Συνέντευξη με τον καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Ισλανδίας στο Ρέικιαβικ, Θόρβαλντουρ Γκίλφασον
Αφίσα υπέρ του «Όχι» στο δημοψήφισμα
Διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις, οι Ισλανδοί με 52,8% απέρριψαν στο δημοψήφισμα του Σαββάτου την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ισλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τον Θόρβαλντουρ Γκίλφασον, μιλάμε για την επικράτηση του «Όχι», τα επιχειρήματα που πρόβαλε η πλευρά του «Ναι», και την επόμενη ημέρα.

Γιατί η Ισλανδία αποφάσισε να επανεξετάσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να κάνει δημοψήφισμα;
Επειδή το 2024 ήρθε στην εξουσία μια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση. Το 2009, μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008, το ισλανδικό Kοινοβούλιο υπέβαλε αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ένα νέο ευρωσκεπτικιστικό κοινοβούλιο έθεσε στον πάγο το 2013 χωρίς να αποσύρει την αρχική αίτηση. Το 2025, η Ούρσουλα φαν ντερ Λάιεν, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναγνώρισε επίσημα ότι η αίτηση της Ισλανδίας εξακολουθούσε να ισχύει και ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να συνεχιστούν χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Η κυβέρνηση επέλεξε να συμβουλευτεί τον ισλανδικό λαό με δημοψήφισμα πριν συνεχίσει τις ημιτελείς διαπραγματεύσεις, από το 2009-2013, για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως από νομική άποψη, το δημοψήφισμα δεν ήταν απαραίτητο.
Ποιος πιστεύεις ότι ήταν ο σημαντικότερος λόγος για την επικράτηση του «Όχι»;
Με απλά λόγια, αυτή ήταν ουσιαστικά μια επανάληψη της συζήτησης για το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2016. Ξοδεύοντας πολλά και ανεξέλεγκτα χρήματα η πλευρά του «Όχι» διέδιδε κάθε είδους παραπληροφόρηση, και πολλοί ψηφοφόροι πήγαν σε αυτήν. Και ο Νάιτζελ Φάρατζ ήταν ο πρώτος ξένος πολιτικός που συνεχάρη τους νικητές.
Πώς εξηγείς το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της ισλανδικής κοινωνίας δεν επιθυμεί τη βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;
Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της πλευράς του «Ναι», η πλευρά του «Όχι» δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα ότι η Ισλανδία μπορεί να θέσει υπό έλεγχο τον πληθωρισμό και τα επιτόκια χωρίς να υιοθετήσει το ευρώ. Επιπλέον, οι ολιγάρχες στον αλιευτικό κλάδο, οι οποίοι κρατούν τα βιβλία τους και πωλούν τα ψάρια τους σε ευρώ, θέλουν να μπορούν να πληρώνουν τους εργαζομένούς τους σε ισλανδικό νόμισμα, το οποίο από το 1939 έχει χάσει το 99,95% της αξίας του σε σχέση με το μητρικό νόμισμα της Δανίας. Οι ολιγάρχες αυτοί, μία μικρή αλλά ισχυρή ελίτ νεόπλουτων Ισλανδών με προνομιακή πρόσβαση στα πλούσια αλιευτικά πεδία της Ισλανδίας, έχουν λόγους να φοβούνται ότι θα ήταν πιο δύσκολο για αυτούς να διατηρήσουν τα προνόμιά τους εάν η Ισλανδία γινόταν πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσής. Επίσης, οι ολιγάρχες της αλιευτικής βιομηχανίας κατέχουν τη μοναδική εναπομείνασα έντυπη ημερήσια εφημερίδα, η οποία αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια για το «Όχι». Επιπλέον, με την ένταξη, οι εργοδότες της Ισλανδίας θα δυσκολευτούν περισσότερο να διατηρήσουν τα ολιγοπώλιά τους, και ούτω καθεξής. Πιστεύω ότι αναγνωρίσατε το πλαίσιο. Επιτρέψτε μου όμως να είμαι ειλικρινής. Η Ελβετία, αν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιθανότατα θα δυσκολευόταν πολύ να διατηρήσει τους νόμους περί τραπεζικού απορρήτου.
Οι ψηφοφόροι του «Ναι» βλέπουν την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ασπίδα πολιτικής, οικονομικής και εμπορικής προστασίας έναντι των βλέψεων των ΗΠΑ και της συνεχιζόμενης επιθετικότητας του Τραμπ;
Η πλευρά του «Ναι» τόνισε, ορθώς, ότι το δημοψήφισμα αφορούσε μόνο το αν θα επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις, και η κυβέρνηση υποσχέθηκε να γίνει ένα νέο δημοψήφισμα για την τελική συμφωνία, εάν μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία. Η πλευρά του «Όχι» ισχυρίστηκε ότι το δημοψήφισμα αφορούσε στην πραγματικότητα την ένταξη. Η ψήφος στο «Όχι» είχε ως στόχο να στερήσει σε εμάς τους υπόλοιπους τη δυνατότητα να δούμε τι είδους συμφωνία θα μπορούσε να διαπραγματευτεί. Η πλευρά του «Ναι» έδωσε έμφαση κυρίως σε οικονομικά και πολιτικά επιχειρήματα, συμπεριλαμβανομένης της σημασίας του να έχουμε μια θέση στο τραπέζι των αποφάσεων παρά να ρισκάρουμε να βρεθούμε προ τετελεσμένου. Η πλευρά του «Όχι» δήλωσε ότι η πλήρης ένταξη θα συνεπαγόταν τη θυσία της κυριαρχίας μας. Γι’ αυτούς η μοιρασιά σημαίνει θυσία. Αντίθετα, η πλευρά του «Ναι» τόνισε ότι μια θέση στο τραπέζι των αποφάσεων θα ενίσχυε την κυριαρχία δίνοντας στην Ισλανδία λόγο στους νόμους και τους κανονισμούς που η συμμετοχή μας στον Ευρωπαϊκού Οικονομικό Χώρο (σημ: είναι η συμφωνία που επεκτείνει την κοινή αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρεις χώρες που δεν είναι μέλη, τη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν) μας υποχρεώνει να υιοθετήσουμε. Τα γεωπολιτικά επιχειρήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανησυχιών για τις απειλές των ΗΠΑ στη Γροιλανδία και την εμφανώς αποδυναμωμένη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, δεν ήταν εμφανή στις συζητήσεις, αλλά αναμφίβολα ήταν στο μυαλό πολλών ψηφοφόρων. Είμαι βέβαιος ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Ρωσίας χαιρετίζουν τη νίκη του «Όχι», ακόμη και αν δεν έχουν κάνει συγχαρητήριες δηλώσεις.
Ποια προβλήματα πιστεύεις ότι είναι πιθανό να αντιμετωπίσει η Ισλανδία στο μέλλον λόγω της μη ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Εάν η Νορβηγία υποβάλει αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το δικό της καλό, καθώς και προς όφελος της Ευρώπης, κυρίως για γεωπολιτικούς λόγους, τότε η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν θα μείνουν οι μόνες χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που δεν θα είναι μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιθανότατα, ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος θα έπαυε να λειτουργεί λόγω έλλειψης κεφαλαίων και εξωτερικού ενδιαφέροντος, αποδυναμώνοντας τη θέση της Ισλανδίας χωρίς εξωτερική βοήθεια. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ισλανδία θα μπορούσε γρήγορα να αλλάξει γνώμη αντί να μείνει στο κρύο σχεδόν μόνη της. Αλλά ανεξάρτητα από το αν η Νορβηγία καθυστερήσει ή όχι, τόσο η Ισλανδία όσο και η Νορβηγία αντιμετωπίζουν νέους κινδύνους για την ασφάλειά τους, λόγω του παρατεταμένου πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Οι Ισλανδοί και οι Νορβηγοί θα πρέπει να έχουν υπόψη τους το ρητό: «Είναι καλύτερο να δίνεις παρά να παίρνεις». Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται και τις δύο χώρες ως πλήρη μέλη.





