Στο κυβερνητικό στρατόπεδο προφανώς θα γνωρίζουν την παροιμία περί μαριωρής και φερετζέ (που της έλειπε), ωστόσο αυτό δεν τους εμπόδισε να προχωρήσουν κανονικά την πρότασή τους στο κοινοβούλιο για τη συνταγματική αναθεώρηση εξαασφαλίζοντας μάλιστα και τις 155 υπογραφές των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας.
Το είχε αναφέρει έγκαιρα η Εποχή, ο πρωθυπουργός πριν φτάσουμε στις κάλπες όποτε και αν αυτές στηθούν, θα πρέπει να φορέσει ξανά το «επίσημο» κοστούμι του θεσμικού. Δεν έχει καμία σημασία αν το εν λόγω κοστούμι το έχει καταφάει ο σκόρος των υποκλοπών. Μ’ ένα καλό καθάρισμα οι κυβερνητικοί θα επιχειρήσουν να το εμφανίσουν σαν καινούργιο.
Όπως είχε προαναγγελθεί και σχολιαστεί αρκούντως κατατοπιστικά από σειρά συνταγματολόγων στη χώρα, η πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο από μία κοπιώδη προσπάθεια «συνταγματοποίησης» των νεοφιλελεύθερων εμμονών της με τις οποίες άλλωστε πολιτεύεται σταθερά την τελευταία επταετία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Οι κυβερνητικοί βγάζουν… σπυριά με τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και προσπαθούν να την καταργήσουν στην πράξη. Τι εισάγουν λοιπόν; Την «υποχρεωτική, αμφίδρομη αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων με βάση την αποδοτικότητα». Πόσο «τεχνοκρατική» διατύπωση ε;
Τη σημαία, παιδιά, τη σημαία!
Αυτό όμως ήταν ένα και μόνο παράδειγμα. Η κυβερνητική πρόταση βρίθει τέτοιων προσεγγίσεων. Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 54 του Συντάγματος γίνεται στην κατεύθυνση του συνδυασμού της αναλογικότητας και της κυβερνησιμότητας της χώρας. Τουτέστιν, «πειραματισμοί» όπως η απλή αναλογική, το σύστημα δηλαδή που αποδίδει με δικαιοσύνη τη δύναμη των κομμάτων στους συσχετισμούς δύναμης εντός κοινοβουλίου, γίνονται, με τη βούλα του Συντάγματος, όνειρο καλοκαιρινής νυκτός. Πάνω απ’ όλα η «κυβερνησιμότητα» και ας αλλοιώνεται η λαϊκή θέληση έτσι όπως αυτή εκφράστηκε στις κάλπες. Με λεπτομέρειες θα ασχολούμαστε τώρα;
Άλλες προτάσεις προκαλούν απλά και μόνο οργή. Με τον νόμο Πιερρακάκη για την ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων, η κυβέρνηση διέλυσε το άρθρο 16 του Συντάγματος που απαγορεύει (ρητά και κατηγορηματικά) την ίδρυση τέτοιων ιδρυμάτων. Αφού λοιπόν ο καταστατικός χάρτης έγινε κουρέλι, υπό την «έγκριση» του Συμβουλίου της Επικρατείας (που αποφάνθηκε θετικά προς γενική κατάπληξη), τώρα έρχεται και πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 για να μπορούν πλέον να ιδρύονται ιδιωτικά πανεπιστήμια χωρίς το πλυντήριο του νόμου Πιερρακάκη. Έτσι λοιπόν «θεσμοθετείται η δυνατότητα παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού χαρακτήρα με πλήρη αυτοδιοίκηση, υπό την εποπτεία του Κράτους». Καμία ντροπή!
Δεν λείπουν, την ίδια ώρα, πινελιές λαϊκισμού που αν δεν επρόκειτο για μία πολύ σοβαρή υπόθεση όπως η συνταγματική αναθεώρηση, θα προκαλούσαν γέλιο και μόνο. Με την πρότασή της για τη σχετική παράγραφο του άρθρου 16, η κυβέρνηση καθιερώνει «την προστασία της ελληνική σημαίας» (από ποιον άραγε κινδυνεύει η σημαία της χώρας;) κλείνοντας το μάτι στους ακροδεξιούς μερικούς μήνες πριν από τη διενέργεια των εκλογών.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβερνητική πλευρά φτάνει στο σημείο να προτείνει την καθιέρωση «μίας και μόνης αλλά χρονικά μεγαλύτερης (εξαετούς) θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με σκοπό την ενίσχυση του υπερκομματικού του ρόλου». Δεν έχει σημασία που η Νέα Δημοκρατία, πρόσφατα και μόνο με τις δικές της ψήφους, επέλεξε ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας μία απολύτως κομματική (και θλιβερή) φιγούρα, τον Κωνσταντίνο Τασούλα, οι άνθρωποι νοιάζονται για την υπερκομματικότητα του θεσμού και το δείχνουν.
Για να μην αδικήσουμε εντελώς την κυβερνητική προσπάθεια, η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 (Ριζική αλλαγή στη διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης μελών της κυβέρνησης και υφυπουργών, με διευρυμένη συμμετοχή της δικαστικής λειτουργίας και κατάργηση της αρμοδιότητας της Βουλής για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης) θα προκαλέσει συζητήσεις. Όμως, μέχρι εκεί.
Στο σύνολό της, η πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση συνιστά και προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, σε ένα διάστημα μάλιστα που το σκάνδαλο των υποκλοπών επανέρχεται με ορμή στην επικαιρότητα μετά και τη νέα τοποθέτηση του (καταδικασμένου, πρωτόδικα) του Ταλ Ντίλιαν ο οποίος, ξεκάθαρα, προκαλεί τον πρωθυπουργό και το περιβάλλον του.
Και, μέσα από όλο αυτο τον κυκεώνα, ίσως να δικαιώνεται η άποψη του συνταγματολόγου Τάκη Βιδάλη όπως εκφράστηκε πρόσφατα σε podcast του NEWS 24/7. Οτι, δηλαδή, στην Ελλάδα χρειαζόμαστε ένα κίνημα “Νο Κings” στα πρότυπα των ΗΠΑ το οποίο θα καταστήσει σαφές ότι κανείς δεν είναι «μεγαλύτερος» του Συντάγματος και ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από κυβερνήτες με υπερεξουσίες και κανέναν σεβασμό στους θεσμούς αλλά, αντίθετα, από την τήρηση του Συντάγματος και τη σωστή θεσμική λειτουργία.
Με όρους μαφίας
Παραπάνω σας αναφέραμε για τη νέα εμφάνιση του ιδιοκτήτη του Predator Ταλ Ντίλιαν. Για να εξηγήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μαφιόζικους όρους. Θα μας συγχωρήσετε αλλά τέτοιου χαρακτήρα ενέχει το συγκεκριμένο θέμα.
Ο Ντίλιαν λοιπόν, για τον οποίο δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι είναι πρώην στέλεχος του ισραηλινού στρατού, φαίνεται ότι προσπαθεί να εξασφαλίσει κάποιους είδους συμβιβασμό με την κυβέρνηση, ένα «ντιλ» για να μιλήσουμε και με όρους αγοράς. Άνθρωπος που γνωρίζει την υπόθεση έλεγε στην Εποχή ότι όσο ο Ντίλιαν δεν βρίσκει αυτόν τον συμβιβασμό, θα συνεχίσει να «χτυπά» ανά τακτά χρονικά διαστήματα υπενθυμίζοντας, με τον τρόπο του, ότι ξέρει πολλά. Παίζει το παιχνίδι του με υπομονή και περιμένει αποτελέσματα.
Από την πλευρά της η κυβέρνηση, και ιδιαίτερα το πρωθυπουργικό περιβάλλον, ζορίζονται. Ήδη ο Θανάσης Κουκάκης, ο δημοσιογράφος που έπεσε θύμα του Predator, ζήτησε επισήμως το εκ νέου άνοιγμα της υπόθεσης παρά την προς την αντίθετη κατεύθυνση απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι φωνές άλλωστε του νομικού κόσμου για την εγκυρότητα της απόφασης Τζαβέλλα δεν έχουν σταματήσει και πως να γίνει διαφορετικά αφού επρόκειτο για μία καθαρή πρόκληση.
Για τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν περιποιεί τιμή ότι εκβιάζεται, ωμά και απροκάλυπτα, από τον καταδικασμένο Ντίλιαν. Πρόσφατα στη Βουλή έκανε ότι δεν τον γνωρίζει αδυνατώντας να προφέρει σωστά το επώνυμό του. Η αλήθεια βέβαια είναι εντελώς διαφορετική και ο Μητσοτάκης το ξέρει. Όπως άλλωστε ξέρει ότι ο πρόεδρος Νίξον στις ΗΠΑ δεν καταστράφηκε από το ίδιο το Γουότεργκέιτ αλλά από τη συγκάλυψή του. Επειδή, λοιπόν, ο πρωθυπουργός στην προσπάθεια της συγκάλυψης (όχι μόνο των υποκλοπών) κάνει υπερωρίες, είναι λογικό να φοβάται ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί ένας πολύ γενναίος ανώτατος δικαστικός λειτουργός που θα βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Και τότε τα πράγματα, ίσως πάρουν δραματική τροπή…
Γι’ αυτό και ο δρόμος προς τις εκλογές, παρά το προς το παρόν καθαρό δημοσκοπικό προβάδισμα, δεν θα εξελιχθεί σε περίπατο στο δάσος για τον πρωθυπουργό. Το 2026 δεν είναι ούτε 2023 ούτε 2019 με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα προγνωστικά ως προς την αυτοδυναμία και τη διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Αυτή τη συζήτηση όμως θα έχουμε αρκετό καιρό στη διάθεσή μας να την επαναλάβουμε έχοντας στα υπόψη μας πολύ περισσότερα δεδομένα, πολιτικά και δημοσκοπικά.
Φωτο: Δημήτρης Παπαμήτσος / Γ.Τ. Πρωθυπουργού





