Η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση καταδεικνύει, για άλλη μια φορά, πως η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι μόνο ένας επιτακτικός κλιματικός στόχος, αλλά και το καλύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έναντι των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εξάρτηση από αυτά. Εκτιμάται ότι αύξηση στην τιμή του πετρελαίου 10 δολαρίων, επιβαρύνει παγκόσμια κατά 160 δισ. το κόστος εισαγωγής αγαθών.
Στις 29 Απριλίου μετά από δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών στις παγκόσμιες διαπραγματεύσεις για το κλίμα (COP), ολοκληρώθηκε η Πρώτη Διεθνής Διάσκεψη για τη έξοδο από τα ορυκτά καύσιμα (First Conference on transitioning away from fossil fuels) στη Santa Marta (Αγία Μάρθα) της Κολομβίας, όπου 57 χώρες συζήτησαν «πώς» να επιτύχουν αυτόν τον στόχο.
Η επιλογή της τοποθεσίας –το σημαντικότερο λιμάνι εξαγωγής άνθρακα της Κολομβίας– είναι συμβολική, όπως και η Αμαζονία για την COP30, στη Βραζιλία, όπου η συζήτηση για την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων παρέμεινε βαλτωμένη στις ατέρμονες διαδικασίες λήψης αποφάσεων που χαρακτηρίζουν τις διασκέψεις του ΟΗΕ για το κλίμα.
Στη Διάσκεψη που συνδιοργανώθηκε με την Ολλανδία συμμετείχαν πολλές αφρικανικές και νησιωτικές χώρες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες με ισχυρές εξορυκτικές οικονομίες (Αυστραλία, Βραζιλία, Καναδάς, Νορβηγία). Δεν συμμετείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία.
Από το τραπέζι έλειπε και η Ελλάδα: την ώρα που 57 χώρες συζητούσαν το «πώς» της εξόδου από τα ορυκτά καύσιμα, η Αθήνα επέλεξε τη σιωπή – για να πλασάρει ανενόχλητη ως «ανάπτυξη» τις εξορύξεις στο Ιόνιο και στο Κρητικό πέλαγος.
Οι οργανωτές της Διάσκεψης δεν στοχεύουν στην υποκατάσταση των COP, αλλά στη θεσμική συγκρότηση μιας συμπληρωματικής και υποστηρικτικής διαδικασίας στις διαπραγματεύσεις για το κλίμα, επικεντρώνοντας τις συζητήσεις στην αναζήτηση πρακτικών λύσεων.
Πολλά τα θέματα που συζητήθηκαν: ειδικότερα, πώς να ξεπεραστεί η οικονομική, δημοσιονομική και εργασιακή εξάρτηση από ένα σύστημα ενέργειας βασισμένο στα ορυκτά καύσιμα.
Το τελικό κείμενο[1] αναγνωρίζει ότι «η ίδια η μετάβαση είναι πολύπλοκη και απαιτεί χρόνο και προσεκτική διαχείριση». Είναι απαραίτητο «να διασφαλιστεί ότι οι κοινότητες και οι οικονομίες που εξαρτώνται από την παραγωγή και την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων θα μπορέσουν να μεταβούν σε νέα οικονομικά μοντέλα», ενώ «η απαλλαγή των οικονομικών, εμπορικών και ενεργειακών συστημάτων από τις ανθρακούχες εκπομπές, είναι ο καλύτερος δρόμος προς δίκαιες, σταθερές και ανθεκτικές κοινωνίες».
Τα κύρια αποτελέσματα
Στα αποτελέσματα της Διασκευής περιλαμβάνεται η συγκρότηση τριών θεματικών «αξόνων εργασίας», με επικέντρωση στον εντοπισμό ευκαιριών και συγκεκριμένων διαύλων συνεργασίας (workstreams):
- συνεργασία για την ανάπτυξη εθνικών και περιφερειακών οδικών χαρτών για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, με βάση τις δεσμεύσεις για το κλίμα των εθνικά καθορισμένων συνεισφορών NDC (Nationally Determined Contributions), δηλαδή τα σχέδια για το κλίμα των χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνία του Παρισιού το 2015 (ΕΣΕΚ)
- εμπορικές πολιτικές προσανατολισμένες στην απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα
- αναπροσαρμογή του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μεταρρύθμιση των επιδοτήσεων.
Η Διάσκεψη στη Santa Marta αποφάσισε τη συγκρότηση μιας διεθνούς επιστημονικής ομάδας για την ενεργειακή μετάβαση, προκειμένου να ακολουθήσει μια πιο συστημική προσέγγιση σε διάφορα ζητήματα, όπως: οδικών χαρτών για την έξοδο από τα ορυκτά καύσιμα στους διάφορους οικονομικούς τομείς.
Όπως αναφέρεται στο τελικό κείμενο, μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν περισσότερο, είναι η ανάγκη μετάβασης από τα υποφορολογημένα εισοδήματα ορυκτών καυσίμων «σε μετασχηματιστικές φορολογικές πολιτικές».
Ειδικότερα, η φορολογία «θα πρέπει να στείλει σαφή μηνύματα στις εταιρείες ορυκτών καυσίμων και στους επενδυτές να ανακατευθύνουν κεφάλαια σε νέους τομείς, υποστηρίζοντας παράλληλα τη διαφοροποίηση των εσόδων μέσω προοδευτικής φορολογικής μεταρρύθμισης, πράσινου προϋπολογισμού και στρατηγικών δημόσιων επενδύσεων».
Οι χώρες που συμμετείχαν, συμφώνησαν στη σημασία μιας «ελεγχόμενης μείωσης» των ορυκτών καυσίμων, ισοσταθμίζοντας την προσφορά και τη ζήτηση, προτείνοντας εναλλακτικές λύσεις: ολοκληρωμένα πλαίσια σχεδιασμού, ευθυγραμμίζοντας την πορεία των εξορύξεων με τη μείωση της ζήτησης, την ανάπτυξη της ηλεκτροπαραγωγής, την ενεργειακή απόδοση και την ανάπτυξη καθαρών υποδομών, διασφαλίζοντας, παράλληλα, τις θέσεις εργασίας.
Για τον περιορισμό της επέκτασης των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, οι κυβερνήσεις των χωρών θα πρέπει να καταστρώσουν και εφαρμόσουν σχέδια κλεισίματος, να αποτρέψουν την έκδοση νέων αδειών, να διαχειριστούν μη κερδοφόρα περιουσιακά στοιχεία και να κατανείμουν δίκαια το κόστος κλεισίματος.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον η ελληνική κυβέρνηση κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, επενδύοντας ακόμη σε επιλογές που κλειδώνουν νέα εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Σενάριο περιβαλλοντικής παρακμής
Λίγους μήνες μετά την έβδομη έκδοση της Παγκόσμιας Περιβαλλοντικής Προοπτικής (Global Environment Outlook 7, GEO-7)[2], που δημοσιεύτηκε από το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) ακολουθεί η Διάσκεψη στη Santa Marta.
Η έκθεση 1.300 σελίδων, με τίτλο «Το μέλλον που επιλέγουμε», αναδεικνύει τεκμηριωμένα ότι η κλιματική αλλαγή, η απώλεια βιοποικιλότητας, η υποβάθμιση της γης, η ερημοποίηση, η ρύπανση και τα απόβλητα έχουν βαρύ τίμημα στον πλανήτη, τους ανθρώπους και τις οικονομίες. Εάν οι κυβερνήσεις συνεχίσουν τις ορυκτόφυλες πολιτικές, δισεκατομμύρια άνθρωποι θα αντιμετωπίσουν ένα αβέβαιο μέλλον, ειδικά στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Η έκθεση εκπονήθηκε από 287 διεπιστημονικούς επιστήμονες από 82 χώρες, και θεωρείται η πλέον ολοκληρωμένη επιστημονική αξιολόγηση του παγκόσμιου περιβάλλοντος, μέχρι σήμερα. Αναδεικνύει τι θα συμβεί στον πλανήτη μέχρι το 2050, εφόσον οι χώρες συνεχίσουν να ρυπαίνουν, να εκπέμπουν αέρια θερμοκηπίου (ΑτΘ) και να καταστρέφουν τα φυσικά οικοσυστήματα.
GEO-7: οι επισημάνσεις
Καταστροφικοί καύσωνες. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ,) που υπερθερμαίνουν τον πλανήτη, έως το 2050 αναμένεται να αυξηθούν σε 75 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως – ένα άλμα σχεδόν +50% από τα τρέχοντα επίπεδα.
Εξορυκτικές δραστηριότητες φυσικών πόρων. Μέχρι το 2050 εκτιμάται ότι θα αφαιρούνται από το γήινο υπόστρωμα 165 δισεκατομμύρια τόνοι πρώτων υλών ετησίως, δηλαδή αύξηση πάνω από το 60% από το 2020.
Οικονομική παρακμή. Έως το 2050 το παγκόσμιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 4% ετησίως. Καθώς η θερμοκρασία θα αυξάνεται και η περιβαλλοντική κρίση θα βαθαίνει, το ποσοστό συρρίκνωσης μέχρι το 2100 θα αυξηθεί στο εκρηκτικό +20%.
Ατμοσφαιρική ρύπανση. Η μελέτη GEO-7 προβλέπει ελαφρά πτώση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης έως το 2050, με αυξημένη όμως την αστικοποίηση, που σημαίνει ότι ο απόλυτος αριθμός των ανθρώπων που θα εκτίθενται σε ατμοσφαιρικούς ρύπους θα έχει αυξηθεί. Μέχρι το 2050, 4,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα εισπνέουν υψηλές δόσεις μικροσωματιδίων του επικίνδυνου ρύπου PM2,5.
Απώλεια οικοσυστημάτων. Ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα δασών, τυρφώνων και άλλων φυσικών χώρων θα χάσει ο πλανήτης. Αυτό θα οφείλεται στην επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων που απαιτούνται για τη διατροφή ενός αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού με προτίμηση για το κρέας. Λόγω της απώλειας οικοσυστημάτων, η μέση αφθονία (πληθυσμός) ειδών του πλανήτη αναμένεται να μειωθεί κατά 3%.
Πλημμύρες και ξηρασίες. Η κλιματική αλλαγή, αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, θα εκθέσει περίπου 1,1 δισεκατομμύρια παραπάνω ανθρώπους σε έντονες βροχοπτώσεις, ενώ 900 εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι θα εκτεθούν έως το 2050 σε έντονη ξηρασία. Αυτή η εξέλιξη θα ωθήσει έως το 2040 132 εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια και να θέσει άλλα 24 εκατομμύρια ανθρώπους σε κίνδυνο πείνας.
Σημεία καμπής (tipping points). Η μελέτη προειδοποιεί ότι ο πλανήτης προσεγγίζει επικίνδυνα σε μια σειρά από ανώτατα περιβαλλοντικά όρια, από τα οποία μπορεί να μην υπάρξει επιστροφή. Τα στρώματα πάγου της Γροιλανδίας και της Δυτικής Ανταρκτικής κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, προκαλώντας άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 10 μέτρα. Η απόψυξη του μόνιμου πάγου (permafrost) θα μπορούσε να απελευθερώσει τεράστιες ποσότητες μεθανίου, ενός ισχυρού αερίου του θερμοκηπίου, εντείνοντας την υπερθέρμανση του πλανήτη.
Η μελέτη καταλήγει: «Η Γη βρίσκεται αντιμέτωπη λόγω της σύγκλισης πολλαπλών, ανθρωπογενών, περιβαλλοντικών κρίσεων σε άνευ προηγουμένου απειλή: κλιματικής αλλαγής, απώλειας βιοποικιλότητας, ερημοποίησης περιοχών, ρύπανσης και των αποβλήτων. Κρίσεις αλληλένδετες και αλληλοενισχυόμενες, που ωθούν τα πλανητικά συστήματα σε αχαρτογράφητη περιοχή, με αυξανόμενo τoν κίνδυνο πολλά σημεία ορόσημου να ξεπεραστούν σύντομα και ανεπίστροφα».
Φωτογραφία: Flickr
Σημειώσεις:
1. https://www.fossilfueltreaty.org/conference
2. https://www.unep.org/resources/global-environment-outlook-7





