Μετά από έναν ζεστό Μάη, ήρθε ο Ιούνης για να σπάσει όλα τα ρεκόρ υψηλών θερμοκρασιών στην Ευρώπη, παρότι στατιστικά αυτός ο μήνας δεν καταγράφεται ως ο θερμότερος μήνας του χρόνου. Στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και τη νότια Αγγλία, οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν κατά 5-12°C τους εποχικούς μέσους όρους, εγκαθιστώντας ένα θερμικό θόλο υψηλής ατμοσφαιρικής πίεσης.

Οι καύσωνες αποτελούν πραγματική απειλή για την ανθρώπινη υγεία και έχουν σοβαρές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2022 στην Ευρώπη έχασαν την ζωή τους εξαιτίας της υπερβολικής ζέστης περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι. Το καλοκαίρι του 2023, το οποίο ήταν συγκριτικά πιο ήπιο, καταγράφηκαν πάνω από 47.000 θάνατοι, που σχετίζονταν με τη ζέστη. Πέρυσι, ο πρώτος καύσωνας που έπληξε την Ευρώπη, επίσης στα τέλη Ιουνίου, κόστισε τη ζωή σε περίπου 2.300 ανθρώπους, σε μόλις 12 ευρωπαϊκές πόλεις.

Επιπτώσεις

Εκτός από την άμεση επίπτωση στη θνησιμότητα, η υπερβολική ζέστη επηρεάζει τα οικοσυστήματα, τις υποδομές και την καθημερινή ζωή. Η Γαλλία συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο (τον Ιούνιο καταγράφηκαν 40 θάνατοι), με κλείσιμο σχολείων, ακυρωμένες υπαίθριες εκδηλώσεις και μεγάλες καθυστερήσεις στους σιδηροδρόμους, καθώς η υπερβολική ζέστη οδηγεί σε θερμική διαστολή τις σιδηρογραμμές και διακοπές λειτουργίας των εναέριων γραμμών ηλεκτρικής ενέργειας. Ο καύσωνας ασκεί επίσης πίεση στα ευρωπαϊκά ενεργειακά συστήματα, αυξάνοντας τα προβλήματα μειωμένης ηλεκτροπαραγωγής από τους γαλλικούς πυρηνικούς σταθμούς, που ψύχονται από τους ποταμούς Ροδανό και Γκαρόν. Η Γαλλία αποτελεί σημαντικό μέρος του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης. Οι περιορισμοί στη παραγωγή εμποδίζουν την ισορροπημένη περιφερειακή κατανομή της ηλεκτρικής ενέργειας, συμβάλουν στην αύξηση στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, επιδεινώνοντας την αυξανόμενη καλοκαιρινή ενεργειακή φτώχεια της Ευρώπης.

Πρόσφατη μελέτη[1] ερευνητών από Σουηδία, Δανία, ΗΠΑ, Ολλανδία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο, αξιολόγησε τις επιπτώσεις και τον βαθμό αύξησης των πιθανοτήτων και της έντασης των φαινομένων ακραίας ζέστης, σαν συνακόλουθο αποτέλεσμα της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής στηΔυτική Ευρώπη, καταλήγοντας στα εξής συμπεράσματα:

• Στην Ευρώπη οι καύσωνες προκαλούν περισσότερους θανάτους από το σύνολο όλων των άλλων αιτιών εξωγενούς προέλευσης. Καθώς οι μέσες θερμοκρασίες συνεχίζουν να αυξάνονται, η γήρανση του πληθυσμού, το αυξανόμενο βάρος χρόνιων ασθενειών και η κοινωνικά άνιση πρόσβαση σε βιώσιμες κλιματικές συνθήκες, αυξάνουν τη συνολική ευπάθεια του πληθυσμού, ασκώντας αυξανόμενη πίεση στα συστήματα υγείας.

• Η ευπάθεια στη ζέστη αφορά στο σύνολο του πληθυσμού, πλήττει όμως ιδιαίτερα συγκεκριμένες κατηγορίες όπως, ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, και πληθυσμιακές ομάδες που αντιμετωπίζουν κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες, όπως οι άστεγοι και οι μετανάστες, αναδεικνύοντας την ανάγκη για προσαρμοστικές, εστιασμένες στην ισότητα πολιτικές θερμικής υγείας.

• Στις κλιματικές συνθήκες του 1976, χρονιά που ξεκίνησε η αυξητική πορεία των αρνητικών ρεκόρ, οι θερμοκρασίες του 2026 θα ήταν σχεδόν αδύνατο να συμβούν κατά τον μήνα Ιούνιο, και εξαιρετικά απίθανο για οποιαδήποτε άλλη εποχή του χρόνου. Το 2003, χρονιά του πρώτου μεγάλου καύσωνα αυτού του αιώνα, η ζέστη κατά τη διάρκεια της ημέρας θα ήταν, περίπου 10 φορές λιγότερο πιθανό να συμβεί από ό,τι σήμερα, ενώ οι νυχτερινές θερμοκρασίες θα ήταν 100 φορές λιγότερο.

• Σε μεγάλα τμήματα της Δυτικής Ευρώπης, η αύξηση της θερμοκρασίας τον Ιούνιο είναι ταχύτερη από οποιονδήποτε άλλο μήνα. Οι θερμότερες ημερήσιες θερμοκρασίες αυξάνονται με ρυθμό τριπλάσιο από τον αντίστοιχο ρυθμό υπερθέρμανσης του πλανήτη και οι νυχτερινές θερμοκρασίες με περίπου διπλάσιο ρυθμό.

• Η ανάλυση του δείκτη WBGT (Wet Bulb Globe Temperature) κατέδειξε ότι κατά τη διάρκεια του τελευταίου καύσωνα (18 – 29 Ιουνίου), στο 45% των ευρωπαϊκών πόλεων ξεπεράστηκαν τα θεσμοθετημένα θερμικά όρια για τους εσωτερικούς εργασιακούς χώρους. Το WBGT χρησιμοποιείται ως σύνθετος δείκτης, υγρασίας, ακτινοβολούμενης θερμότητας (όπως το άμεσο ηλιακό φως) και ανέμου, παράγοντες που επιδρούν στην ικανότητα του σώματος να ρυθμίζει την εσωτερική του θερμοκρασία μέσω της εφίδρωσης και της ανταλλαγής θερμότητας.

Τι έρχεται

Από τα τέλη του 1500, έχει καταγραφεί στον τροπικό Ειρηνικό Ωκεανό ένα ωκεανογραφικό και κλιματικό φαινόμενο, που χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες των ωκεανών, με ισχύ ικανή να διαδοθεί σε όλες τις ηπείρους. Το φαινόμενο είναι γνωστό ως Ελ Νίνιο. Συνήθως κορυφώνεται μεταξύ Νοεμβρίου και Ιανουαρίου, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και πολύ νωρίτερα.

Ο όρος «σούπερ Ελ Νίνιο», αναφέρεται σε μια ιδιαίτερα έντονη εμφάνιση του φαινομένου, όπου η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας ξεπερνά τους 2°C σε σύγκριση με τα συνήθη επίπεδα.

Υπό κανονικές συνθήκες, οι αληγείς άνεμοι ωθούν τα θερμά επιφανειακά ύδατα προς τα δυτικά, κατά μήκος του Ειρηνικού, από τη Νότια Αμερική έως την Ασία. Κατά την εξέλιξη του φαινομένου, οι άνεμοι αυτοί εξασθενούν, μετατοπίζοντας τις θέρμες υδάτινες μάζες προς τα ανατολικά, παρεμποδίζοντας την ανοδική τάση των ψυχρών μαζών προς την επιφάνεια. Η επίδραση αυτού του φαινομένου στην κλιματική ισορροπία του πλανήτη είναι σημαντική: επιδρά στην ένταση των βροχοπτώσεων και στις θερμοκρασίες παγκοσμίως. Η συχνότητα εμφάνισης του Ελ Νίνιο κυμαίνεται από τα δυο έως τα επτά χρόνια.

Σύμφωνα με το Carbon Brief οι τελευταίες προβλέψεις, υποδεικνύουν μεγάλες πιθανότητες οι συνθήκες που προξενεί το φαινόμενο Ελ Νίνιο να αναπτυχθούν και να επιμείνουν καθ’ όλη τη διάρκεια του τρέχοντος έτους.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σούπερ Ελ Νίνιο θα μπορούσε για περιορισμένο χρονικό διάστημα (προσωρινά) να ωθήσει τις παγκόσμιες θερμοκρασίες σε νέα ρεκόρ, αυξάνοντας την πιθανότητα υπέρβασης του ορίου του 1,5°C, συγκριτικά με τα προβιομηχανικά επίπεδα.

Ένα σούπερ Ελ Νίνιο ενδεχομένως να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ακραίων φαινομένων,εκτρέποντας τις τροχιές των καταιγίδων, προκαλώντας έντονες βροχοπτώσεις σε ορισμένες περιοχές και παρατεταμένες ξηρασίες σε άλλες. Τμήματα της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Αυστραλίας τείνουν να γίνουν πιο ξηρά, ενώ οι χώρες κατά μήκος της δυτικής ακτής της Νότιας Αμερικής ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες σε καταστροφικές πλημμύρες.

Δραστικά αλλάζουν επίσης και οι συνθήκες στους ωκεανούς. Η υπερθέρμανση των επιφανειακών υδάτων επηρεάζει την ανάπτυξη των βασικών θρεπτικών συστατικών για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, προκαλώντας μείωση των πληθυσμών των ψαριών και επιπτώσεις στη τροφική αλυσίδα. Οι συνέπειες μπορεί να είναι σημαντικές. Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Biological Conservation το 2006 κατέγραψε, μετά από δύο έντονα φαινόμενα Ελ Νίνιο στις δεκαετίες 1980 και 1990, τη δραματική μείωση του πληθυσμού των πιγκουίνων στα νησιά Γκαλαπάγκος. Στην ξηρά, οι επιπτώσεις επεκτείνονται στη γεωργία, τους υδάτινους πόρους και τη δημόσια υγεία. Οι γεωργικές αποδόσεις μπορεί να μειωθούν λόγω κυμάτων καύσωνα, ξηρασίας ή πλημμυρών.

Αυτές οι αλλαγές δεν είναι μεμονωμένες. Μέσω των λεγόμενων ατμοσφαιρικών τηλεσυνδέσεων, οι διαταραχές στον Ειρηνικό μπορούν να επηρεάσουν τα καιρικά φαινόμενα στην Αφρική, στην Βόρεια και Νότια Αμερική και όχι μόνο: το κλιματικό σύστημα της Γης είναι διασυνδεδεμένο. Αν και οι επιστήμονες συνεχίζουν να μελετούν το πώς η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει τη συχνότητα των ακραίων φαινομένων του Ελ Νίνιο, οι περισσότεροι από αυτούς εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις τους θα ενταθούν. Η άνοδος της θερμοκρασίας των ωκεανών και οι μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες δημιουργούν ένα πλαίσιο στο οποίο η μεταβλητότητα του καιρού μπορεί να παράγει πιο έντονα καιρικά φαινόμενα.

Μια σοβαρή παγκόσμια προειδοποίηση

Σε αυτές τις συνθήκες η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης είναι επιβεβλημένη. Ο κατάλληλος σχεδιασμός, με αναφορά στις κλιματικές παραμέτρους, και η κατασκευή ανθεκτικών υποδομών, μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της ευπάθειας σε πλημμύρες, ξηρασίες και καύσωνες που συχνά συνοδεύουν υψηλής έντασης φαινόμενα όπως το Ελ Νίνιο.

Εν κατακλείδι, το «σούπερ Ελ Νίνιο» πρέπει να γίνεται αντιληπτό όχι ως απλό επιστημονικό φαινόμενο αλλά ως μια σοβαρή παγκόσμια προειδοποίηση. Γιατί καθιστά πρόδηλο ότι οι «κλιματικές αναταράξεις» που λαμβάνουν χώρα σε ένα μέρος του πλανήτη, μπορούν να αναπαραχθούν ταχύτατα χιλιάδες μίλια μακριά.

Η κατανόηση και η πρόβλεψη αυτών των φαινομένων είναι ένα θεμελιώδες βήμα για τη διαμόρφωση συνθηκών ανθεκτικότητας, σε ένα όλο και πιο απρόβλεπτο κλιματικό περιβάλλον.

Φωτο: Rohan Reddy / Unsplash

Σημείωση:

1. https://www.worldweatherattribution.org/fossil-fuel-emissions-have-rapidly-worsened-european-heatwaves-in-just-a-few-decades/