Εξήντα χρόνια μετά τα Ιουλιανά και το «βασιλικό πραξικόπημα» θέλω να σχολιάσω εκτενώς ένα βιβλίο στο οποίο έχω αναφερθεί και στο παρελθόν, τη Στρεβλή πορεία, 1960-1974, των Δ.Π. Σωτηρόπουλου και Ε. Χατζηβασιλείου (Εκδόσεις Μεταίχμιο), καθώς καταρρίπτει κάθε επιστημονική λογική προκειμένου να εξυπηρετήσει το εγχείρημα του δεξιού αναθεωρητισμού. Στο πρώτο μισό του βιβλίου, που υπογράφεται από το δεύτερο συγγραφέα, μαθαίνουμε ότι: «Η αποτυχία να πραγματοποιηθεί η μεταρρύθμιση είναι το μοιραίο στοιχείο –το κύριο αίτιο των δικτατοριών– και το 1932-36 και το 1963-67». Και ότι «… τον Απρίλιο του 1967 δεν κατέλαβαν την εξουσία οι “ένοπλες δυνάμεις”, αλλά μια κλίκα ακραίων αξιωματικών∙ μια παρέα εντελώς εκτός της λογικής του πολιτικού συστήματος. Ούτε και οι άνθρωποι αυτοί εξέφρασαν κάποια σοβαρή τάση στους κόλπους των ενόπλων δυνάμεων ή του πολιτικού συστήματος». Ας δούμε όμως από κοντά γιατί φταίνε οι πολιτικοί για τη δικτατορία.
Το μετεμφυλιακό καθεστώς, μας λένε, ήταν δημοκρατικό, αλλά μετά παραδέχονται ότι υπήρχε «παρασύνταγμα» και έκτακτα μέτρα. Γενικά αρνούνται την ύπαρξη του πλέγματος εξουσίας (Παλάτι, Στρατός, ΗΠΑ, Δεξιά) για το οποίο μιλούν οι αριστεροί συγγραφείς. Μας λένε πως ο βασιλιάς, ο στρατός και οι ΗΠΑ δεν αναμείχθηκαν όταν κυβερνούσε η Δεξιά –αλλά δεν βλέπουν τον προφανή λόγο (κυβερνούσαν πρωθυπουργοί της αρεσκείας τους). Μας λένε ότι ο βασιλιάς ενδιαφέρθηκε για τον έλεγχο του στρατού μόνο επί ΕΚ– χωρίς πάλι να βλέπουν την ύπαρξη του αντικομμουνιστικού πλέγματος εξουσίας που απειλείται και κινείται. Μας λένε ότι οι κυβερνήσεις του Κέντρου έχασαν τον έλεγχο του στρατού –αλλά όχι και γιατί δεν τον είχαν ευθύς εξαρχής ή τι σόι δημοκρατία είναι αυτή που ο στρατός δεν υπακούει στην κυβέρνησή του. Μας λένε πως ο στρατός άρχισε να αυτονομείται επί ΕΚ και να μην υπάρχουν συνέπειες –αλλά όχι πού τη βρήκε τόση αυτοπεποίθηση ο στρατός; Παραδέχονται ότι ο βασιλιάς αντιστρατεύτηκε τη βούληση της κυβέρνησης, ότι παρανόμησε και ότι απεργαζόταν πραξικόπημα που είχε αναθέσει στους βασιλικούς στρατιωτικούς – αφήνοντάς μας να απορούμε: υπό ποία έννοια δεν ευθύνεται; υπό ποία έννοια δεν υπήρχε πλέγμα εξουσίας; υπό ποία έννοια ο στρατός δεν ήταν η εφεδρεία του καθεστώτος;
Ακόμα μεγαλύτερες παραδοξολογίες ακολουθούν σε σχέση με τις ευθύνες του στρατού. Ο ισχυρισμός ότι η χούντα δεν ήταν καθεστώς του ελληνικού στρατού είναι σχεδόν γραφικός. Ο ΙΔΕΑ, μας λένε, στο τέλος του Εμφυλίου δεν ήθελε να κάνει δικτατορία –αλλά αποπειράθηκε δικτατορία το 1951. Δεν ήταν όλοι ΙΔΕΑτες, λένε, ήταν ανόητο διάβημα αξιωματικών (ψυχολογιοποίηση που παραπέμπει στο «είχαν το ακαταλόγιστο»). Βέβαια παραδέχονται ότι το πραξικόπημα δεν ολοκληρώθηκε γιατί ανέλαβε ο στρατάρχης Παπάγος. Ο ΙΔΕΑ ήθελε να είναι αυτόνομος, λένε, για να πάψουν οι πολιτικοί να παρεμβαίνουν – δηλαδή δεν ήθελε να ακολουθεί την κυβέρνηση, εκτός βέβαια αν ήταν δεξιά. Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με δημοκρατία. Δεν υπήρχε ΙΔΕΑ στη συνέχεια, λένε –τι να κάνει άραγε στο μονοκομματικό κράτος;– αλλά τελικά υπήρχε ο ΕΕΝΑ. Ο στρατός ήθελε να είναι μη πολιτικός, επαγγελματικός, λένε – αλλά δεν μας εξηγούν πώς γίνεται αυτό αφού ήθελε να είναι βασικά αντικομμουνιστικός και αφού αυτονομήθηκε στο ζήτημα της Κύπρου. Ήταν άσοι στα πραξικοπήματα αλλά όχι στον πόλεμο, λένε. Την ίδια ώρα που λένε ότι η κύρια ασχολία τους ήταν η εξωτερική άμυνα και όχι η εσωτερική ασφάλεια. Αλλά πιο κάτω λένε ότι ήταν και η εσωτερική ασφάλεια! Ο στρατός, λένε, αντιτασσόταν σε επεμβάσεις –αλλά επενέβη ο ίδιος τελικά. Ο στρατός επενέβη όχι γιατί μπορούσε να το κάνει ως ο εγγυητής του πλέγματος εξουσίας, λένε, αλλά γιατί δεν τα βρίσκανε οι πολιτικοί μεταξύ τους, την ίδια ώρα που λένε ότι ο βασιλιάς μέσω του Σπαντιδάκη ετοίμαζε βασιλικό πραξικόπημα. Για τους συγγραφείς αυτό ούτε επιβεβαιώνει την ύπαρξη του πλέγματος εξουσίας ούτε ότι βασιλιάς και στρατός ευθύνονται για το μη βασιλικό πραξικόπημα. Το πραξικόπημα άλλωστε το έκαναν κάποιοι «ασήμαντοι» άνθρωποι (σαν τους «ανόητους» του 1951 – κι εμείς μένουμε με την απορία πώς κατάφερε να σταθούν οι πραξικοπηματίες.
Ο στρατός δεν φταίει για ό,τι έκανε. Φταίνε οι πολιτικοί. Οι δύο συγγραφείς έχουν μια περίεργη αντίληψη για τη δημοκρατία. Λες και όταν δεν τα βρίσκουν οι πολιτικοί ο στρατός πρέπει να κάνει πραξικόπημα. Ακατανόητη είναι επίσης η άποψη ότι η πόλωση –δομικό στοιχείο της πολιτικής και της δημοκρατίας– μπορεί να μεταφέρει την ευθύνη από το θύτη στο θύμα. Φυσικά και ο στρατός δεν επενέβη λόγω πόλωσης. Πόλωση υπήρχε και όταν έβγαινε η Δεξιά με καλπονοθευτικά συστήματα ή βία και νοθεία. Αλλά ο στρατός επενέβη μόνο όταν ήταν να βγει η ΕΚ ξανά. Ομοίως «η κυριαρχία του συναισθήματος και των συμβόλων επί της ουσίας, καθώς και η δημιουργία επιφανειακών δημόσιων εντυπώσεων, παρά η ουσιαστική αντιμετώπιση των ζητημάτων» δεν μπορούν να δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο τη δικτατορία – αλλιώς θα καταλυόταν συνέχεια η δημοκρατία. Ούτε ο «καλπάζων λαϊκισμός», ο «αμοραλισμός», η «ηθική εξόντωση», η «έλλειψη αποτελεσματικότητας» – αυτά πάντα υπάρχουν, και πριν το 1960 υπήρχαν σε χειρότερη μορφή. Δεν μπορούσε το πολιτικό σύστημα να μεταρρυθμιστεί, μας λένε. Μα το θέμα είναι προς τα πού, προς τη δημοκρατία ή τον αυταρχισμό; Ο Καραμανλής με τη «βαθειά τομή» ήθελε τη θεσμική κατοχύρωση της «καχεκτικής δημοκρατίας» και η Αριστερά και το Κέντρο ήθελαν εκδημοκρατισμό. Οι δύο συγγραφείς όμως θεωρούν ότι μεταξύ 1963 και 1967 έγινε μια «ανούσια» σύγκρουση που απαξίωσε το πολιτικό σύστημα – καθώς δεν αναγνωρίζουν τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ως τέτοιες ούτε τις εξορίες/φυλακές, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, την απίστευτη καταστολή, το παρακράτος κλπ. ως ουσιαστικές αιτίες σύγκρουσης. Αλλά αυτά είναι δεξιά ιδεολογία, όχι επιστήμη.





