Κάθε τέτοια μέρα, ο Γοργοπόταμος δεν είναι απλώς μια τοποθεσία στο χάρτη. Είναι μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ καλά, ένα σημάδι από εκείνα που κουβαλάει ένας λαός όταν πέρασε από φωτιά και σίδερο κι ύστερα από σιωπή. Το ’64, εκεί που οι άνθρωποι πήγαν να τιμήσουν την Αντίσταση, να πουν ένα «ευχαριστώ» σε όσους άναψαν φως μέσα στη νύχτα της Κατοχής, ξαναβρέθηκαν πνιγμένοι στο σκοτάδι. Η έκρηξη δεν ήταν μια «ατυχία».
Ήταν το μακρύ χέρι της άλλης Ελλάδας, της Ελλάδας του φόβου, του παρακράτους, εκείνων που δούλευαν αθόρυβα μέσα στα κιτάπια της μετεμφυλιακής εξουσίας. Μια εξουσία που δεν άντεχε ούτε τη μνήμη, ούτε την ενότητα, ούτε εκείνη τη βαθιά, ανθρώπινη αξιοπρέπεια που φέρνει ο αγώνας για λευτεριά. Κι έτσι, ανάμεσα σε στεφάνια και τραγούδια, ανάμεσα σε οικογένειες που είχαν πάει να θυμηθούν, έσκασε η βόμβα, όχι μόνο στο χώμα, αλλά και στην ψυχή μιας χώρας που πάλευε ακόμη να σταθεί στα πόδια της. Και δεν ήταν τυχαίο.
Γιατί το ίδιο σκοτεινό δίκτυο, οι ίδιοι μηχανισμοί που έστησαν εκείνη τη δολοφονική παγίδα, λίγα χρόνια μετά θα έβαζαν τη στολή τους πιο φανερά. Θα έσερναν την πατρίδα στο πραξικόπημα του ’67, δείχνοντας πως ό,τι δεν μπόρεσε να νικήσει ο Εμφύλιος, προσπάθησε να το αποτελειώσει η παρακρατική νύχτα.
Σήμερα, θυμόμαστε. Όχι για να σκαλίζουμε πληγές, αλλά για να μην ξαναζήσουμε τα ίδια. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Για να μη χαθεί η αλήθεια μέσα στον θόρυβο. Ο Γοργοπόταμος είναι μνήμη. Είναι αντίσταση. Και είναι το χρέος μας να τον κρατάμε ζωντανό, καθαρό από ψέματα, καθαρό από λήθη.
Για να μην κερδίσει ποτέ ξανά το σκοτάδι.





