Φωτογραφία: Anna Shvets / Pexels
Στις 6 Μαΐου από το βήμα της ΔΕΘ ο πρωθυπουργός είπε ότι «προτεραιότητά μας (σ.σ.: της κυβέρνησης) είναι η στήριξη του εισοδήματος ως ανάχωμα στην ακρίβεια». Αυτή είναι μία από τις κεντρικές πολιτικές δεσμεύσεις που χρησιμοποιεί η Νέα Δημοκρατία απ’ όταν ήταν στην αντιπολίτευση για να απευθυνθεί στο ευρύ εκλογικό κοινό των εργαζομένων. Βέβαια στην πορεία αυτών των ετών η υπόσχεση αλλάζει, αντικατοπτρίζοντας ουσιαστικά την αποτυχία της κυβέρνησης να υλοποιήσει αυτά που υποσχέθηκε. Το 2019 ήταν να δημιουργηθούν «πολλές και καλές θέσεις εργασίας», με τη δέσμευση ότι θα σπάσει ο κύκλος των μνημονίων και οι εργαζόμενοι θα δουν τα εισοδήματά τους να ενισχύονται. Το 2023 η υπόσχεση ήταν ότι στόχος της ΝΔ για την επόμενη τετραετία θα ήταν να αυξηθούν οι μισθοί, έχοντας ουσιαστικά αποτύχει στην υπόσχεση του 2019. Ενδεικτικό της αποτυχίας είναι ότι ο μέσος πραγματικός μισθός την περίοδο 2019 – 2022 μειώθηκε κατά 1,3% υποδεικνύοντας μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Για να φτάσουμε στο 2025, όπου πλέον ο στόχος έχει περιοριστεί στο να στηριχθούν τα εισοδήματα ως ανάχωμα στην ακρίβεια – δηλαδή, στην καλύτερη περίπτωση μπορεί κάποιος να ελπίζει ότι δεν θα απωλέσει αγοραστική δύναμη, όχι ότι θα βελτιωθεί το βιοτικό του επίπεδο.
Το πρόβλημα του πληθωρισμού
Βασική πηγή του προβλήματος είναι ο έντονος πληθωρισμός μετά την πανδημία, ο οποίος κορυφώθηκε το 2022 που οι τιμές αυξήθηκαν πάνω από 9% σε ένα έτος, ενώ στην συνέχεια, παρά την αποκλιμάκωση, παραμένει περίπου στο 3% – σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός τον Αύγουστο διαμορφώθηκε στο 2,9%. Αυτό έχει οδηγήσει στην αύξηση των τιμών στο σύνολο, σε σύγκριση με το 2020, κατά περίπου 18% στα τέλη του 2024, και πλέον λόγω του επίμονου πληθωρισμού η αύξηση έχει φτάσει περίπου στο 21%.
Τι έγινε την ίδια περίοδο στους μισθούς; Ο μέσος ονομαστικός μισθός κατά την περίοδο 2020 – 2024 αυξήθηκε κατά περίπου 16%, ενώ ο κατώτατος, μαζί με την τελευταία αύξηση την άνοιξη του 2025, έχει αυξηθεί κατά 35%. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι υπάρχει απώλεια αγοραστικής δύναμης για τον μέσο μισθό, ενώ στον κατώτατο μισθό φαίνεται η εικόνα να είναι καλύτερη.
Υπάρχει, όμως, και άλλο ένα στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Ο γενικός δείκτης πληθωρισμού είναι ένας μέσος όρος από τους δείκτες σε επιμέρους κατηγορίες (π.χ. στέγαση, υγεία, διασκέδαση κλπ). Όμως ο τρόπος που ξοδεύουν τα νοικοκυριά το εισόδημά τους είναι πολύ διαφορετικός ανάλογα με το ύψος αυτού. Ένα νοικοκυριό με μεγαλύτερο εισόδημα θα ξοδέψει μεγαλύτερο τμήμα αυτού για παράδειγμα σε ταξίδια και διασκέδαση απ’ ό,τι ένα νοικοκυριό με χαμηλότερο εισόδημα. Αντίστοιχα, ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα θα ξοδέψει μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματός του σε στέγαση, διατροφή, είδη πρώτης ανάγκης κλπ. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ΕΛΣΤΑΤ, σε σύγκριση με το 2020 τα ενοίκια είναι αυξημένα κατά 25%, το ρεύμα κατά 53%, το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 40%, το ψωμί κατά 36%, το κρέας κατά 41%, τα γαλακτοκομικά κατά 35%, το ελαιόλαδο κατά 58%, τα φρούτα και τα λαχανικά κατά 28%.
Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές γιατί παρά τις αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς, ευρύτατα στρώματα της κοινωνίας αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών στον νομό Αττικής, 2 στους 3 απάντησαν ότι το εισόδημα δεν επαρκεί για τον μήνα – μάλιστα το 66% των ερωτώμενων δήλωσε ότι το εισόδημα αρκεί για 3 από τις 4 εβδομάδες του μήνα, ενώ το 32,2% απάντησε ότι αρκεί για τις 15 πρώτες ημέρες του μήνα. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, το 81,6% δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει, ενώ πάνω από τα μισά νοικοκυριά δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500 ευρώ.
Η εικόνα είναι εξίσου αποκαρδιωτική στα στοιχεία για τη στέγαση (ενοίκιο, ρεύμα, κοινόχρηστα κλπ). Τα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούν κατά μέσο όρο το 35,5% του εισοδήματός τους για στέγαση (το αντίστοιχο στην Ευρώπη είναι 19,2%). Μάλιστα 33% των νοικοκυριών (και περίπου 90% των φτωχών νοικοκυριών) δαπανούν πάνω από 40% του εισοδήματος για στέγαση. Δεν πρέπει, λοιπόν, να προξενεί έκπληξη ότι 67,3% των νέων 18–34 μένουν με τους γονείς τους.
Αναγκαίες λύσεις
Για να λυθούν τα παραπάνω προβλήματα, χρειάζονται γενναίες λύσεις και από την πλευρά των εισοδημάτων και από την πλευρά των τιμών.
Από την πλευρά των εισοδημάτων, είναι πολύ σημαντικό να αυξηθούν οι μισθοί σε κάθε επίπεδο, ώστε να μπορέσουν όλοι να αντιμετωπίσουν τη συσσωρευμένη ακρίβεια (η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι είναι πολύ πιο εφικτό να αυξηθούν τα εισοδήματα, παρά να περιμένουμε ότι θα μειωθούν οι τιμές σε όλα τα αγαθά). Σε αντίθεση με αυτά που λέει η κυβέρνηση, δεν αρκεί η αύξηση του κατώτατου μισθού για να συμπαρασύρει και τον μέσο μισθό. Θα πρέπει να ενισχυθούν άμεσα τα εισοδήματα (π.χ. με επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο, με αύξηση του κατώτατου μισθού) και ταυτόχρονα να ενισχυθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και να προστατευθούν τα εργασιακά δικαιώματα. Ενδεικτικό της σημασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι το γεγονός ότι μέχρι και η ΕΕ έχει θέσει σε ισχύ οδηγία που υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να αυξήσουν την κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις στο 80%, αναγνωρίζοντας το θετικό ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Εντός Ελλάδας πηγαίνουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση με ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, διεύρυνση του ωραρίου εργασίας, ενώ σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, μόλις 29% των εργαζομένων καλύπτεται από κάποιου είδους συλλογική σύμβαση.
Στο σκέλος της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος η κυβέρνηση προκρίνει τη μείωση των φόρων ως λύση. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Όμως παρά το σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων. Επειδή στηρίζεται κυρίως σε μείωση των συντελεστών της κλίμακας, ένα 30% – 40% των εργαζόμενοι που βρίσκονται κοντά ή κάτω από το αφορολόγητο, δεν θα δουν κανένα όφελος. Ταυτόχρονα, επειδή η μείωση των συντελεστών συνδέεται με τον αριθμό των παιδιών άλλο ένα 30% – 40% θα δουν ένα πολύ μικρό όφελος (20 – 40 ευρώ τον μήνα) επειδή είτε έχουν χαμηλό εισόδημα, είτε έχουν μέχρι δύο παιδιά. Άρα περίπου το 70% των φορολογουμένων δεν πρόκειται να δουν κάποιο σημαντικό όφελος από αυτές τις αλλαγές, παρόλο που εξακολουθούν να πλήττονται από την ακρίβεια.
Στο σκέλος των τιμών θα πρέπει να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι στην αγορά για να αντιμετωπιστούν φαινόμενα καρτελοποίησης και αισχροκέρδειας. Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρξει μια μεγάλη και καλά χρηματοδοτημένη στεγαστική πολιτική που θα αυξήσει το απόθεμα κατοικιών, θα διασφαλίσει ότι αυτές θα διατίθενται σε προσιτές τιμές και έτσι θα μπορέσει να αποτελέσει αντίβαρο στην ιδιωτική αγορά συγκρατώντας ή και μειώνοντας τις τιμές.
Οι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από την κυβέρνηση της ΝΔ εκτός από νέες υποσχέσεις. Και είτε αυτές θα αφορούν τις νέες θέσεις εργασίας, τις αυξήσεις των μισθών ή την ανάσχεση της ακρίβειας, το αποτέλεσμα θα παραμένει το ίδιο που ζούμε όλα αυτά τα τελευταία χρόνια: η ακρίβεια θα καλπάζει και τα εισοδήματα θα συρρικνώνονται.
Β. Κουφορίζου, Χ. Τσίτσικας
Αποτυχημένο μοντέλο
Η δήλωση του κ. Στουρνάρα είναι πλήρως συμβατή με τα trickle-down economics και τον νεοφιλελευθερισμό. Μας λέει ότι οι μισθοί θα αυξηθούν μόνο αν αυξηθεί η παραγωγικότητα και ότι η παραγωγικότητα θα αυξηθεί μόνο αν γίνουν παραγωγικές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Βέβαια, αν έχουμε διδαχθεί κάτι στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού, είναι ότι το μοντέλο αυτό απέτυχε πλήρως να δώσει αυτά τα αποτελέσματα. Ούτε οι επενδύσεις αυξήθηκαν, ούτε οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν όσο θα έπρεπε με βάση τις αλλαγές στην παραγωγικότητα. Σχετικά δε με το σχόλιο του για τον κίνδυνο χρεοκοπίας αν αυξηθούν οι μισθοί, απέναντι σε αυτό το επιχείρημα θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι 15 χρόνια τώρα προσπαθούν να μας πείσουν ότι για τη χρεοκοπία του 2009 ευθύνονται οι αυξήσεις των μισθών, οι οποίοι εξάλλου είναι πάντα οι πρώτοι ύποπτοι.





