Δεκέμβριος του 1992, οδός Καλλιρρόης. Μια διάρρηξη βγαλμένη από σενάριο του Χόλιγουντ. Ο Τύπος την είπε γρήγορα «ριφιφί του αιώνα». Κάτω από την Τράπεζα Εργασίας είχε σκαφτεί ένα τούνελ 25 μέτρων, με τέτοια τρόπο που θύμιζε οργανωμένο εργοτάξιο και όχι μια βιαστική, αυτοσχέδια δουλειά. Υποστυλώματα, ράγες, μέχρι και βαγονέτο. Οι δράστες άνοιξαν 301 θυρίδες, άρπαξαν μετρητά, χρυσό και κοσμήματα δισεκατομμυρίων, και έφυγαν χωρίς να τους πάρει κανείς χαμπάρι. Σαν να μην πέρασαν ποτέ από εκεί.
Η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Παρά τις έρευνες, δεν βρέθηκαν πρόσωπα, μόνο κάποια έγγραφα και ομόλογα που ξεβράστηκαν αργότερα σε μια παραλία στη Βραυρώνα. Από εκεί και πέρα άρχισε το κομμάτι που δεν γράφεται σε δικογραφίες, οι θεωρίες. Ιταλική μαφία; Αντάρτικο πόλης; Κάτι πολύ πιο θολό; Το «ποιοι» και το «γιατί» έμεινε ανοιχτό και, όσο περνούσαν τα χρόνια, το ριφιφί απομακρυνόταν από το αστυνομικό ρεπορτάζ και γινόταν σιγά-σιγά αστικός μύθος.
Αυτόν τον μύθο έπιασε ο Σωτήρης Τσαφούλιας και τον μετέφερε στην μικρή οθόνη (Cosmote TV). Ένας δημιουργός που καταφέρνει συστηματικά να συνομιλεί με ένα ευρύ κοινό. Σε μια εποχή όπου η τηλεοπτική μυθοπλασία συχνά εγκλωβίζεται στο δίπολο του ποιοτικού – ελαφρού, το «Ριφιφί» επιχειρεί να σταθεί σε μια δύσκολη ενδιάμεση ζώνη: μαζικό, αλλά όχι απονευρωμένο.
Το σενάριο δεν έχει καμία εμμονή με την τεχνική της ληστείας. Προσπαθεί να κοιτάξει πίσω από αυτή. Οι χαρακτήρες δεν είναι εγκληματίες – καρικατούρες, ούτε όμως και ήρωες – Ρομπέν των Δασών. Κουβαλάνε απώλειες, χρέη, προσωπικές πληγές και μια αίσθηση ότι είναι εγκλωβισμένοι στην πραγματικότητα που βιώνουν. Η κεντρική ηρωίδα δεν τους ενώνει απλώς για να αδειάσουν θυρίδες, αλλά για να στραφούν απέναντι σε ένα σύστημα που, στα μάτια τους, δεν τους άκουσε ποτέ ή/και τους κατέστρεψε.
Έτσι, η ληστεία παύει να είναι μόνο έγκλημα και γίνεται μια πράξη αντίδρασης. Όχι με όρους ηρωισμού, αλλά σχεδόν ως έσχατη λύση. Η αφήγηση τους κοιτάζει με μια ειλικρινή κατανόηση, χωρίς να ζητά από τον θεατή να τους δικαιολογήσει απαραίτητα. Περισσότερο τον καλεί τον θεατή να αναρωτηθεί πώς ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας φτάνει στο σημείο να περάσει τη γραμμή.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία της πρωταγωνίστριας ακουμπά σε μια σκοτεινή στιγμή της ελληνικής πραγματικότητας. Το 2001, στην υπόθεση του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη, η Εθνική Τράπεζα μπλόκαρε τα χρήματα του εράνου για τη σωτηρία του παιδιού, επικαλούμενη τυπικούς κανονισμούς. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η έννοια της «νομιμότητας» μπορεί να επικράτησει της ανθρώπινης ανάγκης και της ανθρώπινης ζωής.
Στο φόντο της Ελλάδας των αρχών του ’90, λίγο μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά, η δυσπιστία απέναντι στις τράπεζες δεν ήταν μια αφηρημένη ιδέα, αλλά βίωμα. Η σειρά το αντιμετωπίζει αυτό ως δεδομένο και χτίζει πάνω του μια ιστορία που κινείται σε γκρίζες ζώνες. Το ριφιφί μοιάζει ταυτόχρονα με απελπισμένη διέξοδο και πράξη εκδίκησης.
Και κάπου εκεί προκύπτει το βασικό ερώτημα: ποιος είναι τελικά ο θύτης; Το απρόσωπο σύστημα ή οι άνθρωποι που αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους; Γιατί, αν υπάρχει ακόμη κοινωνικό συμβόλαιο, δύσκολα διαφαίνεται μέσα σε αυτή την πραγματικότητα.
Όταν η καθημερινή ζωή γίνεται διαρκής διαπραγμάτευση με την επιβίωση, τότε η ανάγκη για έναν άλλο τρόπο ζωής παύει να είναι ιδεολογία. Γίνεται αναγκαιότητα.





