Daniele Giglioli «Κριτική του θύματος», μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδόσεις Τόπος, 2025
«Δεν είναι διάχυτος εδώ και καιρό και μεταξύ των ακαδημαϊκών
ο πειρασμός να υποκύψουν σε μια ιστοριογραφία που προσιδιάζει
σε νεκροθάφτες, εμμονικά προσηλωμένη στα πτώματα,
στα διαμελισμένα σώματα, στις μούμιες, στα λείψανα,
ως εάν να μην υπήρχε πλέον ζωή που να άξιζε να την αφηγηθεί κάποιος;»
(σ. 29)
Στη γενοκτονία των Παλαιστινίων, τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή και την απόφαση του Τραμπ να βγάλει την εθνοφρουρά στους δρόμους της Καλιφόρνιας, προκειμένου να εμποδίσει τις διαδηλώσεις εναντίον των νέων μεταναστευτικών πολιτικών, διαφαίνεται το εξής: τα νέα πρόσωπα του φασισμού μέσω των πολιτικών ελέγχου και της βιοπολιτικής συμβαδίζουν με ρεπερτόρια απειλής και τη διαρκή κινητοποίηση του δίπολου «θύτη-θύματος». Στο βιβλίο του «Κριτική του θύματος» ο Ντανιέλε Τζιλιόλι, καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τρέντο και αρθρογράφος στην Corriere della Serra, αναλύει πολιτικά πώς η θυματοποίηση χρησιμοποιείται στην αποπολιτικοποίηση των κοινωνικών συμβάντων με στόχο τη νομιμοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών εξουσίας.
Η εργαλειοποίηση της έννοιας του θύματος σε συνδυασμό με την ψυχολογικοποίηση που παρατηρείται σε πολλά κοινωνικά/πολιτικά πεδία καταλήγουν στην παρακάτω κοινότοπη διαπίστωση: «δεν είμαστε ό,τι κάνουμε, αλλά ό,τι έχουμε υποστεί» (σ. 11). Η κατασκευή αυτή αγγίζει τα όρια του μύθου και αποπροσανατολίζει πρόσωπα και πολιτικές ώστε να αναλάβουν την ευθύνη, παραπέμποντας σε μια ιδιοκτησιακή λογοδοσία, η οποία επιχειρεί να ηθικολογήσει, κατασκευάζοντας εχθρούς και οδηγώντας σε απλουστευτικές πολιτικές αναλύσεις. Για παράδειγμα, παρατηρείται τον τελευταίο καιρό στον δημόσιο χώρο πως οι διαμαρτυρίες για το ακροδεξιό κράτος του Ισραήλ και η συνεπακόλουθη υπεράσπιση της Παλαιστίνης καταλήγουν σε ηθική καταδίκη και κατηγορίες για αντισιωνισμό, ενώ παράλληλα οι πολιτικές αφανισμού προβάλλονται ως αμυντικοί μηχανισμοί στην αοριστολογική και διαχρονική απειλή των εχθρών του εβραϊκού έθνους. Έτσι το ολοκαύτωμα λειτουργεί διαρκώς ως σταθερή ταυτοτική θέση της εθνικής ταυτότητας αλλά και σταθερό μετα-ιστορικό αφήγημα στο οποίο το ακροδεξιό κράτος του Ισραήλ απαλλάσσεται από κάθε κριτική.
Θυματοποίηση και προπαγάνδα
Ο συγγραφέας περιγράφει την επικράτηση ενός παθιασμένου μοτίβου, «όπου το αισθάνεσθαι αποσυνδέεται ριζικά από το πράττειν» (σ. 16) και αφιερώνει το βιβλίο του «στα θύματα που δεν θέλουν πια να είναι θύματα» (σ.17). Το κριτικό σχήμα του Φουκό και η κομβική σημασία της κριτικής ενεργοποιεί εκ νέου στο βιβλίο την πολιτική ευθύνη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Τα μοτίβα της θυματοποίησης εδραιώνονται και επανέρχονται με διάφορες τεχνικές. Η ιδιότυπη προσάρτηση της μνήμης στην ιστορία οδηγεί σε δημόσιους εορτασμούς και στην προώθηση ενός μαρτυρολογίου στηριγμένο σε προσωπικές αντωνυμίες. Σε αυτές το παρόν υπάρχει μόνο στα παρελθοντικά πένθη της απώλειας. Επιπλέον συχνά η διάκριση ισχυρών-αδύνατων σηματοδοτείται και ορίζεται με επικλήσεις σε έναν μη πολιτικό επιδερμικό ανθρωπισμό με συχνές οριενταλιστικές αναφορές στην προοδευτική Δύση και τον υπανάπτυκτο κόσμο. Η κιτς αισθητικοποίηση στοχεύει σε συγκινησιακές αντιδράσεις που θα εγκρίνουν κατασταλτικές πολιτικές και πολέμους στους οποίους τα ισχυρά έθνη κράτη θα λειτουργήσουν ως μεσσίες και διαμεσολαβητές της δημοκρατίας σε αυταρχικά καθεστώτα. Ας σημειωθεί εδώ πως το αφήγημα αυτό αποκτά συνοχή μόνο για όσο τα θύματα που πρέπει να βοηθηθούν στερούνται την εξουσία. Η λογική του θύματος έθνους-κράτους που βάλλεται από παντού εμφανίζεται επανειλημμένα στους προπαγανδιστικούς λόγους του πολέμου στην Ουκρανία. Αντίστοιχα, σε αυτές τις μονομερείς οπτικές η Ρωσία και ο πολιτισμός της, σε όλες τις ιστορικές διαδρομές του, δαιμονοποιείται.
Ο Τζιλιόλι επισημαίνει επίσης εύστοχα ότι οι τεχνικές θυματοποίησης σε κάθε τύπου προπαγάνδα είναι εύκολος τρόπος να ακυρωθούν τα επαναστατικά κινήματα και οι χειραφετητικοί αγώνες που έχουν δοθεί. Αυτό που προτάσσεται ως αληθινό «ήταν μόνο το αίμα που χύθηκε, και ο ανώφελος πόνος των θυμάτων» (σ. 28). Μια δημοκρατία του πόνου, όπως έχει γράψει ο Τζιοβάνι Ντε Λούνα [Giovanni De Luna]. Κι επειδή η έννοια του λαού είναι τελικά ένα κενό σημαίνον που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, η εδραίωση του λαϊκισμού αναπαράγει τη θεματική «θύτη-θύματος» από τη στιγμή που αναζητά μόνιμα εχθρούς και επιθυμεί να οικειοποιηθεί εκ νέου τη θέση του θύματος που απειλείται.
Ιδεολογία του θύματος
Τέτοιου τύπου θανατολαγνικές κατασκευές του θύματος εμφανίζονται ακόμα και σε νεοτερικές φιλοσοφικές διερευνήσεις για τη γνώση και την ηθική. Φιλόσοφοι όπως ο Ντεριντά συνδέουν τη μάθηση της ζωής διά του θανάτου, προτάσσοντας μια ετεροδιδακτική στο ενδιάμεσο ζωής και θανάτου. Ο «άλλος» συνδέεται με τον θάνατο που οδηγεί στη σοφία. Αυτή η σοφία γίνεται το πιο απαραίτητο εφόδιο και σχηματοποιεί την έννοια της ηθικής. Ο συγγραφέας, ακολουθώντας τη συλλογιστική του Ρενέ Ζιράρ, υπογραμμίζει τη μόνιμη κινητοποίηση του «αθώου θύματος»: «η αρχή της υπεράσπισης των θυμάτων κατέστη το νέο απόλυτο. Κανείς δεν τη θέτει υπό αμφισβήτηση, δεν χρειάζεται ούτε να τη μνημονεύσουμε, τη θεωρούμε δεδομένη» (σ. 51). Συγκροτείται λοιπόν μια διάχυτη «οντολογία της αδυναμίας» (σ. 57), η οποία εμπλουτίζεται ποικιλοτρόπως από διαφορετικές κατασκευές θυμάτων, αν και πρόκειται για μια ιστορική κατάσταση πολύ πιο σύνθετη. «Ευθραυστότητα και θνητότητα υπήρχαν ανέκαθεν, η ιδεολογία του θύματος όχι» (σ. 57) συμπεραίνει ο Τζιλιόλι.
Η «κουλτούρα του θύματος» παρατηρείται επίσης σε περιπτώσεις όπου η Αριστερά χρησιμοποίησε τον «μιζεραμπιλισμό» και την κουλτούρα του αποτροπιασμού για να ανορθώσει την εργατική τάξη στη θέση του ύψιστου θύματος που ηρωικά αναζητούσε τη λύτρωση. Με άλλο πρόσημο η θυματοποίηση ως μυθολογική φαντασίωση εμφανίζεται διαρκώς στο έργο του Παζολίνι, ο οποίος επανερχόταν εξακολουθητικά στη «φυσική και άσπιλη ζωτικότητα του κόσμου του υποπρολεταριάτου» (σ. 80) που σταδιακά αφανίζονταν. Κάθε τύπου κατασκευή του θύματος σε όλες τις εκφάνσεις της δεν γίνεται όμως «να γεμίσει το κενό ενός υποκειμένου» (ατομικού ή συλλογικού θα πρόσθετα) «που δεν εκτείνεται πλέον προγραμματικά προς το μέλλον, και δεν θέλει να χαρακτηριστεί υπεύθυνο για το παρελθόν του» (σ. 62). Κάθε φορά που η ιστορία γίνεται μια απλουστευτική αναπαράσταση ενόχων και αθώων επανέρχεται μια συντηρητική γραμμικότητα, η οποία αποδυναμώνει τη συγκρότηση των υποκειμένων ως ιστορικές και πολιτικές οντότητες.
Μια άλλη κριτική ανάγνωση
Σε μια άλλη κριτική ανάγνωση διαπιστώνεται πως το κείμενο μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως εργαλείο σύγχρονου κριτικού αναστοχασμού σχετικά με τους σύγχρονους προσανατολισμούς των φεμινιστικών κινημάτων. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του κινήματος #metoo παρατηρείται μια εντεινόμενη ουσιοκρατική αντίληψη για τα φύλα μέσα από τη χρήση των διαχωριστικών κατηγοριών «γυναίκα-άντρας» και με την πρώτη να παρουσιάζεται απλουστευτικά ως το απόλυτο θύμα της πατριαρχικής κοινωνίας.
Στην αναζήτηση πολιτικής χειραφέτησης του ιστορικού υποκειμένου ο Τζιλιόλι δίνει συγκεκριμένο στίγμα, επιτονίζοντας ότι η κατασκευή κάθε τύπου θυματοποίησης αποδυναμώνει τη ριζοσπαστική διεκδίκηση αλλαγών, συνεισφέρει στην ενίσχυση των αυταρχικών δεξιών και ακροδεξιών καθεστώτων και αποπλαισιώνει τη διαχρονική συνεισφορά των επαναστατικών κινημάτων διαχρονικά.
Συμπερασματικά, οι λόγοι και τα ρεπερτόρια της θυματοποίησης αφαιρούν τη δύναμη των ασθενέστερων και ενισχύουν τον απολυταρχισμό που εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. «Να της ασκείς κριτική σημαίνει να ξαναμοιράζεις την τράπουλα» (σ. 103). Ο συγγραφέας, ασκώντας κριτική στις πολλαπλές χρήσεις και ηθικές πολυσημίες του θύματος επαναφέρει την κριτική ως συγκρουσιακή δύναμη αλλαγής και αντίστασης, επενδύοντας σε έναν χώρο πολιτικού προβληματισμού στον οποίο οι νόρμες και οι κανόνες είναι ανοιχτοί στην ενδεχομενικότητα και επομένως μπορούν να μετασχηματιστούν, να αμφισβητηθούν και να αλλάξουν.





