Κωνσταντίνος Τζαμιώτης «Θα πέσει η νύχτα», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2025

Μετά την κρίση («Η πόλη και η σιωπή»), μετά το μεταναστευτικό ζήτημα («Το πέρασμα»), ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης επανέρχεται στη χαρτογράφηση του παρόντος της νεοελληνικής κοινωνίας, μέσα από την πολυπλόκαμη ιστορία μιας οικογένειας πρώην τσιφιλικάδων και νυν μεγαλοεπιχειρηματιών, το success story της οποίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο διαχρονικά με τον θεσσαλικό κάμπο. Μικρή παρέκβαση: η γη της Θεσσαλίας, χρόνια πολλά μετά τον Καραγάτση, τον Σκάρο και τον Λεφούση, κι ακόμη περισσότερα από τον Καρκαβίτσα, τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Ουράνη, φαίνεται ότι έλκει προσφάτως ξανά τους-ις νεότερους-ες πεζογράφους, σε πολύ διαφορετικές, όπως και στο παρελθόν, προοπτικές· θυμάμαι πρόχειρα το «Μόνο το αρνί» της Βασιλικής Πέτσα, το «Πομόνα» του Αργύρη Φασούλα, το «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» του Χρυστόστομου Τσαπραΐλη. Τέλος της παρέκβασης.

Στο κείμενο του Τζαμιώτη, η Θεσσαλία είναι πάντως, με κάποιο τρόπο, και γη των μύθων και γη των σκλάβων. Ο έφηβος γιος του Διαμαντόπουλου, Αχιλλέας, πρότυπο μαθητή και αθλητή, γλεντάει όπως μπορεί τη νιότη του μέσα στην καλοκαιρινή κάψα του κάμπου, αχώριστος με τον εξίσου λαμπερό εξάδελφό του, Πάτροκλο. Η σχέση κι η ομοιότητά τους θα μεταγράψουν το επικό μυθικό στοιχείο στον πυρήνα μιας οικογενειακής τραγωδίας με έντονη την τραγική ειρωνεία, αποτυπωμένης με όρους σύγχρονης αστυνομικής μυθοπλασίας, όπου το περιβάλλον, μαζί με την ατέλεια της ανθρώπινης φύσης, δεν επιτρέπουν απλουστευτικές θεωρήσεις για τη σχέση του ατομικού με το κοινωνικό στοιχείο.

Οι κολίγοι από την άλλη εγγράφονται αναπότρεπτα, με τον τρόπο του αρνητικού, στην οικονομικοπολιτική ισχύ της οικογένειας Διαμαντόπουλου, η διαδρομή της οποίας στον χρόνο εγγυάται πάντως ότι θα ξεπεράσει όχι μόνο την οικογενειακή τραγωδία, αλλά και τη φυσική καταστροφή, με την οποία κλείνει το μυθιστόρημα και η οποία σαρώνει τον επίγειο παράδεισό της. Οι εικόνες των ορμητικών νερών που δεν αφήνουν τίποτα όρθιο στο διάβα τους μου έφερε στον νου τις φωκνερικές περιγραφές στον Γέρο, με τον ίδιο τρόπο που στο μυθιστόρημα η γραφή, κι η οπτική, του Τζαμιώτη με παρέπεμπε στον Καραγάτση. Όσο για το έγκλημα, με το οποίο ξεκινά το μυθιστόρημα και το οποίο κορυφώνει την ψυχική κακοποίηση στην καταστροφή του σώματος του διαφορετικού άλλου, εντάσσεται μαζί στον μύθο, του αγαθού γίγαντα, του αποδιοπομπαίου τράγου, του καρτερικού και πιστού Ιώβ, και στην ιστορία των σκλάβων στα δεσμά τους, εξωτερικά κι εσωτερικευμένα.

Χτίζοντας χαρακτήρες

Καλοσπουδαγμένος, καλλιεργημένος, φιλότεχνος και συλλέκτης έργων τέχνης, πρότυπο φωτισμένου αστού παλιάς κοπής, ο Διαμαντόπουλος πατήρ, αφοσιωμένος στο έργο της διαρκούς επέκτασης των δραστηριοτήτων του στη γη των προγόνων του, ακολουθεί τις οδηγίες χρήσης του βίου που του έχουν παραδοθεί από τους προγόνους του μέχρι κεραίας. Μεταξύ άλλων σημαντικών, να έχει στο κρεβάτι του μια γυναίκα που τη θαυμάζει για τους λάθος λόγους και στο κομοδίνο του τα έργα ενός άντρα που τον θαυμάζει για τους σωστούς λόγους – του Παναγιώτη Κονδύλη εν προκειμένω, ο λόγος του οποίου τον συντροφεύει στις αποφάσεις που εκφράζουν τη βούληση και διαμορφώνουν την ισχύ του.

Η γυναίκα του πάντως τον έχει εγκαταλείψει και αναζητεί την αυτοεκπλήρωσή της στη συγγραφή, ελαφριάς, φευ, λογοτεχνίας. Η κόρη του, πηγαίνοντας να αντιπαλέψει τον αδηφάγο καπιταλισμό που καταστρέφει το περιβάλλον, συναντάει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός πανέμορφου και πάγκαλου άντρα· αφήνει ήσυχο τον καπιταλισμό και της γεννιούνται διάφορα ερωτήματα για τον φεμινισμό. Ο στοχαστικός, δυναμικός, λογικός και ηθικός ερημίτης αγαπημένος της εντάσσεται τελικά απολύτως ομαλά στην οικογένειά της, που δεν κρίνει τους ανθρώπους με βάση την ταξική θέση και την οικονομική τους κατάσταση. Απόδειξη ο γαμπρός, η υπηρέτρια ερωμένη του Διαμαντόπουλου, κι ο ιστορικός κουνιάδος του ξάδελφου, που παλεύει για την εύρεση των οστών των πεσόντων Ελλήνων στρατιωτών στην Αλβανία – μια αποστολή την οποία θα καταφέρει επιτέλους να χρηματοδοτήσει διαμέσου ενός πλουσιότατου Ελληνοαμερικανού, που θέλει να θαφτεί πλάι στα σκοτωμένα αδέλφια του. Η μητέρα του καταρρέει από προχωρημένο αλτσχάιμερ. Και στον κόρφο του τρέφει ένα φίδι που θα πληγώσει την οικογένεια πριν σκοτωθεί από το ίδιο του φαρμάκι.

Οικουμενικές πρακτικές για τις ανάγκες του θνητού σώματος

Στο μεταξύ, οι δουλειές ανθίζουν. Και ο Κονδύλης αποτελεί μια αμετακίνητη σταθερά. Αυτός και το ξινό νερό – άραγε αναφορά σε μια απωθημένη δυσπεψία που του δημιουργεί το καθήκον, το οποίο, παρά τις όποιες αμφιταλαντεύσεις του, εκτελεί και με το παραπάνω; Ή, άλλη μια, υπόμνηση της ευαισθησίας, της μοναξιάς, της υπαρξιακής του αγωνίας;

Εν πάση περιπτώσει, ο Διαμαντόπουλος δεν πίνει φυσικά μόνο ξινό νερό. Πίνει και πανάκριβα ουίσκι και τιμά δεόντως τα απλά αλλά εξαιρετικής ποιότητας εδέσματα που του ετοιμάζει η γριά και στη συνέχεια η νέα υπηρέτρια στον νέο κήπο της Εδέμ. Τα φαγητά και τα ποτά που περιγράφονται συχνά με όρους γαστρονομίας, κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην αφήγηση της καθημερινότητα του κτήματος – και όχι μόνο. Ομοίως αναφέρονται, αν και με συνοπτική αξιολόγηση, τα ταπεινά, κλασικά ελληνικά φαγητά που ετοιμάζει καθημερινά ο Γιώργος Στάλας, ιδιοκτήτης ενός καθαριστηρίου που πνέει τα λοίσθια στην πλατεία Βικτωρίας, πρώην μάγκας και νυν υποταγμένος σαραντάρης: τον ενώνει με τον Διαμαντόπουλο η προσήλωση στην οικογένεια και το γεγονός ότι ο μικρός αδελφός του, Γιάννης, θα τινάξει στον αέρα και τις δυο οικογένειες. Το γεωργιανό χατζαπούρι που παίρνει στο χέρι ο Γιάννης – η αφηγηματική γραμμή που αφορά τους δύο αδελφούς και το περιβάλλον τους είναι πάντως από τα πιο ολοκληρωμένα στοιχεία του κειμένου. Οι μεζέδες του τσίπουρου που πίνει η κόρη Διαμαντόπουλου, τα απλά πιάτα που απολαμβάνει με τον καλό της στη βεράντα. Όλα τα φαγητά και τα ποτά που καταναλώνουν όλοι και όλες, σε όλες τις περιστάσεις. Διεξοδικότατα αναπαρίστανται και οι ερωτικές συνευρέσεις του Διαμαντόπουλου με τη νέα υπηρέτρια· της κόρης του με τον αρχαίο θεό· των αδελφών Στάλα με τη νεαρή Αφρικανή που αγοράζουν και ξαναπουλάν για να μην τσακωθούν· όλες οι συνευρέσεις όλων.

Ευρηματικός στη συνύφανση των νημάτων της πλοκής

Δεν βάζω τυχαία μαζί αυτά τα δύο στοιχεία. Ο Τζαμιώτης μοιάζει να τα ανάγει σε χαρακτηρολογικό στοιχείο και κοινωνικό σχόλιο, για τις οικουμενικές πρακτικές τις σχετικές με τις ανάγκες του θνητού ανθρώπινου σώματος που αποτελεί την ύψιστη αλήθεια του, όπως διαμορφώνονται από το κάθε φορά περιβάλλον του. Η ταξική διαμόρφωση των πρακτικών αυτών προκύπτει εν τοις πράγμασι, είτε εν επιγνώσει είτε ερήμην του συγγραφέα. Κλίνω προς το δεύτερο, γιατί νομίζω ότι το φαγητό συνδέεται με την αξία της οικογένειας και την απόρριψή της, με την αυθεντικότητα της παράδοσης στη σχέση της με τη φύση ή με κάτι άλλο που δεν έχω εντοπίσει. Η δε ερωτική συνεύρεση με το σώμα ως ύψιστη αλήθεια του θνητού ανθρώπου. 

Όπως και να έχει, ο Τζαμιώτης στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα χτίζει χαρακτήρες. Είναι ευρηματικός στη συνύφανση των νημάτων της πλοκής, παρότι κάποια θα μπορούσαν να λείπουν. Η υπαρξιακή, οντολογική διερώτηση, κλασικό στοιχείο της γραφής του από τα πρώτα του ήδη βιβλία, είναι και εδώ ευδιάκριτη – παρότι κατά τη γνώμη μου πάντοτε αρκετά ασαφής. Το ίδιο και ο αναστοχασμός για τα όρια της ανθρώπινης βούλησης και δύναμης, για την αδυναμία ουσιαστικής επαφής με τον άλλον, για τον ηθικό πυρήνα που διασώζει τον άνθρωπο μέσα στο περιρρέον κακό και ειδικά μέσα στη γενικευμένη παρακμή της χώρας, της Δύσης και του κόσμου. Προσωπικά, αυτό που μου έλειψε περισσότερο είναι η κριτική διάσταση στη ρεαλιστική αφήγηση, γεγονός που υπονομεύει κάθε δυνατότητα ειρωνικής ανάγνωσής της. Έτσι κι αλλιώς, όμως, κάθε κείμενο είναι το σύνολο των διαφορετικών αναγνώσεών του. Κι ο καθένας και η καθεμία θα διαβάσει το κείμενο όπως θέλει και μπορεί.