Με αφορμή την έκθεση του Αλέξη Ακριθάκη Μια γραμμή κύμαστο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς

Φωτό: Από το εξώφυλλο του καταλόγου

Η ζωγραφική μου είναι μικρά διαμερίσματα:

Το καθένα απ’ αυτά κλείνει

με χρώμα της ζωής και της φύσης –

η κάθε κίνηση είναι γεμάτη ειρωνεία

γι’ αυτά που οι άνθρωποι λένε κατορθωτά

1966                                                                                                

 

 Θυμάμαι, όταν είδα για πρώτη φορά έκθεση του Αλέξη Ακριθάκη με τον παράξενο τίτλο «Τσίκι- Τσίκι», στο Μουσείο Μπενάκη το 2019, με αφορμή τότε την επέτειο των 80 χρόνων από τη γέννηση, και 25 χρόνων από το θάνατό του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου. Ο τίτλος «Τσίκι – Τσίκι» προέρχεται από τον ήχο που κάνει το πενάκι πάνω στο χαρτί, αλλά παρέπεμπε και σε παιδική εκφορά του λόγου.

Φωτο: The Estate of Alexis Akrithakis 

«Από τις πρώτες ψυχεδελικές εικόνες του Αλέξη Ακριθάκη, που αποτυπώνουν το πνεύμα της δεκαετίας του ’60, την εμβληματική «Βαλίτσα» του ’70, τις κατασκευές με λαμπάκια που αποδομούν τη ζωγραφική σε υλικά, ατμόσφαιρες και προθέσεις, τα εξπρεσιονιστικά τοπία και τα διεισδυτικά πορτρέτα έως τα σπαρακτικά τελευταία του έργα με τους τρελούς και τους τρόφιμους του «Δρομοκαϊτείου», η έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης, Μια γραμμή κύμα» αναδεικνύει την ευαισθησία ενός πολυσύνθετου καλλιτέχνη, αλλά και μια πλευρά της δημιουργικότητάς του που μέχρι σήμερα παρέμενε άγνωστη».

Φωτο: The Estate of Alexis Akrithakis 

Η έκθεση, σε επιμέλεια της Χλόης Ακριθάκη και του Αλέξιου Παπαζαχαρία, είναι η πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση του σημαντικού Έλληνα δημιουργού στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια. Μεταξύ άλλων, παρουσιάζει για πρώτη φορά στο κοινό σημαντικά έργα από ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές,  αναδεικνύοντας το εύρος μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες και ιδιοσυγκρασιακές μορφές της νεοελληνικής τέχνης.

 Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, 11 Μαΐου 1939.
Ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη και η μητέρα του καταγόταν από αστική αθηναϊκή οικογένεια. Από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, η αντισυμβατική του προσωπικότητα επηρεάζει τη ζωή του. Αποβάλλεται από τα περισσότερα σχολεία ως «επικίνδυνος ταραξίας», συχνάζει σε κύκλους μποέμ διανοουμένων και επηρεάζεται κυρίως από τον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Μακρή και από τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή.

Φωτο: The Estate of Alexis Akrithakis / Boris Kirpotin 

Φεύγει για το Παρίσι, με την πρόθεση να σπουδάσει στην Académie de la Grande Chaumière κι εκεί γνωρίζεται, μεταξύ άλλων, με τον Λεό Φερέ και τον Ζακ Μπρελ, όμως το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα για τη στρατιωτική του θητεία.

 Όπως έχει πει: «Από πολύ μικρός είχα το ψώνιο της ζωγραφικής. Ήμουνα σίγουρος πως μια μέρα θα γινόμουνα ζωγράφος. Όπως άλλα παιδιά φτιάχνουν ιστορίες με λέξεις, εγώ έφτιαχνα ιστορίες με εικόνες τη μία πλάι στην άλλη, πάνω σε μια κορδέλα χαρτί, που καμιά φορά έφτανε και τέσσερα μέτρα μάκρος».

 Δεκαέξι χρόνων «παράτησα το σχολείο κι αλήτεψα κοντά στο συγχωρεμένο Γιώργο Μακρή και τον Γιώργο Κούνδουρο». Τα ξενύχτια στο καφενείο «Βυζάντιο», τα φαινομενικά άσκοπα πήγαινε-έλα στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από δύο χρόνια γλυκόπικρης ζωής στο Παρίσι, στάθηκαν γι’ αυτόν η πρώτη μαθητεία στα μυστήρια του πραγματικά σύγχρονου κόσμου της τέχνης. Οι εμπειρίες αυτής της περιόδου (1956-60) εκφράστηκαν σε μία σειρά από πυκνά, σχεδόν αυτοματικά σχέδια, που όλα όμως «σκορπίστηκαν δεξιά κι αριστερά και χάθηκαν». Στη συνέχεια, η στρατιωτική του θητεία, όπως έχει πει, τον βοήθησε να κατανοήσει μερικές ακόμη πλευρές, έστω και αρνητικές, της ελληνικής πραγματικότητας. Ακολούθησαν άλλα τρία χρόνια ρέμπελης ζωής γεμάτης από ένα κύκλωμα άγχους-προσωρινής ευτυχίας-άγχους. «Αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κι η ασύνειδη έστω πίστη μου σε μια πιο μόνιμη ευτυχία, μ’ έκαναν να ξαναγυρίσω πεισματικά στη ζωγραφική».

Φωτο: The Estate of Alexis Akrithakis /  Χλόη Ακριθάκη

Τον Δεκέμβριο του 1965 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση, στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στον πρόλογο του καταλόγου, ο Νάνος Βαλαωρίτης έγραψε μεταξύ άλλων: «Και να επιτέλους το ανεκδιήγητο, διηγημένο σε εικόνες».

 Το 1966 έζησε ένα μεγάλο διάστημα στο σπίτι του Κώστα Ταχτσή, «μέσα σε μια ατμόσφαιρα που με βοήθησε να πιστέψω τελεσίδικα στο ριζικό μου σα ζωγράφου». Και στη συνέχεια, στο Δ. Βερολίνο, σπουδαίο κέντρο δημιουργών απ’ όλη την Ευρώπη και όχι μόνο, συνδέθηκε στενά με καλλιτέχνες, όπως ο ηθοποιός και συγγραφέας Remo Remotti, ο καλλιτέχνης Andreas Engelmann, οι δραματουργοί Richard Armitage και Αbelardo Castillo κ.α. με τους οποίους η ελεύθερη επικοινωνία μέσα στην πολιορκημένη από την Ανατολική Γερμανία πόλη τού «πρόσφερε τους πολλαπλούς ερεθισμούς, που είναι απαραίτητοι σ’ έναν καλλιτέχνη της δικής μου ιδιοσυγκρασίας». Εκεί εμπνέεται από την πολιτική επικαιρότητα, αλλά και την προσωπική του ζωή, καθώς εκεί μοιράζεται τη ζωή του με τη γυναίκα του Φώφη, ιδιοκτήτρια του φημισμένου, θρυλικού μάλλον, εστιατορίου Fofi’s και εκεί γεννιέται η κόρη του Χλόη.

 Το πιο αναγνωρίσιμο έργο του ή «η κεντρική καλλιτεχνική του δήλωση», όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι η «Βαλίτσα», μια σειρά έργων, όπου «με μια χούφτα γραμμές, ευθείες, παράλληλες, κάθετες, διαγώνιες, και δύο καμπύλες που, σύμφωνα με τον καλλιτέχνη, έρχονται από τη βυζαντινή λατρευτική αρχιτεκτονική, ο Ακριθάκης οριοθετεί τη φόρμα και την έννοια. Η βαλίτσα είναι η δική του μαρτυρία για τις δικές του περιπέτειες, τα συνεχή ταξίδια του Αθήνα – Βερολίνο, τις διακοπές ή το ταξίδι, αλλά και την τραγωδία που βιώνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες».

 «Η “βαλίτσα” κι η “γραφή” είναι η μεγέθυνση μιας λεπτομέρειας από προηγούμενα έργα, με σκοπό να γίνει ορατή και, κατά συνέπεια, αγωγός επικοινωνίας. Είναι τοπιογραφία μιας ζωής κάτω από ένα καταπιεστικό σύστημα, μα και συγχρόνως ένα ελπιδοφόρο σινιάλο».

                                                                             

* Στο Μουσειο Μπενακη Πειραιως, μέχρι τις 24 Μαΐου 2026. Πληροφορίες στο: benaki.org