Σαν σήμερα: Ο θάνατος της Σιμόν ντε Μποβουάρ

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1986, πέθανε στο Παρίσι η Simone de Beauvoir, μία από τις σημαντικότερες μορφές της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και του 20ού αιώνα. Συγγραφέας, φιλόσοφος και πολιτική διανοούμενη, η Μποβουάρ συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης φεμινιστικής σκέψης, ενώ η πνευματική και προσωπική της σχέση με τον Jean-Paul Sartre σημάδεψε την ευρωπαϊκή διανόηση.

Το εμβληματικό της έργο Το Δεύτερο Φύλο (1949) αποτέλεσε σημείο καμπής για την κατανόηση της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία. Η πιο γνωστή και αυθεντική της διατύπωση συνοψίζει τον πυρήνα της σκέψης της:
«Δεν γεννιόμαστε γυναίκες, γινόμαστε. Καμία βιολογική, ψυχική ή οικονομική μοίρα δεν καθορίζει τη μορφή που παίρνει στους κόλπους της κοινωνίας το θηλυκού γένους ανθρώπινο ον: αυτό το μεταξύ αρσενικού και ευνούχου πλάσμα που χαρακτηρίζουμε θηλυκό διαμορφώνεται από το σύνολο του πολιτισμού. Μόνο η παρέμβαση των άλλων μπορεί να καθιερώσει ένα άτομο ως άλλο. Το παιδί, όσο υπάρχει για τον εαυτό του, δεν είναι ικανό να αντιληφθεί τον εαυτό του ως σεξουαλικά διαφοροποιημένο»


Στο ίδιο έργο, η Μποβουάρ αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα ορίζεται σε σχέση με τον άνδρα, σημειώνοντας:


” Η γυναίκα προσδιορίζεται και διαφοροποιείται σε σχέση με τον άνδρα, ενώ εκείνος όχι σε σχέση με αυτήν· εκείνος είναι το Υποκείμενο, το Απόλυτο· εκείνη είναι ο Άλλος.“

Κι αλλού: “Ένας άντρας δεν θα σκεφτόταν να γράψει βιβλίο για την ξεχωριστή θέση που κατέχουν οι αρσενικοί στην ανθρωπότητα. Αν θέλω να αυτοπροσδιοριστώ, είμαι κατ’αρχάς υποχρεωμένη να δηλώσω: «Είμαι γυναίκα». Αυτή η αλήθεια συνιστά τη βάση στην οποία πρέπει να στηριχθούν όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί. Ο άντρας δεν συμπεριφέρεται ποτέ ως άτομο ενός ορισμένου φύλου, εννοείται ότι είναι άντρας“.

Στο βιβλίο της συγκροτεί μια θεωρία που δεν αρνείται τις συμβολές από πολλαπλές εκδοχές γνώσεις, χωρίς ωστόσο να αποφεύγει να πάρει θέση: “Στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε τη γυναίκα δεν θα αρνηθούμε εντελώς τη συμβολή της βιολογίας, της ψυχανάλυσης και του ιστορικού υλισμού, η θέση μας όμως θα είναι ότι το σώμα, η σεξουαλική ζωή, η τεχνολογία δεν υπάρχουν για τον άνθρωπο παρά μόνο στο μέτρο που τα αντιλαμβάνεται σε μια σφαιρική προοπτική της ύπαρξής του”.

Στο “Δεύτερο Φύλο” μετατοπίζει τη συζήτηση από τα νομικά δικαιώματα των γυναικών στην ανάλυση των ίδιων των κοινωνικών μηχανισμών που παράγουν το φύλο ως σχέση εξουσίας. Η βασική της συμβολή είναι ότι η γυναικεία ταυτότητα δεν είναι φυσικό ή/και βιολογικό δεδομένο αλλά ιστορικά και κοινωνικά κατασκευασμένη.

Αυτή η αναλυτική τομή γίνεται θεωρητικό υπόβαθρο για το δεύτερο κύμα φεμινισμού των δεκαετιών 1960–1980, το οποίο στρέφεται στις δομές της πατριαρχίας, στην οικογένεια, στην εργασία και στη σεξουαλικότητα ως πεδία παραγωγής ανισότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, στοχάστριες όπως η Betty Friedan αξιοποιούν τη σκέψη της για να περιγράψουν τη γυναικεία αλλοτρίωση στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ η Kate Millett αναπτύσσει την έννοια της πατριαρχίας ως συνολικού συστήματος πολιτικής κυριαρχίας.

Παράλληλα, στη γαλλική θεωρητική παράδοση, μορφές όπως η Hélène Cixous και η Luce Irigaray επεξεργάζονται τη σχέση φύλου, γλώσσας και σώματος, είτε συνεχίζοντας είτε κριτικά υπερβαίνοντας τα σχήματα που εισήγαγε η Μποβουάρ.

Έτσι, η συμβολή της δεν περιορίζεται στο να ανήκει ιστορικά στο δεύτερο κύμα, αλλά έγκειται στο ότι διαμορφώνει το θεωρητικό πέρασμα από τον φεμινισμό των δικαιωμάτων στον φεμινισμό της ανάλυσης των ίδιων των κοινωνικών όρων παραγωγής του φύλου.

Η υπαρξιστική της ηθική αποτυπώνεται στο φιλοσοφικό δοκίμιο Για μια ηθική της αμοβολίας (1947), όπου τονίζει τη σχέση ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική ελευθερία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το μνημειώδες έργο της Τα Γηρατειά (1970), στο οποίο εξετάζει τη θέση των ηλικιωμένων στις σύγχρονες κοινωνίες. Με οξύ κοινωνικό βλέμμα, επισημαίνει την περιθωριοποίηση της τρίτης ηλικίας, γράφοντας: “Η κοινωνία αποστρέφεται τον ηλικιωμένο εργάτη σαν να ανήκει σε άλλο είδος. Γι’ αυτό και όλο το ζήτημα θάβεται σε μια συνωμοσία σιωπής. Τα γηρατειά αποκαλύπτουν την αποτυχία ολόκληρου του πολιτισμού μας.”

Η Μποβουάρ άφησε επίσης σημαντικό αυτοβιογραφικό έργο, όπως το Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης (1958), όπου καταγράφει τη διαμόρφωση της συνείδησής της και την πορεία προς την πνευματική και προσωπική της χειραφέτηση.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ τάφηκε στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς, δίπλα στον Σαρτρ. Η σκέψη της συνεχίζει να εμπνέει τους αγώνες για ισότητα, ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη, διατηρώντας την παρουσία της ζωντανή στη σύγχρονη διανόηση.