Με την ευκαιρία της μετάφρασής τους στα ελληνικά
«Συνδιάσκεψη της Λωζάννης για τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής (1922-1923)», έκδοση: Βουλή των Ελλήνων – Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών, 2025
Τα σύνορα είναι η κόψη του ξυραφιού απ’ όπου κρέμονται
τα σύγχρονα ζητήματα πολέμου και ειρήνης
(Frontiers are indeed the razor’s edge on which hang suspended
the modern issues of war and peace)
Λόρδoς Κέρζον, επικεφαλής της βρετανικής αποστολής
Εδώ και έναν αιώνα η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου. Πολιτικοί, ιστορικοί, δημοσιογράφοι, πολίτες αναφέρονται διαρκώς σε αυτήν. Την επικαλούνται, τη σχολιάζουν, τη χρησιμοποιούν ως σημείο αναφοράς για ζητήματα συνόρων, μειονοτήτων, διεθνών σχέσεων. Και όμως, παρά τη θεμελιώδη σημασία της, τα επίσημα Πρακτικά της παρέμεναν, μέχρι πρότινος, απρόσιτα για το αποκλειστικά ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό. Αντιθέτως, στην Τουρκία μεταφράστηκαν από τον Seha L. Meray και είναι διαθέσιμα από το 1969.
Το κενό ήρθε να καλύψει η πρόσφατη έκδοση της μετάφρασης των Πρακτικών, συνέκδοση της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών (Οι.Ομ.Κω.) και της Βουλής των Ελλήνων. Ο τόμος των Πρακτικών με τίτλο Συνδιάσκεψη της Λωζάννης για τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής (1922-1923), Πρώτη Περίοδος περιλαμβάνει τα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων, τις ομιλίες των αντιπροσώπων, υπομνήματα, διπλωματικές επιστολές, πρωτόκολλα, καθώς και το Σχέδιο Όρων της Συνθήκης Ειρήνης. Η έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημαντική πηγή πληροφοριών για ένα διπλωματικό γεγονός του εικοστού αιώνα που συνέβαλε στη διαμόρφωση του κόσμου όπως τον ξέρουμε σήμερα.
Η Συνδιάσκεψη συγκλήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1922. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τέθηκαν ζητήματα όπως η χάραξη των συνόρων, η Ανατολική Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων, το ζήτημα της Μοσούλης, η τύχη των μειονοτήτων, οι διομολογήσεις, το Οθωμανικό Χρέος· επίσης, μια σειρά οικονομικών, νομικών και διοικητικών θεμάτων. Στην πρώτη περίοδο (7.11.1922-4.2.1923) συζητήθηκε επιπλέον η υποχρεωτική ανταλλαγή των χριστιανικών και μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν στις 4 Φεβρουαρίου 1923 και επαναλήφθηκαν τον Απρίλιο, για να καταλήξουν στην υπογραφή της Συνθήκης στις 24 Ιουλίου 1923.
Το απαιτητικό και γοητευτικό ταυτόχρονα εγχείρημα της μετάφρασης
Η συμμετοχή μου στο έργο –ως μία από τις τρεις μεταφράστριες-επιμελήτριες (μαζί με τη Μαρουσώ Τσιριγωτάκη και την Άννα Φραντζή)– εξελίχθηκε σε μια πολύμηνη, απαιτητική και εργώδη εμπειρία. Προσωπικά, τη βίωσα σαν μια νοητική περιήγηση στον χρόνο και στον κόσμο εκείνων που πρωταγωνιστούν στα Πρακτικά, στις γνώσεις τους, στην εμπειρία τους, στις ιδεολογικές προκαταλήψεις τους, στις επιδιώξεις τους και στις πολιτικές ισορροπίες μέσα στις οποίες ελίσσονταν. Όσο το έργο προχωρούσε, τα ονόματα των αντιπροσώπων έπαυαν να αποτελούν απλές υπογραφές κάτω από τα κείμενα των πρακτικών. Αποκτούσαν φωνή, ύφος, σταθερή άποψη και συχνά αναγνωρίσιμες εμμονές.
Μέσα από την επίμονη ενασχόλησή μου με ένα τόσο ιστορικά φορτισμένο υλικό άντλησα ιδιαίτερη ικανοποίηση, καθώς τα δύο πρωτότυπα (αγγλικό και γαλλικό) έκρυβαν πολλαπλές προκλήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταφραστικής «αμηχανίας» αποτέλεσε ο όρος «interned civilians». Η έκφραση αναφέρεται σε μη στρατεύσιμους πολίτες που είχαν τεθεί υπό κράτηση στην περίοδο του πολέμου για κάποιο φερόμενο νομικό παράπτωμα. Η διατήρηση του όρου «πολιτικοί κρατούμενοι» που έχει υιοθετηθεί ακόμη και στο τελικό κείμενο της Συνθήκης θα ήταν παραπλανητική, καθώς παραπέμπει κυρίως σε πρόσωπα που φυλακίστηκαν λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Η επιλογή «άμαχοι υπό κράτηση» αποδίδει ακριβέστερα την ιδιότητά τους, διατηρώντας παράλληλα τη σχετική ουδετερότητα του πρωτοτύπου. Στην πορεία, και ενώ αναπτύχθηκε μια στενή συνεργασία στην ομάδα επιμέλειας, οι αποδόσεις των όρων συζητήθηκαν, αμφισβητήθηκαν, συγκρίθηκαν και τελικά συμφωνήθηκαν από κοινού. Το στοίχημα των επιμελητριών δεν ήταν η απλή συναρμολόγηση των επιμέρους μεταφράσεων, αλλά η εύρεση ενός κοινού ύφους. Σεβόμενες το ειδικό βάρος των Πρακτικών, δεν αρκεστήκαμε σε όσα ήδη γνωρίζαμε, καταφεύγαμε διαρκώς και σε άλλες πηγές. Η κορυφαία δυσκολία, ωστόσο, το μεγάλο ζητούμενο βρισκόταν στην ακρίβεια της απόδοσης, καθώς πίσω από τη χρήση κάθε διπλωματικής διατύπωσης υπήρχε –και υπάρχει ακόμη και σήμερα– ένα συγκεκριμένο διακύβευμα, μια αξίωση, ένα «εθνικό συμφέρον» που αρχικά προβάλλεται και στη συνέχεια απαιτείται.
Μια «επίτομη εγκυκλοπαίδεια» της Συνδιάσκεψης
Εξαιτίας του τεράστιου όγκου του σώματος των Πρακτικών η ανάγνωσή τους μπορεί να έχει διαφορετικές προσεγγίσεις. Δεν είναι απαραίτητο ο τόμος να διαβαστεί γραμμικά, από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μια επίτομη εγκυκλοπαίδεια της Συνδιάσκεψης. Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια έχουν τη δυνατότητα να διατρέξουν το κείμενο ιχνηλατώντας αποκλειστικά τα πραγματολογικά στοιχεία (γεωγραφικά, διοικητικά, εθνοτικά, οικονομικά και πολιτισμικά). Μπορούν να παρακολουθήσουν αυτοτελώς: α) τις στρατηγικές των αντιπροσωπειών· β) τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται οι νέες κρατικές οντότητες, τα νέα σύνορα· γ) το διπλωματικό bras de fer των αντιπροσωπειών σχετικά με τα γεωπολιτικά ζητήματα χρησιμοποιώντας το Ευρετήριο. Επίσης, μπορούν να ξεκινήσουν από τα Περιεχόμενα και να επιλέξουν το κεφάλαιο που τους/τις ενδιαφέρει περισσότερο. Δεν είναι απαραίτητο να ακολουθήσουν χρονολογική σειρά. Μπορούν να σταθούν αυτοτελώς στα πρακτικά των τριών κύριων Επιτροπών ή να διαβάσουν ξεχωριστά τα υπομνήματα του Λόρδου Κέρζον και του Ισμέτ Πασά, να τα αντιπαραβάλουν, παρατηρώντας πώς τα ίδια ακριβώς δεδομένα στοιχειοθετούν εντελώς διαφορετικές επιχειρηματολογίες. Είναι άξιο προσοχής πως τα υπομνήματα που περιλαμβάνονται μπορούν να διαβαστούν αυτοτελώς, σαν κεφάλαια κάποιου βιβλίου Διπλωματικής Ιστορίας.
Συνεπώς, τα πραγματολογικά στοιχεία δεν λειτουργούν μόνο ως απλές επεξηγηματικές πληροφορίες. Αποτελούν ουσιαστικά εργαλεία κατανόησης του σώματος των Πρακτικών. Χωρίς αυτά ο αναγνώστης και η αναγνώστρια παρακολουθούν γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αν εστιάσουν όμως την προσοχή τους στο πώς τα χειρίζεται η κάθε πλευρά, αντιλαμβάνονται τι πραγματικά διακυβευόταν (διάλυση αυτοκρατοριών, νέα σύνορα, νέα έθνη-κράτη, αναγνώριση ή όχι εθνοτικών ομάδων, οικονομικές εξαρτήσεις, γεωπολιτικές ισορροπίες). Δηλαδή, το σχέδιο της εγκαθίδρυσης μιας νέας γεωπολιτικής τάξης πραγμάτων μέσα από την αναδιαμόρφωση της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η μετάφραση των Πρακτικών δεν μετέφερε απλώς τις λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη. Διερμήνευσε έναν κόσμο σε μετάβαση, από τις αυτοκρατορίες στα συμπαγή αλλά εύθραυστα έθνη-κράτη, από τις παλιές διοικητικές μονάδες σε νέα νομικά καθεστώτα (χώρες με Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών/mandate), από την πληθυσμιακή πολυμορφία στην ψευδαίσθηση της εθνικής ομοιογένειας.
Και μέσα στο περίπλοκο πεδίο της ιστορικής μετάβασης, των απαιτητικών διπλωματικών διατυπώσεων και των συνεχών διαπραγματεύσεων, αν προσωπικά έπρεπε να επιλέξω –χωρίς δεύτερη σκέψη– δύο λέξεις που θα επέτρεπαν σε μια Συνθήκη να διατηρεί το πολιτικό αλλά και το ανθρώπινο ειδικό της βάρος, θα ήταν η «ειρηνική συνύπαρξη».
Ο κατεξοχήν λόγος για τον οποίο η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης εξακολουθεί να μας αφορά ακόμη και σήμερα.





