Τέσσερις ζωές. Τέσσερα αδέλφια, ηλικίας από 69 έως 88 ετών, απανθρακώθηκαν στο σκοτάδι ενός κοντέινερ στην Κόνιτσα. Δεν είχαν ούτε ρεύμα, ούτε νερό. Για να φωτίσουν αυτό το τσίγκινο κουτί στο οποίο ζούσαν από το 1996, χρησιμοποιούσαν κατά πάσα πιθανότητα ένα κερί ή μια λάμπα λαδιού. Πριν από τριάντα χρόνια, ο μεγάλος σεισμός κατέστρεψε το σπίτι όπου μεγάλωσαν. Από τότε, βαθιά τραυματισμένοι και γαντζωμένοι στα ερείπια της περασμένης τους ζωής, είχαν βρει καταφύγιο σε αυτό το κοντέινερ, παρκαρισμένο στο ίδιο τους το οικόπεδο. Απέρριπταν τον έξω κόσμο, τρομοκρατημένοι στην ιδέα ότι θα τους ξεριζώσουν για να καταλήξουν σε κάποιο ίδρυμα. Και το σύστημα, τελικά, τους άφησε να πεθάνουν εκεί.
Πίσω από το καθησυχαστικό αφήγημα των τοπικών αρχών –«τους πηγαίναμε φαγητό κάθε μέρα», «είχαμε ενημερώσει τον εισαγγελέα», «δεν ήθελαν να φύγουν»– κρύβεται μια τεράστια ανθρώπινη και πολιτική αποτυχία. Η αποτυχία ενός κοινωνικού κράτους που, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Δεν μπορούμε να ξεμπερδεύουμε με αυτή την τραγωδία ρίχνοντας το φταίξιμο στην απομόνωση ή στα υποτιθέμενα ψυχολογικά προβλήματα των θυμάτων (μία από τις αδελφές είχε θεαθεί ακόμα και να τρώει από τα σκουπίδια). Όταν η απάντηση του Κράτους απέναντι σε ένα τόσο βαθύ τραύμα και σε μια τόσο ακραία ευαλωτότητα περιορίζεται σε μια γραφειοκρατική εντολή «εκκένωσης και καθαρισμού», ή στην απλή ελεημοσύνη ενός πιάτου φαγητού, αφήνοντας ηλικιωμένους στο σκοτάδι να ζεσταίνονται με γυμνές φλόγες, βρισκόμαστε μπροστά σε μια βάναυση θεσμική εγκατάλειψη.
Η περίπτωση των αδελφών από την Κόνιτσα, δυστυχώς, δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι η πιο ακραία έκφραση της πρακτικής του «προσωρινού που γίνεται μόνιμο», μιας δομικής βίας που στην Ελλάδα γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά. Ας σκεφτούμε τους σεισμόπληκτους στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης το 2021, ή τους πλημμυροπαθείς της Θεσσαλίας το 2023: ολόκληρες κοινότητες ξεριζωμένες, παρκαρισμένες σε κοντέινερ που το καλοκαίρι γίνονται φούρνοι και τον χειμώνα ψυγεία, περιμένοντας μια ανοικοδόμηση που, για τους πιο φτωχούς, δεν έρχεται ποτέ. Η απώλεια του σπιτιού είναι ένα βαθύ ρήγμα στην προσωπική και κοινοτική ταυτότητα.
Το μοιραίο λάθος των σημερινών κοινωνικών μας πολιτικών είναι να πιστεύουν ότι, για όσους βιώνουν σοβαρή ψυχοκοινωνική δυσχέρεια, οι μόνες επιλογές είναι η εγκατάλειψη ή ο αναγκαστικός ιδρυματισμός. Η διεθνής εμπειρία μάς διδάσκει ότι υπάρχει μια εναλλακτική, ανθρώπινη και δοκιμασμένη λύση: το μοντέλο Housing First (Πρώτα η Κατοικία).
Αν εφαρμοζόταν σε μια κατάσταση όπως αυτή της Κόνιτσας, το Housing First θα είχε αναποδογυρίσει την πατερναλιστική-επιδοματική λογική, και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε σώσει αυτές τις ζωές. Αυτή η προσέγγιση δεν ζητά από ευάλωτους ή τραυματισμένους ανθρώπους να «θεραπευτούν» ή να αποδείξουν ότι είναι «κατάλληλοι» για να αξίζουν βοήθεια, ούτε τους ξεριζώνει για να τους κλείσει σε μια αποστειρωμένη δομή. Αντίθετα, παρέχει άμεσα και χωρίς προϋποθέσεις ένα πραγματικό και ασφαλές σπίτι, ενταγμένο στον αστικό ιστό. Όμως το σπίτι, σε αυτό το μοντέλο, είναι μόνο η αφετηρία: γύρω από τους ανθρώπους χτίζεται μια εντατική και διαρκής κατ’ οίκον υποστήριξη (από ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, υγειονομικούς) που πηγαίνει σε αυτούς, στο δικό τους σπίτι, για να χτίσει ξανά την εμπιστοσύνη, το δίκτυο των ανθρώπινων σχέσεων και το αίσθημα ασφάλειας. Ο στόχος δεν είναι η επιβολή μιας ψυχρής νομιμότητας, αλλά η επούλωση των αόρατων πληγών, επιστρέφοντας την αξιοπρέπεια και την ιδιότητα του πολίτη.
Η Κόνιτσα μάς χτυπά κατάμουτρα το πιο αδίστακτο πρόσωπο ενός συστήματος που μετατρέπει τη στέγη σε προνόμιο ή εμπόρευμα, πετώντας στο περιθώριο όποιον δεν είναι «παραγωγικός». Ενώ οι πόλεις μας αδειάζουν από τους κατοίκους τους για να κάνουν χώρο στην κτηματομεσιτική κερδοσκοπία, στα επενδυτικά funds και στις ανεξέλεγκτες βραχυχρόνιες μισθώσεις, οι πιο ευάλωτοι απωθούνται κυριολεκτικά και σωματικά στο περιθώριο.
Όπως μας διδάσκουν καθημερινά τα κινήματα για το δικαίωμα στη στέγη, οι πόλεις και οι κοινότητες ανήκουν σε αυτούς που τις ζουν και τις ανασαίνουν, όχι στους κερδοσκόπους ή στη θανατηφόρα γραφειοκρατική αδιαφορία. Ο θάνατος των τεσσάρων αδελφών δεν ήταν μοιραίο ατύχημα, αλλά το προδιαγεγραμμένο χρονικό ενός συστήματος που απέτυχε επειδή έπαψε να είναι ανθρώπινο. Είναι συλλογικό μας καθήκον, τώρα περισσότερο από ποτέ, να παλέψουμε για τη στέγη ως δικαίωμα, χτίζοντας από τα κάτω ένα δίκτυο επίγνωσης, προστασίας ζωντανής, στέρεης και με ενσυναίσθηση, ώστε κανένας άνθρωπος να μην αφεθεί ποτέ ξανά μόνος του στο σκοτάδι.
Φωτο: Eurokinissi





