Ρενέ Καραμπάς: «Ο ορισμός του πολιτισμού είναι η φροντίδα του άλλου ανθρώπου»

Η βουλγάρα συγγραφέας Ρενέ Καραμπάς, στο μυθιστόρημά της Ορκισμένη, που κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση του Σπύρου Ν. Παππά για τις εκδόσεις Μεταίχμιο, εξερευνά τον κώδικα του Κανούν. Το Κανούν της βόρειας Αλβανίας, κώδικας εθιμικού δικαίου, ορίζει τη βεντέτα αίματος και περιθωριοποιεί τις γυναίκες. Σε οικογένειες χωρίς γιους, μια κόρη μπορεί με όρκο παρθενίας να γίνει «ορκισμένη», αναλαμβάνοντας ανδρικό ρόλο και προνόμια.  Η συγγραφέας  παίζει με τη ρευστότητα των φύλων και τον ορισμό του βιολογικού και κοινωνικού φύλου καθώς ένα άτομο ζει ως τρανς όχι ως επιλογή που προέρχεται από τον βιολογικό προσδιορισμό του φύλου του αλλά ως δυνατότητα παροχής προστασίας στην οικογένειά του, ως μια κοινωνική σύμβαση.

Photo by Georgi Kazakov (www.georgikazakov.com)

Στο μυθιστόρημά σας περιγράφετε πώς δύο αδέλφια, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, έρχονται αντιμέτωπα με τις συνέπειες του πατριαρχικού συστήματος όπως το υπαγορεύει το Κανούν. Ήταν αυτός ο μοναδικός σας στόχος;

Μεγάλωσα σε ένα χωριό στη βόρεια Βουλγαρία όπου οι «νόμοι» της πατριαρχίας εξακολουθούν να είναι ζωντανοί και να εκδηλώνονται στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Ήθελα να διηγηθώ τη δική μου ιστορία και τον τρόπο που βλέπω αυτόν τον κόσμο μέσα από αυτό το πρίσμα – την οικογένειά μου, το περιβάλλον που μου έδωσε τόσα πολλά αλλά με τραυμάτισε κιόλας.
Η πρόθεσή μου ήταν να γράψω ένα βιβλίο για το τίμημα που πληρώνεις προκειμένου να ευχαριστήσεις τους γονείς σου και για τις συνέπειες των επιλογών σου. Για τη δύναμη να βγεις από το κλουβί στο οποίο σε έχει βάλει ο πατριαρχικός κόσμος. Ήθελα να διαβάσω ένα βιβλίο για την ελευθερία. Ένα βιβλίο για τη συγχώρεση των ανθρώπων που σε πλήγωσαν, αλλά κυρίως για τη συγχώρεση του εαυτού σου. Και αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο.

Γιατί επιλέξατε να γράψετε για το Κανούν;

Μια μέρα επισκέφθηκα μια έκθεση της φωτογράφου Πέπα Χριστόβα που είχε απαθανατίσει ορκισμένες παρθένες από την Αλβανία. Συγκινήθηκα βαθιά βλέποντας αυτές τις ανδρόγυνες γυναίκες που έμοιαζαν με άντρες. Η γυναικεία τους πλευρά είχε εξαλειφθεί. Τότε είπα: «Αυτός θα είναι ο χαρακτήρας που θα ενσαρκώσει τις ιστορίες της μνήμης και της φαντασίας μου». Αμέσως άρχισα να αναζητώ βιβλία και οποιοδήποτε υλικό για τις ορκισμένες παρθένες της Αλβανίας και έτσι μπήκε ο σπόρος για το Ορκισμένη.
Διάβασα και παρακολούθησα πολλές συνεντεύξεις για τις ορκισμένες παρθένες και το Κανούν, βρήκα ένα σπάνιο βιβλίο με τις αρχαίες σημασίες των αλβανικών ονομάτων (καθώς μου αρέσει να βάζω κρυφά νοήματα στα ονόματα των χαρακτήρων μου). Ήθελα να επισκεφτώ αυτά τα απομακρυσμένα μέρη στις Αλβανικές Άλπεις, αλλά ανακάλυψα ότι είναι πολύ επικίνδυνο να πάω εκεί, οπότε περιηγήθηκα στα τοπία και τα χωριά μέσω του Google Maps. Το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής σε αυτά τα χωριά ήταν τόσο παρόμοια με αυτά του δικού μου χωριού, που κατάφερα να δημιουργήσω έναν αληθινό κόσμο χωρίς να πάω εκεί. Είχα πολλές συγχρονικότητες στη διάρκεια της συγγραφής. Ήταν οι αποδείξεις μου ότι βρισκόμουν στον σωστό δρόμο, και έπρεπε απλώς να συνεχίσω, να σκάβω βαθύτερα.

Το βιβλίο σας δεν είναι απλώς ένα φεμινιστικό ή κουήρ μυθιστόρημα αλλά αντιτίθεται στην πατριαρχία σε όλες τις μορφές κοινωνικής καταπίεσης. Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση στη χώρα σας και πώς μπορούν να αποδομηθούν τα πατριαρχικά πρότυπα;

Πρέπει να πω ότι οι νόμοι της πατριαρχίας στη Βουλγαρία εξακολουθούν να υπάρχουν, ιδιαίτερα στις μικρότερες πόλεις και στα χωριά. Στις μεγαλύτερες πόλεις είναι κάπως κρυφοί, αλλά είναι παρόντες στις πράξεις και τον εκφοβισμό προς τις γυναίκες. Μοιάζουμε πολύ με τους Έλληνες και τους Ιταλούς – είμαστε μια χώρα «της οικογένειας» και κάνουμε τα πάντα για να προστατεύσουμε τις οικογενειακές αξίες και παραδόσεις. Νομίζω πως από εκεί προκύπτει η παγίδα. Οι αντιλήψεις και στάσεις της πατριαρχίας από το παρελθόν δεν μπορούν να εξαλειφθούν εάν τα άτομα, κυρίως οι άνδρες, συνεχίζουν να διατηρούν τις αξίες των παππούδων τους. Γι’ αυτό ο τρόπος ανατροφής των αγοριών και η γονεϊκή στάση είναι κρίσιμα. Το μοντέλο συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες της οικογένειας διαμορφώνει τη μελλοντική τους συμπεριφορά. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να αποκοπούμε από την άρρωστη εθνικοφροσύνη και τη μάτσο δύναμη και να αρχίσουμε να μεγαλώνουμε αγόρια και κορίτσια που να γνωρίζουν την ίση αξία ανδρών και γυναικών. Η θρησκεία που χρησιμοποιείται για χειραγώγηση από ορισμένα κόμματα δεν βοηθά σε αυτό, αλλά ελπίζω ότι οι άνθρωποι θα γίνουν πιο κριτικοί απέναντι σε όσα βλέπουν και ακούνε και θα αρχίσουν να χρησιμοποιούν το δικό τους ανθρώπινο μυαλό για να ζουν και να παλεύουν για ένα πιο ειρηνικό μέλλον.

Οι κανόνες της πατριαρχίας ορίζουν και την συμπεριφορά των ανδρών. Ποια η γνώμη σας;

Οι άντρες πιστεύουν ότι το να δείχνουν συναίσθημα ή να κάνουν κάτι που συνήθως κάνουν οι γυναίκες, θα τους κάνει πιο αδύναμους ή χαζούς και ότι θα χάσουν την αρρενωπότητά τους. Δυστυχώς, στη Βουλγαρία (και όχι μόνο) το «τι θα πει ο κόσμος» εξακολουθεί να βρίσκεται σε βάθρο. Είναι πολύ δύσκολο για ένα ευαίσθητο αγόρι να ζει σε μια σκληρή οικογένεια όπου τα συναισθήματα και η έκφρασή τους δεν επιτρέπονται ή, αν εκδηλωθούν, θεωρούνται αδυναμία. Ο Σάλε, ο αδελφός της Μπεκιά, είναι το τέλειο παράδειγμα ενός τέτοιου αγοριού,  γεννημένου στη λάθος οικογένεια. Όμως, όπως βλέπουμε στο βιβλίο, η «αδυναμία» που κουβαλάει μέσα του γίνεται η δύναμή του να φύγει από αυτό το καταραμένο μέρος και να γίνει ο πρώτος επαναστάτης της οικογένειας. Είναι εκείνος που προκαλεί την αδελφή του να κάνει το ίδιο χρόνια αργότερα.

Αντιλαμβάνομαι τη βία των βεντετών ως αποτέλεσμα διογκωμένου ανδρικού εγώ. Ποιες είναι οι σκέψεις σας;

Σίγουρα. Οι άνθρωποι που κυβερνούν αυτές τις περιοχές ξέρουν πώς να προκαλούν το ανδρικό εγώ των ανδρών εκεί και πώς να το εκμεταλλεύονται, αφού για κάθε αιματηρή βεντέτα πληρώνονται φόροι στον «άρχοντά» τους, που αποτελεί στην ουσία μια μορφή επιχείρησης. Το εγώ τους φουντώνει όταν σκοτώνουν κάποιον, αλλά αυτό είναι τόσο πρωτόγονο. Γι’ αυτό μπορώ να πω ότι το εγώ ενός άνδρα ή μιας γυναίκας είναι το κρυφό ζώο μέσα τους. Αυτό που πάντα πρέπει να επιβιώσει ή να σκοτώσει. Αλλά ζούμε στον 21ο αιώνα, και πρέπει να κάνουμε το καλύτερο για να ζούμε ως πολιτισμένοι άνθρωποι. Υπάρχει αυτή η ιστορία για τον πολιτισμό: Τι είναι πολιτισμός; Είναι όταν ένας άνθρωπος πέφτει και σπάει το πόδι του. Στο ζωικό βασίλειο αυτό σημαίνει θάνατο για το πλάσμα. Αλλά εμφανίζεται ένας άλλος άνθρωπος και αρχίζει να τον φροντίζει, και ο τραυματισμένος σηκώνεται ξανά στα πόδια του. Ε, αυτός είναι ο ορισμός του πολιτισμού, γιατί χωρίς τη φροντίδα του άλλου ανθρώπου, ο πρώτος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει.

Θα περιγράφατε τον εαυτό σας ως λογοτεχνική ακτιβίστρια;
Είναι δύσκολο για μένα να με ορίσω ως ακτιβίστρια συγγραφέα ή φεμινίστρια. Ειδικά κατά τη διάρκεια της ίδιας της συγγραφής. Το ανακαλύπτω εκ των υστέρων, όταν το βιβλίο εκδίδεται και προκαλεί συζητήσεις. Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες, αλλά αν το βιβλίο μου έχει αλλάξει έστω και μια οπτική ή μια ζωή, τότε ναι, είμαι ακτιβίστρια. Είμαι ακόμη και πολεμίστρια με ένα (s)word. [σπαθί/λέξη].

Το ύφος γραφής στο μυθιστόρημά σας έχει ποιητική δομή. Ήταν αυτή μια συνειδητή επιλογή –μια μορφή που θεωρήσατε ότι εξυπηρετεί καλύτερα την αφήγησή σας– ή είναι αυτό το στυλ γραφής σας;
Αυτός ο τρόπος γραφής εμφανίστηκε στη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματος. Ήταν το ύφος ομιλίας της Φωνής που άρχισε να αφηγείται την ιστορία. Αφού τελείωσα το βιβλίο και άρχισα να σκέφτομαι το επόμενο, είπα στον εαυτό μου: «σίγουρα αυτό είναι το ιδιαίτερο στυλ γραφής μου και πρέπει να συνεχίσω έτσι». Ωστόσο, όταν άρχισα να γράφω το επόμενο μυθιστόρημα στο ίδιο ύφος ροής συνείδησης, ένιωσα άβολα. Ήταν σαν να φορούσα παλιά παπούτσια που μου ήταν στενά και δεν ένιωθα καλά. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτή ήταν η φωνή μόνο για το Ορκισμένη και τώρα έπρεπε να βρω μια νέα φωνή για τη νέα ιστορία. Κάθε βιβλίο έχει τη δική του φωνή και πρέπει να κάνουμε το καλύτερο για να τη βρούμε, γιατί μόνο τότε ακούγεται αληθινή και αυθεντική και μπορεί να αγγίξει καρδιές. Όχι μόνο μυαλά.

Είστε επίσης ηθοποιός. Στη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός σας χρησιμοποιήσατε τις τεχνικές της υποκριτικής για να πλάσετε τους χαρακτήρες σας;

Είμαι και σκηνοθέτιδα. Ίσως αυτές οι δύο τέχνες κατάφεραν να συνυπάρξουν στη διαδικασία συγγραφής. Σκεφτόμουν ένα πράγμα ενώ έγραφα, «απλώς βάλε την κάμερα κάπου και γράψε ό,τι καταγράφει». Ίσως γι’ αυτό η ιστορία είναι τόσο ζωντανή και κινηματογραφική. Ίσως γι’ αυτό ο σκηνοθέτης της ταινίας που γυρίζουμε τώρα βασισμένη στο βιβλίο το διέκρινε και μου ζήτησε να κάνω το σενάριο.

Το μυθιστόρημά σας αυτή τη στιγμή μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Ποια είναι η συμμετοχή σας στη διαδικασία και πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;
Είμαι ενθουσιασμένη που θα δω τους χαρακτήρες μου «ζωντανούς» στη μεγάλη οθόνη. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με τον σκηνοθέτη Kόσταντιν Μπόνεβ, ο οποίος μου έδωσε απόλυτη ελευθερία στη συγγραφή του σεναρίου. Είμαστε υπέροχη ομάδα γιατί έχουμε παρόμοιες ευαισθησίες, και οι διαφορές μας φέρνουν ισορροπία στη δουλειά μας. Η ταινία είναι συμπαραγωγή Βουλγαρίας, Ιταλίας, Αλβανίας και Γερμανίας. Η μετα-παραγωγή της ταινίας πλησιάζει στην ολοκλήρωση. Η κυκλοφορία έχει προγραμματιστεί για τον Απρίλιο του 2026. Πρώτα θα περιοδεύσει στα φεστιβάλ κινηματογράφου ανά τον κόσμο. Ελπίζω πραγματικά να την παρουσιάσουμε στη Μόστρα της Βενετίας. Θα χαρώ πολύ να τη συστήσω και στο ελληνικό κοινό όταν κυκλοφορήσει.