Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ούτε οι διακηρύξεις σας το κράτος δικαίου

φωτογραφία: (ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΑΠΑΝΗΣ/EUROKINISSI)

Η κυβερνητική επίκληση του «κράτους δικαίου» έχει πάψει προ πολλού να περιγράφει μια υπαρκτή θεσμική συνθήκη. Λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής κάλυψης της κυβέρνησης, όπως φάνηκε και από την τελευταία ομιλία του Πρωθυπουργού στη Βουλή. Όχι γιατί δεν υπάρχουν θεσμοί, αλλά γιατί η ίδια η έννοια χρησιμοποιείται επιλεκτικά, εκεί που εξυπηρετεί και φυσικά αποσύρεται εκεί που ενοχλεί.


Το βασικό ερώτημα σε μια δημοκρατία είναι απλό: ποιος ελέγχει την εξουσία όταν αυτή παρεκκλίνει; Στη σημερινή συγκυρία, αυτό το ερώτημα δεν απαντάται. Παρακάμπτεται.


Η υπόθεση των υποκλοπών είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα. Δεν πρόκειται μόνο για μια παραβίαση δικαιωμάτων, αλλά για μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας: τη σχέση μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και μηχανισμών παρακολούθησης. Και όμως, αντί για πλήρη διαλεύκανση, υπήρξε μια διαρκής μετατόπιση: από την ουσία στη διαδικασία, από την ευθύνη στη νομιμοφάνεια. Παραιτήσεις υπήρξαν, αλλά η πολιτική ευθύνη δεν αποκρυσταλλώθηκε ποτέ με τρόπο που να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη. Το κρίσιμο ερώτημα, ποιος έδωσε εντολή και με ποια θεσμική εγγύηση, έμεινε μετέωρο.


Στα Τέμπη, η εικόνα ήταν διαφορετική μόνο ως προς τη μορφή. Εκεί δεν είχαμε μια «αόρατη» λειτουργία του κράτους, αλλά μια τραγικά ορατή κατάρρευση. Ένα σιδηροδρομικό σύστημα χωρίς επαρκή ασφάλεια, χωρίς πλήρη σηματοδότηση, με προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν. Και πάλι, η αντίδραση δεν ήταν η άμεση και σαφής ανάληψη πολιτικής ευθύνης, αλλά η διάχυση της: «λάθη», «παθογένειες», «διαχρονικά προβλήματα». Σ’ άλλες χώρες θα μιλούσαμε τώρα για κατάρρευση πολιτικής ηγεσίας.


Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το πρόβλημα είναι λιγότερο θεαματικό αλλά εξίσου ενδεικτικό. Ένας οργανισμός που διαχειρίζεται ευρωπαϊκούς πόρους με τεράστια σημασία για τον πρωτογενή τομέα, λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η τυπική συμμόρφωση συνυπάρχει με ελλείμματα ελέγχου. Το αποτέλεσμα είναι ένα γνώριμο σχήμα για την ελληνική κοινωνία: όλα φαίνονται «εντός διαδικασιών», αλλά λίγα πείθουν ότι υπάρχει ουσιαστική λογοδοσία.


Αν προστεθούν και άλλες περιπτώσεις όπως η διαχείριση φυσικών καταστροφών με επαναλαμβανόμενες αστοχίες (περίπτωση Daniel), το έγκλημα στην Πύλο κ.α διαμορφώνεται ένα συνεκτικό μοτίβο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Πρόκειται για μια σταθερή στρατηγική της δεξιάς να παράγει σημειολογικά σχήματα όταν η εξουσία πρέπει να ελεγχθεί.
Αντί να λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης και διαύγειας, η πολιτική γλώσσα λειτουργεί όλο και περισσότερο ως μηχανισμός απορρόφησης της κριτικής. Η «πρόοδος» αντικαθιστά την αξιολόγηση. Οι «μεταρρυθμίσεις» αντικαθιστούν τη λογοδοσία. Η «κανονικότητα» γίνεται επιχείρημα εναντίον της όποιας καταγγελίας και αμφισβήτησης από την αντιπολίτευση.


Αυτό ακριβώς είχαν επισημάνει ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ: μια μορφή εξουσίας που δεν καταργεί τη λογική, αλλά τη χρησιμοποιεί για να αφοπλίσει την κριτική. Η επίκληση δεδομένων, διαδικασιών και «αντικειμενικών» κριτηρίων δεν οδηγεί απαραίτητα σε μεγαλύτερη διαφάνεια. Μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασάφεια, όταν αποσυνδέεται από την πολιτική ευθύνη. Οι πολίτες βλέπουν ότι τα μεγάλα ζητήματα δεν οδηγούν σε καθαρές απαντήσεις, και η λογοδοσία μοιάζει επιλεκτική ή ανεπαρκής. Έτσι η δυσπιστία διογκώνεται και επεκτείνεται στην έννοια των θεσμών συνολικά. Και σε αυτό το κενό, εμφανίζονται πιο απλοϊκές, πιο επιθετικές μορφές πολιτικής ρητορικής, που εκμεταλλεύονται την απογοήτευση. Η ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν προκύπτει στο κενό. Τροφοδοτείται από αυτήν ακριβώς την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέγονται και σε αυτά που βιώνονται. Όταν το κράτος δικαίου παρουσιάζεται ως δεδομένο ενώ η εμπειρία δείχνει το αντίθετο, τότε η ίδια η έννοια χάνει την αξιοπιστία της.


Γι’ αυτό το ερώτημα παραμένει, πιο πιεστικό από ποτέ: Εσείς που ποδοπατάτε κάθε μέρα το κράτος δικαίου, θα μιλήσετε για αυτό;