Με αφορμή το βιβλίο του ιστορικού Σπύρου Αλεξίου, «Ένας Θρύλος με πολλά πρόσωπα, 100 χρόνια Ολυμπιακός», εκδ. Τόπος, η Εποχή συζητάει με τον συγγραφέα για ζητήματα που άπτονται της ιστορίας του ΟΣΦΠ, την κοινωνική ιστορία του Πειραιά και διαχρονικά φαινόμενα του αθλητισμού, όπως η οπαδική βία, το nopolitica και η εμπορευματοποίηση.

Τη συνέντευξη πήρε ο Χάρης Φραντζής
Φέτος ο μεγαλύτερος πολυ-αθλητικός σύνδεσμος στη χώρα, ο Ολυμπιακός, έκλεισε έναν αιώνα ιστορίας. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO (16/05/2025) για την ιστοσελίδα athletiko.gr καταγράφεται ότι το 32.1% του γενικού πληθυσμού είναι υποστηρικτές του, με τον ΠΑΟ και την ΑΕΚ να ακολουθούν με 23.8% και 13.1% αντίστοιχα. Ένας σύνδεσμος φιλάθλων που γεννήθηκε σε μια παρηκμασμένη, κατά κύριο λόγο, εργατούπολη στις παρυφές της πρωτεύουσας, πώς κατάφερε να αποκτήσει τόση δημοφιλία;
Έχω υπόψιν μου τη δημοσκόπηση και νομίζω ότι το σημαντικότερο εύρημά της είναι το ποσοστό που έχει η κάθε ομάδα στην ηλικιακή ομάδα 17-24. Εκεί ο Ολυμπιακός έχει 41.2%, δείγμα ότι αρκετές δεκαετίες τώρα, περνώντας μία κάμψη την περίοδο των λεγόμενων πέτρινων χρόνων, έχει ξανακερδίσει τη νέα γενιά και διευρύνει τον κύκλο του. Πώς την απέκτησε αυτή τη δημοφιλία; Ο Ολυμπιακός, όπως πολύ σωστά είπες, γεννήθηκε σε μια παρηκμασμένη, τρίτη σε πληθυσμό πόλη της χώρας μετά από τους ανταγωνιστές του, ΠΑΟ και ΑΕΚ. Η διαφορά ήταν ότι αποτέλεσε το γέννημα μιας κοινωνίας πολύ οργισμένης και αυτό τον επιφόρτισε με την ανάγκη να εκφράσει αυτή την κοινωνία, να της ξαναδώσει το χαμένο της κύρος, τη χαμένη της περηφάνια. Έτσι γύρω από τον Ολυμπιακό συσπειρώθηκαν χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, όπως και πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Πειραιά και αυτό δημιούργησε μια πολύ δυναμική μάζα που κέρδισε –ο δυναμισμός πάντα κερδίζει– πολύ περισσότερους οπαδούς. Να συνυπολογίσουμε εδώ και έναν άλλο παράγοντα. Ο Ολυμπιακός γεννήθηκε στο μεγαλύτερο συγκοινωνιακό κόμβο που υπήρχε στη χώρα εκείνη την περίοδο, το συγκοινωνιακό δίκτυο ήταν σε πρωτόλεια κατάσταση και τα πάντα περνούσαν απ’ το λιμάνι. Αυτή η επαφή του λιμανιού με όλη την Ελλάδα μετέδωσε την ιδέα σε όλη τη χώρα, ειδικά στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου τα ποσοστά του είναι συντριπτικά. Σ’ αυτό να προσθέσουμε και τη συγκυρία που έφερε στον Ολυμπιακό μία σειρά από πολύ σημαντικούς ποδοσφαιριστές –ειδικά μέσα στη δεκαετία του 1930 κατέκτησε την πλειοψηφία των τίτλων– δημιουργώντας έτσι μια μεγάλη βάση οπαδών. Αυτή είναι ουσιαστικά η πολυπαραγοντική εξήγηση.
Η αρχική βάση των οπαδών του Ολυμπιακού προερχόταν από τις λαϊκές τάξεις. Η ανθρωπογεωγραφία του κόσμου του σήμερα έχει αλλάξει ή παραμένει ίδια;
Έχει αλλάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Δεν έχει αλλάξει, φυσικά, το γεγονός ότι μεγάλο κομμάτι των λαϊκών τάξεων, αριθμητικά και αντικειμενικά, τον υποστηρίζει, αλλά οι λαϊκές τάξεις υποστηρίζουν κι άλλες ομάδες. Να διευκρινίσουμε κάτι. Όταν λέμε λαϊκές ομάδες (και δεν μιλάμε μόνο για την Ελλάδα), δεν εννοούμε ότι είναι κάποιες ομάδες που τις υποστηρίζει ο λαός και κάποιες ομάδες που τις υποστηρίζει η πλουτοκρατία. Για παράδειγμα, ο Παναθηναϊκός, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Γιουβέντους και η Ρίβερ Πλέιτ, είναι ομάδες δημοφιλέστατες, εκατομμύρια άνθρωποι τις ακολουθούν, που φυσικά στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι εργαζόμενοι/ες, νέοι και νέες. Όταν λέμε λαϊκές ομάδες π.χ. τον Ολυμπιακό, τη Μπαρτσελόνα, τη Λίβερπουλ και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τη Μπόκα Τζούνιορς και τη Μαρσέιγ, εννοούμε ομάδες που γεννήθηκαν από αυτά τα στρώματα και στον χαρακτήρα τους, στο dna τους, όπως συνηθίζεται να λέγεται, έχουνε στοιχεία που αντανακλούν τα χαρακτηριστικά αυτών των κοινωνικών τάξεων. Προφανώς, π.χ., και η Ρεάλ Μαδρίτης υποστηρίζεται από εκατομμύρια οπαδούς, δεν σημαίνει ότι δεν είναι λαϊκή ομάδα, δεν γεννήθηκε όμως μέσα από τέτοια διαδικασία. Η Ρεάλ είναι μια ομάδα που γεννήθηκε μέσα στις εύπορες περιοχές της Μαδρίτης, είχε το χρίσμα, από το 1927 και μετά, του βασιλιά, συνδέθηκε με το κράτος. Οι οπαδοί της φυσικά είναι άνθρωποι του λαού. Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, είχε αυτά τα χαρακτηριστικά. Τι υπάρχει από αυτά σήμερα; Υπάρχει η δημοφιλία, υπάρχουν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε. Ταυτόχρονα, όμως, ειδικά στις λαϊκές ομάδες υπάρχει έντονη παρέμβαση και διαπλοκή του μεγάλου κεφαλαίου, διαπλοκή με την εξουσία, η οποία φυσικά και γνωρίζει τον ιδεολογικό ρόλο του ποδοσφαίρου και φροντίζει να τον αξιοποιεί. Ένα απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Νιούκασλ. Μιας ομάδας των ανθρακωρύχων της βόρειας Αγγλίας, η οποία αυτή τη στιγμή ανήκει στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας, όπου μέσα από αυτήν η Σαούντ ξεπλένει ιδεολογικά την εικόνα που έχει ο δυτικός κόσμος για το απάνθρωπο καθεστώς της.
Επιστρέφοντας στον Ολυμπιακό, έχουν περάσει από την ομάδα ονόματα όπως ο Αναματερός, ο Γόδας, ο Γιούτσος, ο Μουράτης, ο Μπούκοβι ως προπονητής, ο Αργυρούδης, και άλλοι που έχουν προσφέρει ανεξίτηλα στην ιστορία της ομάδας. Ποια είναι η σχέση του κόσμου του Ολυμπιακού με την Αριστερά; Εξακολουθεί να υφίστανται και στις μέρες μας;
Κοίταξε, εγώ θυμάμαι και παλαιότερα ότι στα γκάλοπ, τα ποσοστά των αριστερών κομμάτων στους οπαδούς του Ολυμπιακού βρίσκονταν πάνω από τον μέσο όρο. Μια ομάδα η οποία έχει, στην πιο συγκρατημένη εκτίμηση, 4 εκατ. οπαδούς, καταλαβαίνεις ότι έχει κόσμο απ’ όλες τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά είναι λογικό και στατιστικά, λόγω της μεγαλύτερης λαϊκής διείσδυσης που είχε, ότι η Αριστερά είχε μεγαλύτερα ποσοστά. Ο Ολυμπιακός είχε και σχέση με την Αριστερά και με την έννοια που ανέφερες, αλλά πρέπει να πούμε ότι απ’ όλες τις ομάδες πέρασαν άνθρωποι που συνδέθηκαν με την Αριστερά, κι από την ΑΕΚ πέρασαν σημαντικοί άνθρωποι που έδωσαν αγώνες, από τον Παναθηναϊκό ο Παπαντωνίου την περίοδο της κατοχής, ο Μεσσάρης την περίοδο του μεσοπολέμου. Στον Ολυμπιακό είχαμε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ήταν κορυφαίες μορφές. Ο Μουράτης, ίσως, είναι η πιο εμβληματική στην ιστορία του Ολυμπιακού, ο Γόδας, ο Αναματερός, ο Αργυρούδης έγραψαν ιστορία, ακόμη και αθλητές που σήμερα η επίσημη ιστορία τους θάβει, όπως ο Μπέσης ή ο Σάββας Παπάζογλου, οι οποίοι παίζανε στην Εθνική Ελλάδος, δεν ήταν κάποιοι αμελητέοι. Αυτοί οι άνθρωποι έγραψαν ιστορία και πολεμήθηκαν και μέσα στον Ολυμπιακό λόγω των φρονημάτων τους, π.χ. περιπτώσεις όπως ο Γιούτσος, των οποίων ο ερχομός προκάλεσε πολιτικό σεισμό στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960. Ο Γιούτσος ήταν παιδί πολιτικών προσφύγων που φτάνει στην Ελλάδα με παρέμβαση κορυφαίων στελεχών της Αριστεράς, όπως του Θεοδωράκη και του Γλέζου. Πολύ περισσότερο αργότερα με τον ερχομό του Μπούκοβι, μιας εμβληματικής μορφής του ουγγρικού ποδοσφαίρου και ταυτόχρονα μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Ουγγαρίας, πράγμα που δεν έκρυψε ποτέ ούτε την περίοδο της Χούντας. Πρόκειται για μια μορφή που άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου, έγινε μύθος, τραγούδι, βιβλίο. Νομίζω ότι στην ιστορία του Ολυμπιακού εάν ψάξουμε μία μυθική μορφή που τα συγκέντρωσε όλα αυτά, είναι του «στρατηγού Μπούκοβι», όπως τον φώναζαν. Αυτή είναι μια σχέση, λοιπόν, που υπήρχε πάντα, που όμως τα τελευταία χρόνια έχει διαρραγεί σε μεγάλο βαθμό. Κι αυτό είναι μια άλλη συζήτηση για τους οργανωμένους οπαδούς.
Στην κερκίδα είναι συχνό φαινόμενο να βλέπουμε πανό με κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, π.χ. πρόσφατα για τα Τέμπη ή και αντιχουντικά συνθήματα από την Θύρα 7 στα ματς με τον Παναθηναϊκό, ενώ την ίδια στιγμή, θεωρητικά, υποστηρίζεται το «nopolitica». Πώς ερμηνεύετε το φαινόμενο;
Καταρχάς πρέπει να πούμε ότι όλα αυτά είναι πάρα πολύ αντιφατικά και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Πολλοί λένε «οι οργανωμένοι οπαδοί μιας ομάδας» και νομίζουν ότι μιλάνε για μικρή ομάδα ανθρώπων που έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά και συνεννοείται. Παραδείγματος χάριν, οι οργανωμένοι οπαδοί του Ολυμπιακού, μόνο στο στάδιο Καραϊσκάκη στην παρουσία τους (γιατί στην πραγματικότητα είναι πολλοί περισσότεροι) ξεπερνούν τους 10.000. Αυτές οι χιλιάδες άνθρωποι δεν είναι ένα ενιαίο σώμα, έχω γνωρίσει ανθρώπους με όλα τα χαρακτηριστικά που μπορεί να φανταστεί κανείς. Το σίγουρο είναι τώρα ότι υπάρχει μια οργανωμένη παρέμβαση συγκεκριμένων δυνάμεων. Υπήρξε αυτό το περίφημο «no politica», το οποίο ουσιαστικά ήταν η άμυνα και του επίσημου, κατά τη γνώμη μου, Ολυμπιακού απέναντι στο κίνημα που είχε ξεσπάσει μετά τη δολοφονία του Φύσσα –μια δολοφονία που αφορούσε και τον Ολυμπιακό. Ο Παύλος Φύσσας ήταν δηλωμένος φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού, η δολοφονία του έγινε ενώ παρακολουθούσε τον αγώνα του Ολυμπιακού με την Παρί Σεν Ζερμέν. Κι ενώ σε άλλα γήπεδα υπήρξε έκφραση διαμαρτυρίας, στο Καραϊσκάκη, στο δικό του γήπεδο, δεν υπήρξε. Τότε ήταν που ανακαλύφθηκε και δημοσιοποιήθηκε στην πραγματικότητα το «no politica» σαν μια προσπάθεια αποφυγής να παρθεί θέση γι’ αυτό το τραγικό γεγονός. Αν υπήρξε αυτή η προσπάθεια κι αν πέρασε σε μεγάλο βαθμό, αυτό ήταν επιφανειακό. Ο κόσμος του Ολυμπιακού δεν ξέχασε ούτε τον Φύσσα, ούτε πολύ περισσότερο ταυτίστηκε με το παραπάνω. Αυτό φάνηκε πολύ γρήγορα και αργότερα με τα Τέμπη και τα συνθήματα που υπήρξαν, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, δηλαδή σε εκδηλώσεις όπως την ετήσια πορεία μνήμης για τον θάνατο του αγωνιστή Παύλου Φύσσα, όπου πάντα υπάρχει πανό που αναφέρεται στους αντιφασίστες Ολυμπιακούς. Τώρα στις εξέδρες των οργανωμένων οπαδών, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Ολυμπιακό, δυστυχώς τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα, έχουμε την παρέμβαση δυνάμεων αντικοινωνικών –με την ευρεία έννοια του όρου, δεν εννοώ μόνο πολιτικά αντικοινωνικών. Βλέπουμε, για παράδειγμα, στον Παναθηναϊκό να υπάρχουν ακόμα και πυροβολισμοί μεταξύ των οργανωμένων οπαδών του, πράγμα που δεν δικαιολογείται από τη διαφωνία για την τακτική του πώς θα παίξει η ομάδα ή ποιον θα έχει προπονητή. Και αντίστοιχα σε όλες τις άλλες ομάδες ξέρουμε ότι συμβαίνουν πράγματα που δεν χαροποιούν κανέναν. Αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, δυστυχώς συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη –με αντιφατική μορφή βέβαια. Οι οργανωμένες θύρες οπαδών έγιναν εκτροφεία αντικοινωνικών φαινομένων κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και τις προοδευτικές δυνάμεις για το γεγονός ότι ουσιαστικά άφησαν ανοιχτό το πεδίο σε αυτές τις αντικοινωνικές δυνάμεις να αλωνίζουν.
Ήδη από την πρώτη περίοδο ύπαρξης του συνδέσμου οι «μαουνιέρηδες», όπως έλεγαν κοροϊδευτικά οι Παναθηναϊκοί τους Ολυμπιακούς –ή ακόμα χειρότερα «αρουραίους»– διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας, τρομάζοντας τις κατεξοχήν «πράσινες» γειτονιές, και από πολύ νωρίς εντοπίζονται κρούσματα οπαδικής βίας. Η οπαδική βία είναι τελικά διαχρονικό φαινόμενο; Εντοπίζονται διαφοροποιήσεις παλιότερα σε σχέση με την πιο σύγχρονη ιστορία;
Είναι πολύ σωστή ερώτηση και είναι ξεκάθαρη η απάντηση. Όποιος πιστεύει ότι η οπαδική βία είναι κάτι που ανακαλύφθηκε τα τελευταία χρόνια, είναι μακριά νυχτωμένος, αλλά πρέπει να δούμε τις εντελώς διαφορετικές μορφές που παίρνει. Το πρώτο μεγάλο κρούσμα οπαδικής βίας στην Ελλάδα καταγράφεται το 1930. Μιλάμε για πραγματικό κρούσμα, στο οποίο συμμετείχε ολόκληρη η κοινωνία του Πειραιά. Πρόκειται για την περίπτωση που έχουμε την επιστροφή χιλιάδων οπαδών του Παναθηναϊκού με καράβι από τη Θεσσαλονίκη. Είχε προηγηθεί ένας πολύ περίεργος αγώνας, το περίφημο 8-2, με το οποίο είχε κερδίσει ο ΠΑΟ τον Ολυμπιακό (το πώς είχε συμβεί αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία), πράγμα που είχε προκαλέσει μεγάλο ερεθισμό των πνευμάτων. Αυτά που συνέβησαν τότε στον Πειραιά εάν συνέβαιναν σήμερα, θα είχαμε έκτακτες εκπομπές και συνεδριάσεις της Βουλής. Ήταν μια βία, όμως, η οποία ήταν πραγματικά της κοινωνίας, δηλαδή οι οπαδοί του Παναθηναϊκού αναφέρουν ότι απ’ όλα τα μπαλκόνια «είχανε βγει και μας πετάγανε γλάστρες, οι ναύτες, οι στρατιώτες του φρουραρχείου, ακόμη και οι αστυνομικοί μας επιτίθονταν». Ήταν, δηλαδή, μια κοινωνική σύγκρουση.
Όταν κάνετε λόγο για κοινωνική σύγκρουση, εννοείτε ότι είχε και ταξικά χαρακτηριστικά;
Σαφώς. Με αφορμή το ποδόσφαιρο ήταν σύγκρουση των φτωχογειτονιών του Πειραιά με το κέντρο της Αθήνας το 1930. Περνώντας τα χρόνια, έχουμε φαινόμενα οπαδικής βίας. Για παράδειγμα το 1964, όταν οι οπαδοί του Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού μαζί κατέστρεψαν κυριολεκτικά το γήπεδο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, θεωρώντας ότι ο αγώνας που παιζόταν ήταν στημένος και ότι τους κοροϊδεύουνε. Το 1980 είχαμε τους οπαδούς του Ολυμπιακού να ισοπεδώνουν το γήπεδο του Απόλλωνα στη Ριζούπολη, μέσα από το ξέσπασμα μιας συσσωρευμένης οργής για χρόνιες αδικίες εις βάρος του Ολυμπιακού. Με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο έχω την εντύπωση ότι η οπαδική βία συνεχίζει να υπάρχει, όπως συνεχίζει να υπάρχει σε όλο τον κόσμο, αλλά παίρνει άλλα χαρακτηριστικά. Παίρνει πια τα χαρακτηριστικά οργανωμένης γκρούπας, που συνδέεται με μια άλλη οργανωμένη γκρούπα, μέσα από ραντεβού και περίεργες διαδικασίες. Δεν είναι πλέον το ξέσπασμα μιας κοινωνίας που στο ποδόσφαιρο διοχετεύει την οργή της για διάφορα θέματα. Είναι πλέον κάτι διαφορετικό, στο οποίο παρεμβαίνουν και άλλοι παράγοντες. Πάντα, λοιπόν, υπάρχει οπαδική βία, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Τι αλλαγές θεωρείτε, δηλαδή, ότι εντοπίζονται με την επαγγελματοποίηση και εμπορευματοποίηση του αθλητισμού;
Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι το ποδόσφαιρο εμπορευματοποιημένο και επαγγελματικό ήταν πάντα. Υπήρχε μια ψεύτικη επίφαση ερασιτεχνισμού. Δεν αμείβονταν, βέβαια, με τα τεράστια ποσά που υπάρχουν σήμερα, αλλά για τα μέτρα της εποχής οι αθλητές των μεγάλων ομάδων ήταν καλοπληρωμένοι. Διαχρονικά στον αθλητισμό, και στην αρχαιότητα, οι αθλητές ήταν καλοπληρωμένοι, δεν ήταν κάποιοι που ασχολούνταν για την ευγενή άμιλλα. Η διαφορά είναι ότι περνώντας τη φάση του επαγγελματισμού, στο εξωτερικό πρώτα και αργότερα στην Ελλάδα (όπως πάντα ο ελληνικός καπιταλισμός ακολουθεί), αυτό το οποίο έγινε, είναι ότι το ποδόσφαιρο αποτελούσε και αποτελεί και πρόσφορο έδαφος για ιδεολογική κυριαρχία, αλλά πλέον έγινε και ένα πολύ πρόσφορο έδαφος και για οικονομική επένδυση, που έχει και το στοιχείο της διαπλοκής. Εάν παρατηρήσουμε τους μεγαλοεπιχειρηματίες που από το 1979 και μετά ανέλαβαν τις τύχες των μεγάλων ομάδων, πολλοί από αυτούς αποτελούσαν και αποτελούν κορυφαίους παράγοντες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Ονόματα όπως ο Βαρδινογιάννης, ο Νταϊφάς, ο Κόκκαλης, ο Μαρινάκης δεν είναι κάποιοι τυχαίοι, είναι κορυφαίοι παράγοντες. Τι χαρακτηριστικό υπάρχει όμως; Δεν επένδυσαν για να πάρουν χρήματα από το ποδόσφαιρο, επένδυσαν για να μπορέσουν να έχουν ένα πολύ μεγάλο μέσο πίεσης προς την εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν και μεγάλα ΜΜΕ στην κατοχή τους, ταυτόχρονα είναι άνθρωποι οι οποίοι, όχι όλοι αλλά στην πλειοψηφία τους, είχανε και άμεση σχέση με δημόσιες επενδύσεις. Οπότε το ποδόσφαιρο και η δημοφιλία των μεγάλων ομάδων, τις οποίες είχαν υπό την κατοχή τους, έγινε ένα σημαντικό όπλο σ’ αυτόν τον επιχειρηματικό πόλεμο. Αυτή είναι η σημαντική διαφορά. Αλλιώς πάντα ήτανε ένα πεδίο εμπορευματοποίησης. Ο αγνός ερασιτεχνισμός, που κάποιοι αρέσκονται να λένε, αφορούσε τις γειτονιές, κατώτερες ίσως κατηγορίες –χωρίς κι εκεί να είναι αγγελικά τα πράγματα. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν αφορούσε τις μεγάλες ομάδες που με τη δημοφιλία τους προσέφεραν προνόμια σ’ αυτούς που διαχειρίζονταν τις τύχες τους. Μπορεί παλαιότερα οι ιδιοκτήτες, οι πρόεδροι ή τα στελέχη αυτών των ομάδων να μην ήταν μεγάλοι επιχειρηματίες, όμως συχνά τους βλέπαμε να στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό ως δήμαρχοι, υπουργοί κτλ. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να εμπορευματοποιηθεί κάτι. Το ποδόσφαιρο έχει χαρακτηριστεί από αριστερούς διανοούμενους το «μπαλέτο της εργατικής τάξης». Όσο κι αν το μεγάλο κεφάλαιο ορίζει τις τύχες του, δεν παύει να εξαρτάται από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονται στις εξέδρες. Όσο κι αν η προσπάθεια είναι να μεταφερθεί σαν τηλεοπτικό προϊόν, ένα άδειο γήπεδο δεν πουλάει ούτε στην τηλεόραση, κι αυτό φάνηκε και στην περίοδο της καραντίνας. Από τη στιγμή, λοιπόν, που εκατομμύρια ανθρώπων ασχολούνται, επηρεάζονται, διαμορφώνουν σκέψεις με βάση το ποδόσφαιρο, αποτελεί και αυτό έναν χώρο ιδεολογικής, πολιτικής και κοινωνικής, τελικά, διαμόρφωσης και αντιπαράθεσης. Άρα ιδού πεδίο δόξης λαμπρό.





