Αν η συνάντηση του προέδρου της Κίνας με τον αμερικανό ομόλογό του στο Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα έπρεπε να συνοψιστεί σε μια φράση, αυτή είναι η καταληκτική φράση της αντιφώνησης του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στα εγκώμια που του επιφύλαξε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ: «Ανεξαρτησία της Ταϊβάν και ειρήνη στα στενά [του Ορμούζ] είναι έννοιες ασύμβατες».
Τι σημαίνει σε ελεύθερη απόδοση; Ότι η Κίνα δεν προτίθεται να συμβάλει στην άρση της αδιέξοδης πολεμικής εμπλοκής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας το Ιράν σε συμβιβαστική κατεύθυνση, όσο η Ουάσινγκτον στηρίζει εξοπλιστικά την άρνηση της Ταϊπέι να αποδεχτεί τη θέση του Πεκίνου για διευρυμένη αυτονομία της Ταϊβάν στο πρότυπο του Χονγκ Κονγκ υπό έναν όρο: κοινή εξωτερική πολιτική με την «μητέρα» Κίνα. Η επίσκεψη στην Ταϊπέι το 2022 της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, ενέτεινε τις αμφιβολίες του Πεκίνου αν η Ουάσινγκτον θα τηρήσει τη δέσμευσή της να αποφύγει οποιαδήποτε κίνηση που θα ενθάρρυνε την Ταϊβάν να διακηρύξει την ανεξαρτησία της.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ σε συνέντευξή του λίγο πριν αναχωρήσει από το Πεκίνο, ότι δεν έχει ακόμα αποφασίσει αν θα κυρώσει την εξοπλιστική συμφωνία ύψους 11 δισ. δολαρίων που συνήψαν τον περασμένο Δεκέμβριο η Ουάσινγκτον με την Ταϊπέι, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν, επιπλέον, ο αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε την Ταϊπέι να ξεχάσει τα περί ανεξαρτησίας: «Δεν επιθυμώ να διακηρύξει κάποιος την ανεξαρτησία του και να πρέπει εμείς μετά να διανύσουμε 15.000 χιλιόμετρα και να πολεμήσουμε».
Αξιοσημείωτα, από την επίσημη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου για τα όσα συζητήθηκαν στη συνάντηση των δύο προέδρων απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην Ταϊβάν. Η παράλειψη προκαλεί εύλογα ερωτήματα, καθώς η κινεζική πλευρά είχε υποστηρίξει νωρίτερα ότι το θέμα συζητήθηκε, αλλά και ο ίδιος ο Ντ. Τραμπ είχε δηλώσει σε δημοσιογράφους κατά την πτήση της επιστροφής του στις ΗΠΑ, ότι δεν πιστεύει πως υπάρχει σύγκρουση για το θέμα, ότι «μιλήσαμε πολύ για την Ταϊβάν» με τον πρόεδρο Σι, προς τον οποίο, ωστόσο, δεν ανέλαβε, όπως είπε, καμία δέσμευση σχετικά.
Αν κάτι επιβεβαιώθηκε αναμφίβολα στο Πεκίνο αυτό είναι ότι το Ιράν και η Ταϊβάν παραμένουν «έννοιες ασύμβατες», όσο και αν στο προεδρικό αεροπλάνο ο Ντόναλντ Τραμπ βαθμολόγησε την επίσκεψη στο Πεκίνο με ένα «σχεδόν άριστα».
Η ενθουσιώδης αξιολόγησή του μάλλον το οικονομικό κομμάτι της εικόνας έβλεπε, και τις «σημαντικές εμπορικές συμφωνίας» που, όπως είπε, «έκλεισαν» κατά την επίσκεψη.
Ωστόσο και εδώ ο απολογισμός δεν ενθαρρύνει πανηγυρισμούς. Η αγορά από την Κίνα περισσότερων αγροτικών προϊόντων των ΗΠΑ συναρτάται, κατά το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου, από «τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς» και όχι από προειλημμένες ποσοτικές δεσμεύσεις. Το ίδιο ισχύει, κατ’ αναλογία, για τις συμφωνίες που αφορούν τις εκατέρωθεν μειώσεις των δασμών σε μια σειρά προϊόντων, αλλά και την αγορά από το κινεζικό κράτος 200 αεροσκαφών Boeing (και όχι 500 όπως υπολόγιζε η αμερικανική πλευρά), συμφωνίες που το υπουργείο χαρακτήρισε «προκαταρκτικές», δηλαδή άδηλου μέλλοντος.
Ενός μέλλοντος που παραμένει ασαφές και για την εύθραυστη «εμπορική εκεχειρία» στον πόλεμο των δασμών το 2025, εκεχειρία που συνήψαν οι δύο πρόεδροι τον περασμένο Οκτώβριο στη Νότια Κορέα και η οποία λήγει τον προσεχή Νοέμβριο.
Εν ολίγοις, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επέστρεψε την περασμένη Παρασκευή από την Κίνα με τις διπλωματικές αποσκευές του μισοάδειες και με την εμπλοκή του στα στενά [του Ορμούζ] σε πλήρη ανάπτυξη, μέχρι νεωτέρας.
Αντέδρασε όπως το συνηθίζει: με μια προβολή ισχύος. Απείλησε το Ιράν με νέους, σαρωτικούς βομβαρδισμούς τη Δευτέρα. Και συνέχισε, όπως το συνηθίζει, ακυρώνοντας την ίδια μέρα την απειλή του, επειδή, όπως έγραψε στο Truth Social, «του το ζήτησαν» οι ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, για να δοθεί άλλη μια ευκαιρία στη διπλωματία.
Απέκρυψε, άραγε, και από τον εαυτό του ο πρόεδρος των ΗΠΑ το ότι οι αραβικές μοναρχίες δεν θέλουν την επανέναρξη των εχθροπραξιών επειδή φοβούνται τα ιρανικά αντίμετρα και την αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της αμερικανικής προστασίας, και αρνούνται να πληρώνουν το κόστος επιλογών που γίνονται ερήμην τους;
Ο πρόεδρος Τραμπ καλλιεργεί για τον εαυτό του την εικόνα του απρόβλεπτου: έτοιμος κάθε στιγμή να εκπλήξει. Το ζήτημα είναι αν ο ίδιος είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να μην εκπλαγεί.
Εν προκειμένω, αν τον εξέπληξε ή όχι η πρόσκληση –μόλις ένα 24ωρο μετά τη συνάντηση κορυφής που είχε ο ίδιος στο Πεκίνο με τον κινέζο ομόλογό του– η πρόσκληση, επαναλαμβάνουμε, του προέδρου της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, στον πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, να επισκεφθεί το Πεκίνο το διήμερο της περασμένης Τρίτης και Τετάρτης, όπως και έγινε.
Αβέβαιο. Οι εξελίξεις θα δείξουν αν ο πρόεδρος της δεσπόζουσας υπερδύναμης προσέλαβε με τη δέουσα προσοχή το μήνυμα που εξέπεμψαν η πρό(σ)κληση και όσα έγινε γνωστό ότι διαμείφθηκαν στη συνάντηση των δύο ηγετών:
Ότι οι προσπάθειες ορισμένων χωρών να διαχειριστούν μονομερώς τις παγκόσμιες υποθέσεις, να επιβάλουν τα συμφέροντά τους σε ολόκληρο τον κόσμο και να περιορίσουν την κυρίαρχη ανάπτυξη άλλων χωρών στο πνεύμα της αποικιοκρατίας, έχουν αποτύχει.
Ότι η παγκόσμια ατζέντα για την ειρήνη και την ανάπτυξη αντιμετωπίζει νέες απειλές και προκλήσεις, με ορατό τον κίνδυνο κατακερματισμού της διεθνούς κοινότητας και επιστροφής στο «νόμο της ζούγκλας».
Ότι η Κίνα και η Ρωσία πρέπει να αντιταχθούν σε «κάθε μονομερή εκφοβισμό και σε ενέργειες που αντιστρέφουν την ιστορία».
Ότι, όπως τόνισε ο κινέζος ηγέτης, «οι σχέσεις Κίνας-Ρωσίας έχουν αποκτήσει νέο σημείο εκκίνησης [και ότι] οι δύο χώρες θα διατηρήσουν στενά τη στρατηγική επικοινωνία και την ανταλλαγή σε όλα τα επίπεδα».
Φωτο: The White House / Flickr





