Πολλές φορές ο αναστοχασμός, η μνήμη και ο αντίκτυπος που αφήνει ένα τραύμα ζητούν ή μάλλον απαιτούν, χρόνο. Χρόνο να το επεξεργαστούμε, να αναζητήσουμε αίτια κι υπευθύνους, να μπορέσουμε να θρηνήσουμε, όπως οφείλουμε να κάνουμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις κοινωνικού τραύματος, όπως στην περίπτωση των Τεμπών. Γιατί μνήμη και θρήνος είναι αναπόσπαστα, χρειάζεσαι το δεύτερο για να διατηρήσεις το πρώτο, καθώς η μνήμη μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη κοινωνικής κινητοποίησης.

Πράγματι, εδώ και τρία χρόνια συντελείται μια διαρκής προσπάθεια διατήρησης της μνήμης και μετουσίωση της σε κοινωνικό και πολιτικό αίτημα, αυτό της δικαιοσύνης. Ξεκίνησε απο λίγα άτομα, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, τους συγγενείς των θυμάτων που δεν παραιτήθηκαν απο τον αγώνα της δικαίωσης τους, ούτε συμβιβάστηκαν. 50-100 άτομα, απέναντι στη κυβέρνηση και μερικές φορές τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό κλήθηκαν να αναλάβουν το βάρος της απόφασής τους με άγνωστα αποτελέσματα. Σιγά σιγά, το αίτημα αυτών των ατόμων διαχύθηκε σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και η τελευταία το αγκάλιασε και το ενίσχυσε, όχι πάντα άκριτα, ξαναμεταμορφώνοντας την προαναφερθείσα μνήμη σε λαϊκό αίτημα.

Και φτάνουμε στην περσινή πρωτόγνωρη διαδήλωση που έχει συγκριθεί μόνο με αντίστοιχες διαδηλώσεις άλλων εποχών, περισσότερο μαζικο-πολιτικοποιημένων και σίγουρα όχι ίδιον της μετα- ή α-πολιτικής εποχής μας, όπου έγινε σαφές πως το τραύμα μετουσιώθηκε σε χάσμα που χωρίζει ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία απο την κυβέρνηση. Πλέον η συλλογική εμπειρία, ο συλλογικός πόνος, μας χαρακτηρίζει σαν κοινωνικό σώμα, ακόμη και αν κάποιοι δεν τον δέχονται ή κάνουν πως δεν το βλέπουν. Αυτό δημιουργεί ταυτότητα, ποιοί είμαστε ή ποιοί θέλουμε να είμαστε μετά απο το ένα έγκλημα με κρατική υπογραφή και κατα πόσο θέλουμε να αλλάξουμε. Είναι επίσης, αυτή η ίδια η συλλογική εμπειρία που μας κινητοποίησε με όρους λαϊκής διαμαρτυρίας σε αντίθεση με το εξίσου πρωτόγνωρου μεγέθους σκάνδαλο των υποκλοπών, παρόλο που οι χρονικότητες τους συμπίπτουν. Τα Τέμπη άφησαν το σημάδι τους πάνω στο συλλογικό σώμα της ελληνικής κοινωνίας ενώ οι υποκλοπές είχαν καθαρό θεσμικό αντίκτυπο.

Έτσι λοιπόν σύσσωμη η κοινωνία βγήκε πέρυσι στους δρόμους. Γίναμε όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά κοινωνοί και μάρτυρες αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ως “λαός”, γιατί πως αλλιώς μπορούμε να περιγράψουμε αυτή τη πάνδημη κοινωνική έκφραση στους δρόμους των μεγάλων πόλεων και που αντιτίθεται στην ίδια την εξουσία; Πως αλλιώς μπορούμε να κατανοήσουμε μια μαζική κινητοποίηση πέρα απο ιδεολογικές συνιστώσες και με ένα κύριο αίτημα που έρχεται να αντιπαρατεθεί ευθέως με την ίδια την κυβέρνηση;

Ναι, πέρυσι ένας λαός ζήτησε το αυτονόητο στους δρόμους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, του Ηρακλείου και φανέρωσε την πολιτική αναντιστοιχία που υπάρχει με το αίτημα του τόσο απο τη μεριά της κυβέρνησης όσο και απο τη μεριά της αντιπολίτευσης, καθώς η κοινωνική διαμαρτυρία δεν μετασχηματίστηκε σε πολιτική κίνηση. Μέχρι πριν δύο μήνες.

Η Μαρία Καρυστιανού, που για κάποιο έφτασε να αποτελεί το κατεξοχήν πρόσωπο του αγώνα για τη δικαίωση στο έγκλημα των Τεμπών, αποφάσισε να δημιουργήσει κόμμα με κύριο αίτημα τη δικαιοσύνη. Μόνο που η μετάβαση απο το κοινωνικό στο θεσμικό δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά αν έχεις στόχο να συμμετέχεις σε εκλογική αναμέτρηση. Οφείλεις να έχεις ολοκληρωμένο πρόγραμμα, πολιτικές προτάσεις και κυβερνητικό σχέδιο, όχι μόνο ευχολόγια και μισόλογα. Αναπόφευκτα, αυτή η απόφαση κάνει το καθολικό αίτημα ένα μερικό ή και πολυδιασπασμένο αίτημα που θα αποξενώσει μερικούς, διακινδυνεύοντας την πλατιά λαϊκή συναίνεση, όπως αυτή εκδηλώθηκε ένα χρόνο πριν. Η μνήμη και ο πόνος γίνονται ένα πολιτικό εργαλείο το οποίο δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν. Ίσως έτσι να εξηγείται και η μάλλον χλιαρή αποτύπωση της φετινής κινητοποίησης, καθώς κάπου ίσως να εμφανίζονται ρήγματα στο συλλογικό σώμα.

Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο όμως, όπου δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στο να συμβεί κάτι τέτοιο ούτε να αποθαρρυνθούμε ως κοινωνία απο το να ζητήσουμε το αυτονόητο, αυτό το λαϊκό αίτημα που μας αφορά όλους. Εμείς είμαστε αυτοί που οφείλουμε να πάρουμε τη σκυτάλη και να κάνουμε το μερικό, καθολικό, να προωθήσουμε και να επιμείνουμε πάνω στο αίτημα για δικαιοσύνη. Δεν είναι εύκολος αγώνας. Θέλει επιμονή, διάρκεια, και προσπάθεια, θέλει δουλειά. Αλλά γίνεται και είναι εφικτό. Αρκεί να δούμε την δικαστική απόφαση για την Χρυσή Αυγή πριν λίγες μέρες, μια προσπάθεια πολλών ανθρώπων, ο καθένας με τις δυνάμεις του και τις δυνατότητες του. Έτσι μπορούμε να κερδίσουμε μια δημοκρατική κοινωνία, έτσι μόνο μπορούμε να απαντήσουμε στη κρατική αυθαιρεσία.