Συνέντευξη με τη συγγραφέα Καταρίνα Φόλκμερ
Η Καταρίνα Φόλκμερ έγινε ευρύτερα γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μέσα από το μυθιστόρημά της Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί (μτφ. Δημήτρης Καρακίτσος, εκδ. Ποταμός, 2024). Στο έργο αυτό, αξιοποιώντας έναν καυστικό και σατιρικό λόγο, πραγματεύεται ζητήματα ταυτότητας, εθνικής και έμφυλης, τη σχέση του υποκειμένου με το σώμα του, καθώς και το βάρος της ενοχής που συνδέεται με τη γερμανική της καταγωγή. Παράλληλα, διερευνά την πατριαρχική συγκρότηση της κοινωνίας και του πολιτισμού, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο η ανδρική οπτική διαμορφώνει και νομιμοποιεί την αντίληψη του κόσμου.
Στο μεταγενέστερο μυθιστόρημά της Wonderfuck (μτφ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, εκδ. Στερέωμα, 2024) ανιχνεύεται η θεματική συνέχεια των ανωτέρω προβληματισμών, ενώ παράλληλα η συγγραφέας διευρύνει το πεδίο της εστίασής της, εντάσσοντας ζητήματα όπως η υπαρξιακή μοναξιά, η αποδοχή του σώματος, η κοινωνική ένταξη των μεταναστών στη χώρα υποδοχής, η διαλεκτική σχέση εικόνας και κοινωνικής τάξης, καθώς και οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού.
Πρόσφατα είχαμε τη χαρά να την παρακολουθήσουμε στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας Αθήνας, όπου συμμετείχε ως καλεσμένη.

Για το μυθιστόρημά σας Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί επιλέξατε τη μορφή του μονολόγου, ενώ το Wonderfuck είναι γραμμένο σε πεζό λόγο. Ποιο αφηγηματικό ύφος ήταν πιο απαιτητικό;
Η συγγραφή ενός μονολόγου μού φάνηκε πιο φυσική. Μόλις βρήκα τη φωνή (ή η φωνή με βρήκε), ήταν απλώς θέμα να της επιτρέψω να με οδηγήσει. Παρ’ όλα αυτά, για μένα το Στον γιατρό περιέχει και στοιχεία διαλόγου, κάτι που με βοήθησε όταν έγραφα το Wonderfuck. Το δεύτερο ήταν πιο απαιτητικό ως προς τη δομή, αλλά και λόγω των διαλόγων. Ανησυχούσα για το πώς θα τους γράψω, επειδή δεν είμαι φυσικός ομιλητής της γλώσσας. Τελικά, έγιναν το πιο απολαυστικό κομμάτι της συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος και αποδείχθηκε ότι οι φόβοι μου ήταν αβάσιμοι.
Στο μυθιστόρημά σας Στον γιατρό γράφετε ότι οι Γερμανοί δεν μπορούν να ξεφύγουν από το παρελθόν τους. Πώς βιώνετε προσωπικά τη «γερμανική ενοχή» που συνδέεται με το Ολοκαύτωμα;
Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη ερώτηση και δεν υπάρχει αρκετός χώρος εδώ για να απαντηθεί πλήρως. Πιστεύω ότι, ως Γερμανούς, το παρελθόν μας συνεχίζει να μας διαμορφώνει: τη γλώσσα που μιλάμε, τη χώρα που βλέπουμε, το πώς σχετιζόμαστε με άλλα έθνη κτλ. Η δική μου γενιά δεν ήταν υπεύθυνη για τη Σοά, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε την ευθύνη να θυμόμαστε ότι αυτό είναι κάτι για το οποίο είναι ικανός ο άνθρωπος. Σκέφτομαι συχνά τι χρειάζεται για να μην είναι κανείς ικανός για κάτι τέτοιο, οπότε αυτό είναι πάντα το σημείο εκκίνησής μου. Η φρίκη για την οποία είμαστε ικανοί. Αυτό είναι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε.
Δίνοντας μια εντελώς διαφορετική σημασία σε αυτή τη συγκεκριμένη δήλωση στο βιβλίο σας, νιώθουν οι νέοι Γερμανοί συγγραφείς ότι συγκρίνονται με τη λογοτεχνική παράδοση των μεγάλων μορφών του παρελθόντος;
Δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Έφυγα από τη Γερμανία πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια και δεν παρακολουθώ όσο θα έπρεπε τη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή εκεί. Γι’ αυτό δεν γνωρίζω πολλά για το πού τοποθετούνται αυτοί οι συγγραφείς σε σχέση με τον λογοτεχνικό μας κανόνα, αλλά, όπως συμβαίνει με κάθε κανόνα, ελπίζω ότι τον αμφισβητούν.
Θα ήθελα να μιλήσουμε για τη διαμόρφωση του εαυτού. Αρχικά, για τη σύνδεσή του με τη γλώσσα: τι σημαίνει για εσάς η επιλογή να γράφετε σε άλλη γλώσσα από τη μητρική σας;
Το βρίσκω απελευθερωτικό να γράφω σε μια γλώσσα που έμαθα, σε αντίθεση με μια γλώσσα στην οποία γεννήθηκα. Είναι επίσης ένας δημιουργικός περιορισμός με τον οποίο μου αρέσει να δουλεύω. Θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε να φύγει από τη χώρα του και να προσπαθήσει να μιλήσει μια άλλη γλώσσα, έστω και για κάποιο διάστημα. Αλλάζει τα πάντα.
Και στα δύο μυθιστορήματά σας εξερευνάτε τη φυσική εμφάνιση ως μορφή κατασκευής. Ποιος είναι ο ρόλος του καπιταλισμού σε αυτό;
Νομίζω ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να κανονικοποιεί ορισμένες μορφές εμφάνισης, ενώ άλλες είναι λιγότερο αποδεκτές (σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη σχεδόν πλήρη απουσία υπέρβαρων σωμάτων από τη δημοφιλή κουλτούρα). Μου φαίνεται εντυπωσιακό πόσο εύκολο είναι να προκαλέσεις τους ανθρώπους με την εμφάνισή σου, και στα δύο μου μυθιστορήματα προσπάθησα να εξερευνήσω τι συμβαίνει όταν αποφασίζεις να αναδείξεις ένα σώμα που δεν λειτουργεί με τρόπους εγκεκριμένους από την κοινωνία. Είτε αποδομώντας τις έννοιες της θηλυκότητας και αγκαλιάζοντας τη σωματική τροποποίηση, όπως στο Στον γιατρό, είτε με πρόσωπα υπέρβαρα και «ανεπιτυχή», όπως στην περίπτωση του Τζίμι στο Wonderfuck.
Ο Τζίμι στο Wonderfuck χρησιμοποιεί το κόκκινο κραγιόν της μητέρας του για να δημιουργήσει μια ελκυστική εικόνα του εαυτού του. Ποια είναι η άποψή σας για τα προϊόντα καλλωπισμού και πώς τα συνδέετε με τον φεμινισμό;
Πρόκειται για μια τεράστια βιομηχανία που επωφελείται κάνοντας τους ανθρώπους να νιώθουν μικροί ή δίνοντάς τους την εντύπωση ότι αυτά τα προϊόντα είναι η απάντηση στα προβλήματά τους (συχνά προσπαθούμε να λύσουμε τα προβλήματά μας με προϊόντα), κάτι που με κάνει πολύ επιφυλακτική απέναντί τους. Κανείς δεν θα έπρεπε να νιώθει ότι δεν μπορεί να βγει από το σπίτι χωρίς μακιγιάζ ή να εξαρτάται από την επιβεβαίωση που αυτά τα προϊόντα φαίνεται να υπόσχονται. Έχω εδώ και καιρό αποφασίσει να πορεύομαι στη ζωή με το πρόσωπό μου όπως είναι – δεν νομίζω ότι είναι και τόσο σημαντικό.
Ζείτε και εργάζεστε στο Λονδίνο. Ποια είναι η αίσθηση και η άποψή σας για το πώς η αποικιοκρατία αντικατοπτρίζεται στη σύγχρονη βρετανική κουλτούρα και συμπεριφορά;
Άλλη μια μεγάλη ερώτηση. Ας πούμε απλώς ότι έχουν ξεκινήσει τη συζήτηση, κι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα. Υπάρχουν πλέον άνθρωποι, όπως ο ιστορικός Ντέιβιντ Ολουσόγκα, που κάνουν εξαιρετική δουλειά προσπαθώντας να εκπαιδεύσουν το κοινό σχετικά με την αποικιακή ιστορία, και ο δημόσιος διάλογος είναι πιο προχωρημένος σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μπροστά και δεν υπάρχει αυτή η καθολική αίσθηση ευθύνης που γνώριζα μεγαλώνοντας στη Γερμανία.
Και στα δύο μυθιστορήματα παρατηρούμε επίσης μια ανάγκη για επικοινωνία παράλληλα με τη μοναξιά στη σύγχρονη εποχή. Πιστεύετε ότι υπάρχει διέξοδος;
Η μοναξιά είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα για μένα. Ζω σε μια μητρόπολη με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους και, παρά τη φυσική εγγύτητα με τους άλλους, πολλοί από αυτούς είναι απελπιστικά μόνοι. Ο γερμανός φιλόσοφος Γκέοργκ Ζίμελ είχε γράψει κάποτε ότι «η άνεση απομονώνει» και πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ αληθινό. Πολλά από την τεχνολογία και τις καθημερινές υπηρεσίες που χρησιμοποιούμε κάνουν τη ζωή μας πιο αποδοτική και πιο άνετη, αλλά ταυτόχρονα και πιο μοναχική. Ίσως είναι ζήτημα αποδοχής κάποιων μορφών δυσφορίας.
Συχνά γίνεται λόγος για «γυναικεία» και «ανδρική» γραφή. Ποια είναι η άποψή σας για αυτό;
Νομίζω ότι είναι ανοησία. Προσωπικά πιστεύω ότι η έννοια του «θηλυκού» και του «αρσενικού» είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε.
Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός εμφανίζονται και στα δύο έργα σας. Πιστεύετε ότι λειτουργούν ως τρόπος αποφόρτισης δύσκολων θεμάτων ή ως μηχανισμός άμυνας και προστασίας;
Το χιούμορ είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον «ραγισμένο» κόσμο μας. Είναι κλισέ, αλλά για μένα είναι και αληθινό. Το χιούμορ είναι επίσης πολύ ισχυρό και συχνά ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσουμε δύσκολα θέματα. Αν μπορείς να κάνεις κάποιον να γελάσει με κάτι, τότε έχεις προχωρήσει πολύ.
Έχετε γράψει ή γράφετε κάποιο νέο μυθιστόρημα; Υπάρχουν νέα που θα θέλατε να μοιραστείτε με το αναγνωστικό σας κοινό;
Έχω πράγματι γράψει ένα νέο μυθιστόρημα και αναμένεται να εκδοθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο τον επόμενο χρόνο. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη διαδικασία της επιμέλειας.
Πρόσφατα επισκεφθήκατε την Ελλάδα για να συμμετάσχετε στο 1ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Αθήνας (Athens International Literature Festival, AILF). Θα μπορούσατε να μας πείτε για την εμπειρία σας; Πιστεύετε ότι τέτοιες πρωτοβουλίες προωθούν την αγάπη για το διάβασμα;
Πέρασα υπέροχα στην Αθήνα στο AILF και είμαι βέβαιη ότι τέτοιου είδους διοργανώσεις μπορούν να εμπνεύσουν τον κόσμο και να ανανεώσουν το ενδιαφέρον του για την ανάγνωση. Θυμάμαι ακόμη τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις που είχα παρακολουθήσει στο δημοτικό και στο γυμνάσιο (τότε έδιναν μεγάλη σημασία στο να φέρνουν τον πολιτισμό στο χωριό μας) και η συνάντηση με τον δημιουργό πίσω από το έργο δεν έχει χάσει ποτέ τη μαγεία της για μένα. Είναι επίσης κάτι που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη.
Φωτογραφία: Από το facebook της Καταρίνα Φόλκμερ






