Σύγχρονη, ελληνική, γυναικεία ποίηση στην πολωνική γλώσσα

Συνέντευξη με τον βραβευμένο πολωνό μεταφραστή της γυναικείας ελληνικής ποίησης, Λέσζεκ Πάουλ

Στον πρόλογο της πρώτης αυτής ανθολογίας σύγχρονης γυναικείας ποίησης στα πολωνικά, διαβάζουμε ότι, για αρκετές δεκαετίες, στην Πολωνία, η ελληνική ποίηση μιλούσε τη φωνή του Καβάφη. Και ότι η εντύπωση ήταν ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο άξιο λόγου στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Εσείς, πώς ήρθατε σ’ επαφή με αυτές τις 19 ποιήτριες, Κική Δημουλά, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ζέφη Δαράκη, Κατερίνα Γώγου, Αθηνά Παπαδάκη, ΜαΛρία αϊνά, Παυλίνα Παμπούδη, Τζένη Μαστοράκη, Βερονίκη Δαλακούρα, Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Λιάνα Σακελλίου Σουλτς, Μαρία Κούρση, Ελένη Λιντζαροπούλου, Μαρία Τοπάλη, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, που ανθολογείτε;

Πράγματι, ενώ είχαν μεταφραστεί και εκδοθεί κάποιες ανθολογίες, ο Πολωνός αναγνώστης είχε μια περιορισμένη και απαρχαιωμένη εικόνα της ελληνικής ποίησης. Εγώ διάβασα, για πρώτη φορά, την Κική Δημουλά πριν από δώδεκα περίπου χρόνια, και ενθουσιάστηκα τόσο που αποφάσισα να τη μεταφράσω. Στην πράξη, όμως, είδα ότι ήταν πολύ δύσκολο να αποδοθεί το ιδιότυπο ύφος της, κι έτσι, σταδιακά, πήρα την απόφαση ότι έπρεπε  να την παρουσιάσω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, εξετάζοντάς την μαζί με την ποίηση των συναδέλφων της.

Στον πρόλογο της πρώτης εκείνης ανθολογίας ελληνικής ποίησης που είχε κυκλοφορήσει στην Πολωνία, αναφέρετε ότι από τους 47 ποιητές μόνον 8 ήταν γυναίκες.

Ναι, σύμφωνα με τον Μίκαελ Μπζινκόφσκι, εξαίρετο μεταφραστή του Σεφέρη και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιαγελλονίας. Στα τέλη του ’90, κυκλοφόρησε η ανθολογία Ποιήτριες της αγάπης, που περιελάμβανε 30 ποιήτριες, όμως, ούτε η επιλογή ούτε οι μεταφράσεις ήταν ικανοποιητικές. Η Ούρσουλα Κόζιολ, μεγάλη Πολωνή ποιήτρια, μού έστρεψε την προσοχή στα ποιήματα της Βερονίκης Δαλακούρα, την οποία γνώριζε προσωπικά. Όταν τα διάβασα, πείστηκα πως έπρεπε να παρουσιάσω στους Πολωνούς αναγνώστες την ελληνική γυναικεία ποίηση όχι ως «ποίηση της αγάπης», αλλά ως φωνές που παλεύουν για τον δικό τους λόγο και τη θέση τους στην κοινωνία και στη λογοτεχνία. Γνώρισα τη Δαλακούρα, που με έφερε σε επαφή με άλλες ποιήτριες  —έτσι ξεκίνησε η περιπέτειά μου.

Στο βιβλίο ανθολογούνται 19 ποιήτριες, κυρίως της γενιάς του ’70 ή της «αμφισβήτησης», όπως τη χαρακτηρίζετε. Μια μελαγχολική ποίηση;

Δεν είμαι φιλόλογος, γι’ αυτό δεν θεωρητικολογώ. Τον όρο «ποίηση της αμφισβήτησης» τον δανείστηκα από άλλους, για να παρουσιάσω το ιστορικό πλαίσιο. Πιστεύω πως γενικότερα η ελληνική ποίηση, και η μουσική, είναι βαθιά μελαγχολική, ακόμη κι όταν δεν το δείχνει.

Γενικά εστιάζετε στην γενιά του ’70, όπου συμπεριλαμβάνονται ποιήτριες όπως οι: Β. Δαλακούρα, Δ. Χ. Χριστοδούλου, Α. Παπαδάκη, Π. Παμπούδη.

Καθεμία γράφει διαφορετικά, αλλά κοιτά τον κόσμο από οπτική που ο άντρας δεν βλέπει ή που αποφεύγει. Δεν είναι μόνο το τι γράφουν αλλά και το πώς. Η Δημουλά, για παράδειγμα, ανατρέπει τη γλώσσα και τη γραμματική.

Ενώ η Ζωή Καρέλλη, προτάσσει διαφορετικό άρθρο πριν από το ουσιαστικό, προτάσσοντας έτσι και τη γυναικεία ταυτότητα: Η άνθρωπος όχι Ο  άνθρωπος.                                                                                                             Ακριβώς. Το ποίημα Η άνθρωπος είναι σαν μότο για την ανθολογία. Δεν έχουμε άλλα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, είναι σαν οδοδείκτης, δείχνει τι μας ενδιαφέρει σε αυτήν την ποίηση. Τις δεκαετίες ’70 και ’80, γεννήθηκαν πολλές σημαντικές ποιήτριες, αλλά δεν μπορούσαμε να τις συμπεριλάβουμε όλες. Άλλωστε, αυτή είναι η μεγαλύτερη ανθολογία Ελληνίδων ποιητριών που έχει εκδοθεί ποτέ παγκοσμίως. Επαναλαμβάνω, δεν μπορούμε να μιλάμε με όρους γενεαλόγησης. Η Αριστέα Παπαλεξάνδρου, για παράδειγμα,  εκτός από ποιήτρια και γραμματολόγος, γνωστή για την ιστορία της κριτικής πρόσληψης της σύγχρονης γυναικείας ποίησης, αν και γεννημένη το 1970, δεν μπορεί να ενταχτεί σε κάποια γενιά. Το ίδιο και η Τριανταφυλλίδου. Γενικά, υπάρχουν και άλλες εξαιρετικές φωνές από τις δεκαετίες ’70,’80 του ’90  —νέες και καταπληκτικές που, αναγκαστικά, δυστυχώς, παραλείφτηκαν.

Στην Εισαγωγή σας αναφέρετε την Αγγελάκη-Ρουκ, αλλά και την Κατερίνα Γώγου, η οποία πρόβαλε πάρα πολύ τη βουή της πόλης και το πολιτικό κομμάτι, και το έκανε με συγκρουσιακό τρόπο.

Η Γώγου δεν είναι η αγαπημένη μου, αλλά δεν γίνεται να μην περιλαμβάνεται  σε μια ανθολογία Ελληνίδων ποιητριών. Η Αμέλια Σαλένσκα, που αργότερα ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο, μου ζήτησε να δω τις μεταφράσεις της. Είχα ήδη μεταφράσει τη Γώγου και, προς έκπληξή μου, οι δικές της ήταν σχεδόν ίδιες με τις δικές μου! Κατάλαβα ότι μοιραζόμασταν την ίδια αίσθηση τού πώς μεταφράζεται η ποίηση. Της ζήτησα λοιπόν να συμμετέχει στην ανθολογία με τις μεταφράσεις της Τζένης Μαστοράκη.

Γράφετε στο βιβλίο ότι με τη Αμέλια Σαλένσκα, μαζί, κάνατε ουσιαστικά το εκδοτικό σας ντεμπούτο.

Διατηρώ εδώ και χρόνια ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στην ελληνική ποίηση, το μοναδικό στα πολωνικά. Δημοσιεύω, εκεί, μεταφράσεις ποιητών και ποιητριών. Η ανθολογία είναι, πράγματι, το ντεμπούτο μας, αν και είχαν προηγηθεί μεταφράσεις κυπριακής ποίησης στο περιοδικό του Πανεπιστημίου της Ζεσούβ. Επέλεξα τότε ποιήματα της Νίκης Μαραγκού, της Ρωξάνης Νικολάου, της Ευτυχίας Παναγιώτου και της Νάσας Παταπίου.

Επανέρχομαι στην Κική Δημουλά, που δεν ήταν γνωστή στην Πολωνία, και φαίνεται πως σας συγκίνησε ιδιαίτερα.

Όταν τη διάβασα, ένιωσα ότι συνομιλώ με κάποιον που βλέπει τον κόσμο όπως εγώ. Η ποίησή της λειτουργεί εξαιρετικά στα πολωνικά, αν και είναι δύσκολη στη μετάφραση. Όσοι θεωρούν τη γλώσσα της «πολύ καθημερινή» δεν καταλαβαίνουν την ποίηση. Όταν μετέφρασα το Λίγο του κόσμου, δημιούργησα ένα νέο ουσιαστικό στα πολωνικά, για να αποδώσω τον τρόπο της. Και ανακάλυψα ότι υπήρχε ήδη. Η Δημουλά, όπως και η Αγγελάκη-Ρουκ, αλλά και η Παπαδάκη, κ.ά., μέσα από τα μικρά πράγματα της καθημερινότητας, βλέπουν τη μεγάλη εικόνα. Χτίζουν μια δική τους κοσμοθεωρία. Στο Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως της Δημουλά, ο θάνατος δεν είναι απέναντι, αλλά δίπλα, κι αυτή η οπτική είναι ουσιώδης.

Το κοινό χαρακτηριστικό και των 19 ποιητριών είναι ο προσωπικός λόγος, η προσωπική έκθεση.

Ναι, αλλά και ο ιδιαίτερος τρόπος. Σε μια παρουσίαση, μια ηθοποιός διάβασε 16 ποιήματα από 16 ποιήτριες και είπε πως δεν είχε ξαναδιαβάσει κάτι παρόμοιο. Οι γυναίκες στην Πολωνία δεν μιλούν έτσι —δεν λένε τέτοια πράγματα.

Πώς μιλούν, λοιπόν, οι γυναίκες στην Πολωνία;

Η φωνή τους δεν είναι τόσο δυνατή ή ξεχωριστή. Δεν πρόκειται για κακή ποίηση, αλλά για διαφορετική οπτική. Στην εποχή του σοσιαλισμού, οι Πολωνές ήταν ανεξάρτητες, με ίσα δικαιώματα, μακριά από τον παραδοσιακό ρόλο της συζύγου ή της μητέρας. Ο θεσμός της προίκας είχε ήδη εκλείψει. Όταν είχες να πεις κάτι για το σύστημα, να συγκρουστείς, το έλεγες στο θέατρο, που ήταν σπουδαίο, ή στη λογοτεχνία. Όχι τόσο στην ποίηση. 

Η Πολωνία είχε εξαιρετικό πρωτοποριακό θέατρο, τον Γκροτόφσκι, τον Καντόρ…. Όμως θέλετε να πείτε ότι η ποίηση εξέφραζε πιο ιδιωτικές καταστάσεις, δεν είχε συγκρουστεί με το σύστημα ή ότι δεν συνδιαλεγόταν με την κοινωνία;

Η ποίηση δεν συγκρούστηκε άμεσα με το σύστημα, όπως το θέατρο ή η πεζογραφία. Ποιητές όπως ο Τσέσλαφ Μίλος ή ο Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ έθιγαν πολιτικά θέματα, ενώ οι γυναίκες στρέφονταν περισσότερο προς τα μέσα.                                                                   Η ποίηση των γυναικών ήταν πιο λυρική, εσωτερική.Η Σιμπόρσκα και η Δημουλά μιλούν για τα καθημερινά πράγματα του μικρόκοσμου, με ειρωνεία: η πρώτη είναι πιο γενική, ενώ η δεύτερη στοχεύει προς μια ανατροπή. Η Σιμπόρσκα όμως, δεν θέλει να γκρεμίσει τον κόσμο, χτισμένο πάνω σε ανδρικές αρχές και διατυπωμένο σε ανδρική γλώσσα. Αντίθετα, η Δημουλά τον γκρεμίζει  —γκρεμίζει τη γραμματική, γκρεμίζει τις ίδιες τις λέξεις.

Η γενιά του ’70 δεν αμφισβήτησε κι εκείνη την καθιερωμένη γλώσσα;

Βεβαίως. Πολλές ποιήτριες, συχνά ως διαμαρτυρία στη λογοκρισία, δημιούργησαν έναν ερμητικό, προσωπικό κόσμο. Άλλες, όπως σημειώνει ο Νίκος Δήμου στον πρόλογο της Δημουλά που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gallimard, δεν ενδιαφέρονται για τον «βιασμό» της γλώσσας —παρ’ όλα αυτά, όλες οικοδομούν μια νέα, ιδιότυπη εικόνα του κόσμου.

Η Παπαδάκη, η Δαλακούρα, η Παμπούδη;

Παρομοίως. Καθεμία είναι διαφορετική. Θα έλεγα ότι και οι δεκαεννιά ανθολογημένες ποιήτριες είναι ιδιαίτερες. Δεν συναγωνίζονται. Και αυτή η στάση κάνει την ποίησή τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. 

*Leszek Paul