Η Αμερική επέστρεψε και είναι πιο ισχυρή από ποτέ. Έτσι ξεκίνησε την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το πρωί της Τρίτης ο Ντόναλντ Τραμπ. Μια ομιλία, κατά πολλούς, προεκλογική. Πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο στις 3 Νοεμβρίου σε κλίμα δυσμενές για τους ρεπουμπλικανούς.

Η εμφατική αναφορά του Τραμπ στη συμφωνία για τη Γροιλανδία δεν κρίνεται άσχετη με τα παραπάνω, όταν μάλιστα, λίγο αργότερα ακολούθησε στο ίδιο κτίριο η πανηγυρική υπογραφή από τον αμερικανό πρόεδρο, την πρωθυπουργό της Δανίας και τον πρωθυπουργό της Γροιλανδίας, της συνθήκης διεύρυνσης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στο νησί της Αρκτικής.

Στις 21 Ιανουαρίου στο Νταβός, ο Τραμπ είχε απαιτήσει από τη Δανία να παραχωρήσει στις ΗΠΑ την κυριότητα της Γροιλανδίας, αν όχι δια της βίας, αλλά, αν χρειαστεί, δια του οικονομικού εξαναγκασμού.

Το ίδιο βράδυ, μετά τη συνάντησή του με τον Μαρκ Ρούτε, προέκυψε ένα σενάριο συμφωνίας το οποίο, κατά δήλωση του τελευταίου στο Reuters, «μπορεί να οριστικοποιηθεί στις αρχές του 2026».  Κάτι ήξερε ο γ.γ. του ΝΑΤΟ.

Την επομένη ο Τραμπ απέσυρε τις απειλές για δασμούς μέχρι και 25% στη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, αν δεν άρουν τις αντιρρήσεις τους. Υπήρξε, είπε, ένα «πλαίσιο συμφωνίας» που ικανοποιεί τις βασικές αξιώσεις του.

Μετά την τυπική επικύρωση του «πλαισίου συμφωνίας» της 21ης Ιανουαρίου την Τρίτη στον ΟΗΕ, ο αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε όσα είχε πει νωρίτερα στην ομιλία του: Οι ΗΠΑ θα έχουν τον μόνιμο έλεγχο, κανένας αντίπαλός τους δεν θα μπορεί να έχει στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία ή να πραγματοποιήσει ευαίσθητες επενδύσεις εκεί χωρίς την έγκριση της Αμερικής.

Ανέλαβε να αποσαφηνίσει στο Reuters, υπό όρους ανωνυμίας, ένας αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Η Κίνα και η Ρωσία αποκλείονται από οποιαδήποτε πρόσβαση στη Γροιλανδία.

Όταν, στις 6 Απριλίου του 1940, η Δανία παραδόθηκε αμαχητί στη ναζιστική Γερμανία, η Γροιλανδία περιήλθε de facto στην κυριαρχία των ΗΠΑ, με βάσεις, αεροδιαδρόμους και ραντάρ στα μέτρα των αμερικανικών αναγκών για τον έλεγχο του Βόρειου Ατλαντικού –και των διαδρομών προς τη Σοβιετική Ένωση.

Συνεχίζουν, με τα «ραντάρ» στραμμένα τώρα στις διόδους της Κίνας και της Ρωσίας στον Ατλαντικό μέσω Αρκτικού Ωκεανού, στον οποίο η Ρωσία έχει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή, από τη Θάλασσα του Μπάρεντς, στα σύνορα με τη Σκανδιναβία δυτικά, μέχρι τον Βερίγγειο Πορθμό, στα σύνορα με την Αλάσκα ανατολικά.

Οι δηλώσεις της πρωθυπουργού της Δανίας μετά την υπογραφή της συμφωνίας δεν είχαν μοναδικό αποδέκτη τις ΗΠΑ. «Αυτή η ημέρα αποτελεί ορόσημο στη μακρόχρονη συνεργασία μας», είπε η Μέτε Φρέντερικσεν. «Δείχνουμε στους αντιπάλους μας ποιοι είμαστε και το πράττουμε από κοινού».

Η ρήξη στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ρωσίας παίρνει νέες διαστάσεις — μετά και τη νίκη με 37% του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στις τοπικές εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία την Κυριακή, και τις εξελίξεις, δύο εβδομάδες νωρίτερα, στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, όπου η Εναλλακτική έφτασε σε απόσταση αναπνοήςαπό την απόλυτη πλειοψηφία με 43,8%.

Κεντρικό επίδικο και στις δύο περιπτώσεις προεκλογικά ήταν η οικονομία και ειδικά το δυσβάστακτο ενεργειακό κόστος, με την AfD να υπόσχεται λύση μέσω της επιστροφής στο ρωσικό φυσικό αέριο.

Η πληροφορία του Reuters ότι η ηγεσία της AfD σχεδιάζει συνάντηση με τον πρόεδρο Πούτιν το Μάρτιο προς αναζήτηση διεξόδου, δεν αιωρείται στο κενό. Την παραμονή των εκλογών στο Μεκλεμβούργο, η Μόσχα, με ανάρτηση στην πλατφόρμα X του Κίριλ Ντμίτριεφ, ειδικού συνεργάτη του ρώσου προέδρου, συνέδεσε την οικονομική ανάκαμψη του γερμανικού κρατιδίου με την επιστροφή στο ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του Nord Stream.

Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ανεβασμένες 149% σε σχέση με τις 27 Φεβρουαρίου, παραμονή της επίθεσης ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, και η μείωση των αποθεμάτων LNG από 81,6% πέρυσι σε 69,3% σήμερα, εντείνουν τους φόβους ότι η τιμή της μεγαβατώρας μπορεί το χειμώνα να ξεπεράσει τα 100 ευρώ, πραγματικός εφιάλτης για τη θέρμανση των νοικοκυριών, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και τον πληθωρισμό στη Γηραιά Ήπειρο.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της European Council on Foreign Relations, μιας δεξαμενής σκέψης με γραφεία σε επτά ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στις ΗΠΑ, «η δύναμη της AfD είναι σύμπτωμα» της ανικανότητας της παραδοσιακής γερμανικής πολιτικής τάξης να ξεφύγει από την πεπατημένη, με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται αυτό «όχι μόνο για το Βερολίνο αλλά για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά».

Με τη βιομηχανία της να υποχωρεί στον διεθνή ανταγωνισμό, η Γερμανία επιλέγει τη λογική της διατήρησης του ουκρανικού μετώπου και της προετοιμασίας για μετωπική στρατιωτική αναμέτρηση με τη Ρωσία, στη βάση εκτιμήσεων όπως αυτή του υπουργού Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, που υποστηρίζει ότι η Ρωσία παράγει εσχάτως πολύ περισσότερα όπλα από όσα χρειάζεται στο ουκρανικό μέτωπο.

Στη λογική αυτή, το Βερολίνο κατηγόρησε τη Μόσχα για την επίθεση με drones στη Λειψία στις 4 Αυγούστου, προκαλώντας την αντίδραση του ρώσου υπουργού Άμυνας Σεργκέι Λαβρόφ, που διερωτήθηκε αν η απόφαση της Γερμανίας να διώξει το ρωσικό προξενείο από τη Βόννη και να κλείσει το Ρωσικό Σπίτι στο Βερολίνο δεν συνιστά «σε μεγάλο βαθμό έναρξη πραγματικού πολέμου».

Αξιοπρόσεκτη συνήχηση με το σχόλιο του Πούτιν σε δημοσιογράφους, στο περιθώριο της συνόδου των BRICS  στο Νέο Δελχί.

«Λένε», είπε ο ρώσος πρόεδρος αναφερόμενος αορίστως πλην σαφώς σε ευρωπαίους ηγέτες, «ότι σκέφτονται να στείλουν στρατεύματα στο ουκρανικό έδαφος. Θέλουν να αναθεωρήσουν τα αποτελέσματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου; Αυτό θα σήμαινε πόλεμο με τη Ρωσία». «Στο λάθος τους», πρόσθεσε, «να αναστατώνουν τους πολίτες των χωρών τους υποδαυλίζοντας την ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία» οφείλονται οι υψηλές επιδόσεις της AfD.

Foto

United Nations / Flickr