένες τις διαφορετικές τάσεις του κόμματος και διατηρούσε την ισορροπία ανάμεσα στη στρατηγική αυτονομίας και τη μαζική κοινωνική του βάση, το ιταλικό κομμουνιστικό κίνημα μπήκε σταδιακά σε περίοδο κρίσης και αποσύνθεσης.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επιτάχυνε τις εξελίξεις. Το 1991 το PCI διαλύθηκε και μετασχηματίστηκε στο Δημοκρατικό κόμμα, εγκαταλείποντας επίσημα την κομμουνιστική ταυτότητα, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι στελεχών και μελών αποχώρησε ιδρύοντας το Κόμμα Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Κάπως έτσι έκλεισε οριστικά ένας ιστορικός κύκλος: εκείνος των μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης.
Εν κατακλείδι Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος ηγέτης του μαζικού κομμουνιστικού κινήματος στη Δύση, ένας πολιτικός που επιχείρησε να συμφιλιώσει τον σοσιαλισμό με τη δημοκρατία σε μια εποχή όπου το ιστορικό έδαφος κάτω από τα πόδια της ευρωπαϊκής Αριστεράς άρχιζε ήδη να μετακινείται.





