Ποιο είναι το επίδικο ζήτημα, το οποίο εκκρεμούσε μέχρι πρότινος μεταξύ των δανειοληπτών που αφορά ο νόμος Κατσέλη και των funds που αγόρασαν από τις εμπορικές τράπεζες τις σχετικές απαιτήσεις προς τους εν λόγω δανειολήπτες και το οποίο εκδίκασε πρόσφατα ο Άρειος Πάγος; Η διαφορά μεταξύ των δυο πλευρών συνίστατο στον τρόπο προσδιορισμού του χρέους, επί του οποίου υπολογίζονται, στο συμφωνημένο επιτόκιο, οι τόκοι που οφείλουν να πληρωθούν κάθε μήνα μαζί με τη συμφωνημένη δόση αποπληρωμής αυτού του χρέους.
Τα μαθηματικά
Για να μην δυσκολέψουμε υπέρ το δέον το πράγμα, θα αρκεστούμε σε ένα απλό παράδειγμα: Έστω ότι έχει χορηγηθεί την 1η Ιανουαρίου ενός ορισμένου έτους ένα δάνειο 12.000 ευρώ διάρκεια ενός έτους με επιτόκιο 1% ανά μήνα. Η δανειακή σύμβαση προβλέπει 12 ισόποσες δόσεις αποπληρωμής, καθεμία από τις οποίες είναι ίση με 1.000 ευρώ και καταβάλλεται την 1η κάθε μήνα από τους επόμενους 12 μήνες, δηλαδή από την 1η Φεβρουαρίου αυτού του έτους, μέχρι και την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους. Προβλέπει επίσης ότι μαζί με καθεμία από αυτές τις δόσεις πληρώνονται και οι σχετικοί τόκοι. Για να υπολογιστούν αυτοί οι τόκοι που οφείλουν να πληρώνονται κάθε 1η του μήνα και για 12 διαδοχικούς μήνες, πρέπει να είναι γνωστά το επιτόκιο και το κεφάλαιο, επί του οποίου υπολογίζονται αυτοί οι τόκοι. Το επιτόκιο είναι γνωστό. Είναι το επιτόκιο που προβλέπει η δανειακή σύμβαση. Το κεφάλαιο; Πώς υπολογίζεται την 1η καθενός από τους διαδοχικούς 12 μήνες αυτό το κεφάλαιο; Ας δούμε λοιπόν πώς. Ποιο είναι το ποσό, το οποίο χρωστάει ο δανειολήπτης την 1η Φεβρουαρίου και επί του οποίου πρέπει να υπολογιστούν, για δεδομένο επιτόκιο 1% τον μήνα, οι τόκοι για τον παρελθόντα μήνα Ιανουάριο; Προφανώς είναι ίσο με 12.000 ευρώ. Έτσι λοιπόν οι τόκοι του Ιανουαρίου είναι (12.000 x 0,01 =) 120 ευρώ και η συνολική πρώτη δόση είναι (1.000 + 12 =) 1.120 ευρώ.
Και τι έχει να πληρώσει ο δανειολήπτης την 1η Μαρτίου σε τόκους και χρεολύσιο; Το χρεολύσιο είναι όπως και πριν ίσο με 1.000 ευρώ. Οι τόκοι υπολογίζονται όπως και κατά την καταβολή της προηγούμενης δόσης. Το ύψος τους καθορίζεται, για το δεδομένο επιτόκιο, από το οφειλόμενο ποσό. Ποιο είναι λοιπόν το οφειλόμενο την 1η Μαρτίου ποσό. Προφανώς είναι ίσο με το δανεισμένο ποσό των 12.000 ευρώ μειωμένο κατά 1.000 που πληρώθηκαν την 1η Φεβρουαρίου για την αποπληρωμή του, δηλ. είναι ίσο με 11.000 ευρώ.
Έτσι την 1η Απριλίου αυτό το ποσό είναι ίσο με 10.000 ευρώ, την 1η Μαϊου ίσο με 9.000 ευρώ, την 1η Ιουνίου με 8.000 ευρώ, την 1η Ιουλίου με 7.000 ευρώ, την 1η Αυγούστου με 6.000 ευρώ, την 1η Σεπτεμβρίου με 5.000 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου με 4.000 ευρώ, την 1η Νοεμβρίου με 3.000 ευρώ, την 1η Δεκεμβρίου με 2.000 ευρώ, την 1η Ιανουαρίου με 1.000 ευρώ. Την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους ο δανειολήπτης με την τελευταία δόση εξοφλεί το δάνειο.
Η άποψη των funds
Τα funds έχουν διαφορετική άποψη, την οποία και επιβάλλουν. Σύμφωνα με αυτήν ο δανειολήπτης οφείλει, παρά τις μηνιαίες αποπληρωμές κάθε 1η του μήνα, ολόκληρο το δανεισμένο ποσό. Έτσι οι μηνιαίοι τόκοι υπολογίζονται όχι στα ποσά 12.000, 11.000 … 1.000, αλλά κάθε φορά στο ποσό των 12.000 ευρώ.
Ποια είναι τα μη οφειλόμενα ποσά, στα οποία τα funds υπολογίζουν και εισπράττουν κάθε μήνα τόκους από τον δανειολήπτη; Αυτά τα ποσά είναι τα εξής: Την 1η Μαρτίου 1.000 ευρώ, την 1η Απριλίου 2.000 ευρώ, την 1η Μαϊου 3.000 ευρώ την 1η Ιουνίου 4.000 ευρώ, την 1η Ιουλίου 5.000 ευρώ, την 1η Αυγούστου 6.000 ευρώ, την 1η Σεπτεμβρίου 7.000 ευρώ, την 1η Οκτωβρίου 8.000 ευρώ, την 1η Νοεμβρίου 9.000 ευρώ, την 1η Δεκεμβρίου 10.000 ευρώ και την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους 11.000 ευρώ. Συνολικά, όπως μπορεί να υπολογίσει κανείς προσθέτοντας τα παραπάνω ποσά, 66.000 ευρώ.
Τα funds εισπράττουν λοιπόν από τον δανειολήπτη μη οφειλόμενους τόκους ύψους (66.000 x 0,01=) 660 ευρώ.
Συνιστά αυτή η πρακτική των funds αδίκημα; Αν ναι, τότε πότε παραγράφεται; Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό το ζήτημα δεν είναι χωρίς σημασία. Σε κάθε περίπτωση όμως συνιστά (αναγκαστική;) είσπραξη μη χρεωστούμενων ποσών.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου
Η σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως μας είναι γνωστή από τα ΜΜΕ, διαπιστώνει ότι αυτά τα ποσά πληρωμής τόκων που καταβλήθηκαν από τους δανειολήπτες στα funds θα πρέπει, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, να επιστραφούν από τα funds στους δανειολήπτες. Πώς, πότε, εντόκως ή μη ‒αυτό δεν καθορίζεται.
Επίσης, η απόφαση δεν αφορά όλους τους δανειολήπτες, των οποίων δάνεια κατέχουν τα funds, αλλά μόνο εκείνους του νόμου Κατσέλη. Ακριβέστερα: Δεν αφορά όσους υπάγονταν κάποτε, αλλά όχι πια στον νόμο Κατσέλη, επειδή οι δανειακές συμβάσεις τους έχουν λήξει ή έχουν για κάποιο λόγο λυθεί. Αφορά μόνον όσους υπάγονται τώρα στον νόμο Κατσέλη και συγκεκριμένα τούς αφορά από τη στιγμή που υπάχθηκαν σε αυτόν (έτσι που αυτή η απόφαση ισχύει για αυτούς τρόπον τινά «αναδρομικά») και για όσο διάστημα θα υπάγονται σε αυτόν τον νόμο. Δεν γνωρίζουμε με ποιο σκεπτικό εξαιρέθηκαν οι υπόλοιποι. Αν η παραπάνω πρακτική των funds συνιστά αδίκημα και αν αυτό δεν έχει παραγραφεί, τότε γιατί ένα μέρος των αδικηθέντων δεν δικαιούνται επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων από τα funds;
Την παραπάνω πρακτική δεν την εφηύραν τα funds. Ως γνωστόν την ασκούσαν και εξακολουθούν να την ασκούν οι εμπορικές τράπεζες. Γιατί η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ισχύει και για αυτές; Δεν θα έπρεπε να ισχύει; Ασφαλώς! Δεν ισχύει όμως. Διότι ο Άρειος Πάγος στην αιτιολόγηση της απόφασής του διευκρινίζει ότι αυτή αφορά μόνον στην οικονομική δραστηριότητα των funds και όχι στις χρηματοπιστωτικές και τραπεζικές πρακτικές. Και γιατί όχι και για αυτές τις τελευταίες; Μα προφανώς επειδή αυτές οι τελευταίες αποτελούν ένα άλλο caucus, μια άλλη περίπτωση. Η καζουιστική δεν πρόσφερε κάποτε μόνο στην Καθολική Εκκλησία καλές υπηρεσίες.
Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε ο αρμόδιος υπουργός κύριος Πιερακάκης. Εισηγήθηκε νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει ότι η πληρωμή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων από τα funds στους δανειολήπτες θα γίνει στα τρία τελευταία χρόνια πριν τη λήξη της δανειακής σύμβασης του δικαιούχου.
Εδώ συμβαίνουν μερικά αξιοθαύμαστα πράγματα. Γνωρίζουμε ότι σε σύγχρονα συντάγματα ορισμένα άρθρα προβλέπουν την ψήφιση ειδικών, των λεγόμενων εκτελεστικών νόμων, οι οποίοι ρυθμίζουν τα της εφαρμογής των. Αυτά τα άρθρα ισχύουν βέβαια, αλλά δεν έχουν καμία εφαρμογή, όσο δεν ψηφίζονται οι σχετικοί εκτελεστικοί νόμοι. Εδώ έχουμε μια απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου, η οποία ισχύει βέβαια, δεν εκτελείται όμως χωρίς την ψήφιση ενός μη προβλεπόμενου από την ίδια νόμου που ρυθμίζει τα της εφαρμογής της ή έτσι τουλάχιστον κρίνει ένας κατ’ ιδίαν εκτίμησιν αρμόδιος υπουργός. Στο ίδιο πνεύμα, ένας καθ’ ύλη αρμόδιος δικηγόρος εξέφρασε δημόσια την ευχή το δικαστήριο να προβλέπει με την απόφασή του και πρόστιμα για την πιθανή μη εκτέλεση της απόφασής του από τα funds.
Φαίνεται σαν να μην υπάρχουν γενικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν την εκτέλεση αποφάσεων των ανωτάτων δικαστηρίων. Αλλά ότι κάθε συγκεκριμένη απόφαση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια ενός υπουργού να φροντίσει το Κοινοβούλιο να ψηφίσει έναν σχετικό νόμο που ρυθμίζει τα της εκτέλεσής της. Η καζουιστική κατά την απόδοση δικαιοσύνης συμπληρώνεται από την καζουιστική της εκτελεστικής λειτουργίας της εξουσίας. Της προσοχής του προσεκτικού παρατηρητή δεν διαφεύγει βέβαια ότι οι δυο πρακτικές διέπονται, παρά τον καζουιστικό χαρακτήρα τους, από μια γενική αρχή, στην οποία οφείλεται και η μόλις αναφερθείσα συμπληρωματικότητά τους: Δικαιοσύνη και εκτελεστική λειτουργία έχουν κατανόηση για τα συμφέροντα των funds και των τραπεζών και καμία για τα δικαιώματα των δανειοληπτών.
Φωτο: Rudy and Peter Skitterians / Pixabay





