φωτογραφία: Τατιάνα Μπόλαρη/eurokinissi

Μας αρκεί ένας καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο; Ο βασική μας μάχη είναι να πέσει ο Μητσοτάκης; Αν συμβούν τα παραπάνω θα περάσουμε αυτόματα στον παράδεισο ενός δημοκρατικού καπιταλισμού; Στα ερωτήματα αυτά επιδιώκω να δώσω μια απάντηση κυρίως για το τι θα έπρεπε να αγωνιστεί μια αριστερά του 21ου αιώνα.

Η βασική διαφορά μιας αριστερής-αντικαπιταλιστικής προσέγγισης από την κεντροαριστερή δεν είναι ότι η πρώτη διεκδικεί μεταρρυθμίσεις ενώ η δεύτερη όχι. Και οι δύο μιλούν για δικαιώματα, δημόσιες υπηρεσίες και βελτίωση της ζωής των πολιτών. Η διαφορά βρίσκεται στο πού αποσκοπούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Η κεντροαριστερά επιδιώκει να διορθώσει τις πιο ακραίες εκφάνσεις του καπιταλισμού ώστε να γίνει κοινωνικά αποδεκτός και πολιτικά σταθερός. Η ριζοσπαστική Αριστερά από την άλλη αντιμετωπίζει κάθε κατάκτηση ως βήμα συσσώρευσης κοινωνικής δύναμης απέναντι στο κεφάλαιο και όχι ως μέσο εξανθρωπισμού του συστήματος.

Μπορεί άραγε να αλλάξει ο κόσμος όταν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα μοιάζει πανίσχυρο; Η απάντηση σίγουρα δεν βρίσκεται ούτε στην αναμονή μιας αυτόματης κατάρρευσης του καπιταλισμού ούτε στη διαχείριση των συνεπειών του. Βρίσκεται στη διαρκή προσπάθεια για δημιουργία κοινωνικών και πολιτικών ρήξεων που θα αμφισβητούν την κυριαρχία του κεφαλαίου και θα διευρύνουν τα πεδία συλλογικής δράσης και δημοκρατικού ελέγχου.

Οι κοινωνικοί αγώνες που δόθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν αποτελούσαν απλώς διορθωτικές παρεμβάσεις σε ένα κατά τα άλλα αποδεκτό σύστημα. Δεν δόθηκαν δηλαδή για να εξανθρωπίσουν τον καπιταλισμό. Ήταν και συνεχίζουν να είναι πεδία σύγκρουσης ανάμεσα στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας από τη μια και στην επιδίωξη του κέρδους από την άλλη. Ήταν δηλαδή και συνεχίζουν να είναι η κοινωνική τομή ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους. Η αξία τους δεν βρίσκεται μόνο στο άμεσο αποτέλεσμα αλλά και στο γεγονός ότι αποκαλύπτουν τα όρια ενός συστήματος που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπου από άνθρωπο και στη συγκέντρωση του πλούτου. Κι αν τα παραπάνω σας ακούγονται κάπως ξύλινα να δώσετε εσείς τότε την απάντηση πως μπορεί σήμερα κάποιος/α που έχει τελειώσει οποιαδήποτε βαθμίδα εκπαίδευσης να ζήσει με τον ψωρομισθό που δίνεται σε αυτή τη χώρα.

Η κεντροαριστερά θεωρεί ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εξανθρωπιστεί μέσα από θεσμικές παρεμβάσεις, καλύτερη ρύθμιση των αγορών και αναδιανεμητικές πολιτικές. Διατυμπανίζει πως η ανάπτυξη θα μεγαλώσει την πίτα κι άρα όλοι κι όλες θα μοιραστούν περισσότερα. Φευ! Η ιστορική εμπειρία όμως δείχνει ότι κάθε κοινωνική κατάκτηση παραμένει προσωρινή όσο η οικονομική και πολιτική εξουσία βρίσκεται στα χέρια εκείνων που ελέγχουν το κεφάλαιο. Τα δικαιώματα που κερδήθηκαν με αγώνες δεκαετιών αποδείχθηκαν αναστρέψιμα όταν συγκρούστηκαν με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις έχουν νόημα μόνο όταν λειτουργούν ως στοιχεία ενός ευρύτερου μετασχηματισμού και όχι ως μηχανισμοί σταθεροποίησης του συστήματος. Η διεύρυνση του δημόσιου χώρου, η ενίσχυση των συλλογικών μορφών ιδιοκτησίας, ο δημοκρατικός έλεγχος στρατηγικών τομέων της οικονομίας και η ανάπτυξη θεσμών κοινωνικής συμμετοχής δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διορθώσεις του καπιταλισμού αλλά ως βήματα υπέρβασής του.

Σήμερα το πολιτικό φάσμα που εκτείνεται από τη συντηρητική δεξιά μέχρι την κεντροαριστερά αντιμετωπίζει την οικονομική ανάπτυξη ως πανάκεια. Ως το φάρμακο δια πάσα νόσο. Αν αυξηθεί το ΑΕΠ, υποστηρίζουν, θα υπάρξουν πόροι για την κοινωνία, θέσεις εργασίας και ευημερία. Όμως η πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την αφήγηση. Γιατί άραγε τα τελευταία χρόνια που υπάρχει ανάπτυξη στα κέρδη υπάρχει ανάπτυξη και στην φτώχεια; Γιατί ενώ μεγεθύνεται ο πλούτος των κεφαλαιοκρατών οι εργαζόμενοι ζουν μέσα σε τεράστια εργασιακή ανασφάλεια, βιώνουν μια ατέλειωτη στεγαστική κρίση και δεν ελπίζουν κάποια στιγμή η ζωή τους θα γίνει καλύτερη; Τι σημαίνει πρόοδος όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται αλλά οι εργαζόμενοι λαμβάνουν όλο και μικρότερο μερίδιο από τον πλούτο που παράγουν; Και πώς μπορεί να θεωρείται επιτυχία ένα μοντέλο που για να διατηρηθεί απαιτεί τη διαρκή λεηλασία των φυσικών πόρων και την επιτάχυνση της οικολογικής κρίσης;

Η ανάπτυξη στον καπιταλισμό δεν είναι ένας ουδέτερος οικονομικός δείκτης. Είναι η έκφραση της ανάγκης του κεφαλαίου να επεκτείνεται συνεχώς, να μετατρέπει νέους τομείς της ζωής σε πεδία κερδοφορίας και να αυξάνει αδιάκοπα τη συσσώρευση πλούτου. Γι’ αυτό και η λογική της αέναης μεγέθυνσης δεν μπορεί να συμβιβαστεί ούτε με την κοινωνική δικαιοσύνη ούτε με τα οικολογικά όρια του πλανήτη.

Το ζητούμενο επομένως δεν είναι περισσότερη ανάπτυξη, αλλά περισσότερη δημοκρατία στην οικονομία. Δεν είναι η αύξηση των κερδών, αλλά η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Δεν είναι η ανταγωνιστικότητα, αλλά η αλληλεγγύη. Οι πραγματικές αλλαγές μέσα κι έξω από το σύστημα αποκτούν νόημα μόνο όταν ανοίγουν δρόμους προς αυτή την κατεύθυνση και όχι όταν περιορίζονται στη διαχείριση ενός συστήματος που αναπαράγει τις ανισότητες που υποτίθεται ότι θέλει να θεραπεύσει.

Επ’ αυτών των θεμάτων έχει να μας πει κάτι η πρόοδος και η κεντροαριστερά;