PISA: Είκοσι πέντε χρόνια μετράμε το πρόβλημα, όμως αλλάζουμε το σχολείο;

Κάθε φορά που ανακοινώνονται τα αποτελέσματα του PISA επαναλαμβάνεται περίπου η ίδια τελετουργία. Δημοσιεύονται οι επιδόσεις των ελλήνων μαθητών, ακολουθούν τίτλοι για την «κατάρρευση» του σχολείου, γίνονται συγκρίσεις με τη Φινλανδία, την Εσθονία ή τις χώρες της Ανατολικής Ασίας και, ύστερα από λίγες ημέρες, η συζήτηση τελειώνει. Μέχρι τον επόμενο κύκλο.

Η Ελλάδα συμμετέχει στο PISA από το 2000. Πρόκειται για μια διεθνή έρευνα του ΟΟΣΑ που εξετάζει δεκαπεντάχρονους μαθητές. Το κρίσιμο, όμως, είναι τι εξετάζει. Δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το αν ο μαθητής θυμάται τη σχολική ύλη. Εξετάζει κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιήσει γνώσεις και δεξιότητες στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες για να ερμηνεύσει πληροφορίες, να αντιμετωπίσει προβλήματα και να λειτουργήσει σε καταστάσεις που συνδέονται με την πραγματική ζωή.

Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Συμμετέχουμε επί ένα τέταρτο του αιώνα σε μια αξιολόγηση που ρωτά «τι μπορείς να κάνεις με όσα γνωρίζεις;», ενώ μεγάλο μέρος του σχολείου εξακολουθεί να ρωτά «τι θυμάσαι από όσα διδάχτηκες;».

Τα αποτελέσματα δεν μπορούν απλώς να αγνοηθούν. Στο PISA 2022 οι μαθητές στην Ελλάδα βρίσκονταν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία. Μόλις το 53% έφτανε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά, το 62% στην κατανόηση κειμένου και το 63% στις φυσικές επιστήμες. Από το 2012 έως το 2022 η μέση επίδοση μειώθηκε περισσότερο από 20 μονάδες και στα τρία πεδία.

Τα πρώτα αποτελέσματα του PISA 2025 επιβεβαιώνουν ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό: η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, στην ανάγνωση και στις φυσικές επιστήμες, ενώ χαμηλότερη είναι και η μέση επίδοση στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατρέψουμε το PISA σε ευαγγέλιο εκπαιδευτικής πολιτικής. Το PISA είναι ένα συγκεκριμένο εργαλείο, κατασκευασμένο μέσα σε ένα συγκεκριμένο θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο. Δεν μπορεί να μετρήσει ολόκληρη την παιδεία, ούτε τη δημοκρατική συγκρότηση του πολίτη, την ιστορική συνείδηση, την αισθητική καλλιέργεια ή το σύνολο των κοινωνικών και πολιτισμικών λειτουργιών του σχολείου.

Υπάρχει όμως κάτι στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε: στη μετατόπιση από την κατοχή της πληροφορίας στη δυνατότητα χρήσης της γνώσης.

Και εδώ το ελληνικό σχολείο έχει πρόβλημα πολύ βαθύτερο από μια θέση σε μια διεθνή κατάταξη.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για κριτική σκέψη όταν τα προγράμματα σπουδών παραμένουν υπερφορτωμένα και ο εκπαιδευτικός αγωνιά να «βγάλει την ύλη». Δεν μπορούμε να ζητάμε από τους μαθητές να ερμηνεύουν τον σύγχρονο κόσμο όταν οι κοινωνικές επιστήμες έχουν περιοριστεί, η σύγχρονη περιορισμένη και η οικονομική γνώση έχει μικρή παρουσία στη γενική εκπαίδευση.

Ούτε η κατανόηση κειμένου βελτιώνεται απλώς με περισσότερες ασκήσεις γραμματικής και συντακτικού. Για να κατανοήσει κανείς ένα κείμενο χρειάζεται λέξεις, αλλά χρειάζεται κυρίως έννοιες και γνώση του κόσμου. Για να διαβάσει κριτικά ένα άρθρο για τον πληθωρισμό πρέπει να γνωρίζει οικονομία. Για να καταλάβει μια είδηση για έναν πόλεμο χρειάζεται ιστορία και γεωγραφία. Για να αξιολογήσει έναν πολιτικό ισχυρισμό χρειάζεται κοινωνική και πολιτική παιδεία.

Το ίδιο ισχύει και για τα μαθηματικά. Η μαθηματική γνώση αποκτά νόημα όταν ο μαθητής μπορεί να διαβάσει ένα γράφημα, να εκτιμήσει μια πιθανότητα, να κατανοήσει ένα επιτόκιο ή να ελέγξει αν ένας αριθμητικός ισχυρισμός που συναντά στο διαδίκτυο είναι εύλογος.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν είμαστε «υπέρ ή κατά του PISA». Αυτή είναι μια μάλλον φτωχή συζήτηση. Ακόμη και αν σταματήσουν οι δοκιμασίες PISA ή η Ελλάδα πάψει να συμμετέχει σε αυτές, τα ουσιαστικά προβλήματα της εκπαίδευσης παραμένουν.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι σχολείο θέλουμε;

Ένα σχολείο περισσότερης ύλης, περισσότερων εξετάσεων και συνεχούς μέτρησης; Ή ένα σχολείο με λιγότερη και ουσιαστικότερη ύλη, ισχυρή γενική παιδεία, κοινωνικές και φυσικές επιστήμες, τέχνες, τεχνολογία, χρόνο για συζήτηση και εκπαιδευτικούς που μπορούν να δουλεύουν με μικρότερα τμήματα;

Φωτό: 12-13_Therianos   Βασίλης Βερβερίδης / Eurokinissi