Σκηνή πρώτη: Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Ένας Ισραηλινός συγγραφέας καλείται να μιλήσει σε επίσημη εκδήλωση της πρεσβείας του Ισραήλ στα πλαίσια της έκθεσης. Εκδότες, συγγραφείς, ποιητ(ρι)ές, φοιτητ(ρι)ές και σωματεία σταματάνε την εκδήλωση πριν αρχίσει. Λίγες ώρες μετά, όλοι αυτοί οι άνθρωποι βαφτίζονται τρομοκράτες και σχεδόν επικηρύσσονται από λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιολογούντες οι οποίοι στέκονται με σθένος δίπλα στο κράτος του Ισραήλ. Κάποιοι εκ των οποίων και το σημειώνω γιατί καλό είναι να μην τα ξεχνάμε αυτά τα πράγματα, ήταν στο παρελθόν λαλίστατοι αντισημίτες.

Σκηνή δεύτερη: Κέντρο Αθήνας

Το βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» κλείνει. Ο ιδιοκτήτης του χώρου ζητά το διπλάσιο ενοίκιο. Οι ίδιοι άνθρωποι που ούρλιαζαν για τις «επιθέσεις στη Δημοκρατία και την πολυφωνία» με αφορμή τη ΔΕΒΘ, θρηνούν τώρα για τον χαμό ενός ακόμη πολιτιστικού χώρου γράφοντας άρθρα και σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα. Πού ήταν, όμως, όλοι αυτοί όταν οι κυβερνήσεις που στηρίζουν με θέρμη, άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες στις golden visas μετατρέποντας το ιστορικό κέντρο σε επενδυτικό έδαφος και τους κατοίκους του σε διωκόμενους; Σε ποιους ακριβώς δίνονται οι golden visas;

Όσοι επέτρεψαν το real estate να γίνει εργαλείο κοινωνικού αποκλεισμού, όσοι με τη σιωπή ή τη στήριξή τους γέμισαν τις γειτονιές με Airbnb και μπραντσάδικα, έκλεισαν καταλήψεις, κινηματογράφους, θέατρα, στέκια μεταναστών, τώρα θρηνούν για τα βιβλιοπωλεία που χάνονται. Εκείνοι κι εκείνες που άφησαν τον Πολιτισμό να γίνει παραγωγή των Ιδρυμάτων.

Δεν είναι δύο διαφορετικές ιστορίες αυτές. Είναι δύο σκηνές της ίδιας ιστορίας. Η υπεράσπιση της ισχύος με όρους ηθικής, η μετατροπή του δημόσιου χώρου σε προέκταση της ιδεολογίας των αγορών, η λατρεία του ισχυρού και η υποκρισία εκείνων που έστρωσαν το δρόμο και τώρα προσποιούνται πως αντιστέκονται ή έστω πως λυπούνται.

Είναι καιρός να πούμε την υποκρισία, υποκρισία και τα καθάρματα, καθάρματα. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε κάποια στιγμή να μιλήσουμε με πιο όμορφες λέξεις.