Κλέφτης, πρεζόνι, γκέι, παράσιτο, απόβλητο της κοινωνίας, δηλαδή, σκουπίδι. Και στην άλλη μεριά, οι στυλοβάτες. Με φαμίλιες που έχουν να θρέψουν, δουλευταράδες κι επιχειρηματίες. Και μαζί τα όργανα της τάξεως. Που διαφυλάττουν την τάξη και την ασφάλεια και την απρόσκοπτη προκοπή.
Τα άχρηστα και τα χρηστά: το κοινωνικό σώμα διαχωρίζεται τεχνητά, τα αδηφάγα ένστικτα αναμοχλεύονται, αυτά που δήθεν περισσεύουν πετιούνται στους κάδους των απορριμμάτων. Η κοινωνία πρέπει να καθαρίσει απ’ αυτά.
Έτσι εκπαιδεύεται ο –τρομαχτικά– φυσιολογικός άνθρωπος, ο καλός σύζυγος και φίλος και πατέρας: να ενσωματώνει στην ψυχή και στο μυαλό, να αναπαράγει με τη λογική και το συναίσθημα, κάθε φορά το «μάθημα της φοβερής κοινοτοπίας του κακού, που ξεπερνά τη γλώσσα και τη σκέψη»*. Και από πριν, πιθανόν, να «μην υπήρχε σημάδι πάνω του εδραίων ιδεολογικών πεποιθήσεων ή ιδιαίτερων αχρείων κινήτρων».
Αλλά το θεμελιώδες ιδεολογικό ατόπημα της Χάνα Άρεντ με την κοινοτοπία του κακού εδώ ακριβώς βρίσκεται: στο ότι ούτε είδε ούτε κατανόησε το ενεργοποιημένο αυτεξούσιο του Άιχμαν –όσο κι αν οι άνθρωποι είναι δημιουργήματα των κοινωνικών συνθηκών της ύπαρξής τους– με το οποίο έκανε την τελική επιλογή της «τελικής λύσης». Οπότε δεν χωρούν δικαιολογίες. Ούτε πριν ούτε μετά το Άουσβιτς. Ούτε πριν ούτε μετά τον Φύσσα.
Και φυσικά, ούτε πριν ούτε μετά το Ζακ. Διότι ο άνθρωπος που σκότωσαν στο ξύλο, νοικοκυραίοι και αστυνομικοί, οχτώ χρόνια πριν, με μπουνιές και κλωτσιές, εκπροσωπούσε αυτό που το σύστημα εκλαμβάνει ως απειλή στη συνοχή του. Και το εχθρεύεται και προσπαθεί να το εξοντώσει.
Ζακ Κωστόπουλος, Zackie Oh: γκέι και οροθετικό, με δυναμική δράση στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, πλάσμα μαχητικό για τα δικαιώματα των αδυνάτων, υπήρξε ο ανθρωπότυπος που συμπυκνώνει πάνω του το κοινωνικό μίσος των αλλοτριωμένων και των υποταγμένων. Είναι ο «Άλλος», ο διαφορετικός, εκείνος που χαλάει τη συνταγή της προσαρμογής και δέχεται τα πυρά μιας μοχθηρίας ιδιαιτέρως χρήσιμης στους από πάνω, την οποία οι (μικρο)αστοί αδυνατούν να μετουσιώσουν σε κοινωνική αντι-δράση.
Διότι τούτος ακριβώς είναι ο στόχος: η φιλοσοφία της αποκτήνωσης. Να καλλιεργηθεί και να κατευθυνθεί δηλαδή το μίσος σε όσα δεν συμμορφώνονται με τους όρους που επιβάλλει το σύστημα. Οι ετερότητες μπαίνουν στο στόχαστρο. Η μυθολογία για τον Ξένο, τον Αλλόφυλο, τον βιοπολιτικά κατώτερο, συγκροτεί το ρατσιστικό αφήγημα, γνώριμο από τη σκοτεινότερη εποχή του περασμένου αιώνα. Έτσι, στο νέο «εμείς» του φασιστικού ενοποιητικού μύθου συγκαταλέγονται οι «εκπολιτισμένοι» νομοταγείς. Όσοι μένουν εκτός είναι, σε κάθε περίπτωση, εγκληματίες. Το συνηθέστερο στυγεροί. Οπότε, το δικαίωμα της βίας θεωρείται, περίπου αναφαίρετο.
Να απομακρύνεις, να εξοντώνεις ή εν τέλει να σκοτώνεις στο ξύλο, όποιο (νομίζεις ότι) επιθυμεί να διαταράξει την τακτοποιημένη, καθώς πρέπει ζωή σου, στη φασίζουσα λογική, δεν θεωρείται μεμπτό. Τουναντίον. Κάπως έτσι ο μεσίτης έσπευσε «αλληλέγγυος» να συμβάλει στον ξυλοδαρμό του Ζακ, ακολουθώντας το ρωμαϊκό fasces-fascio, με τα δεμάτια με τα ραβδιά του Μουσολίνι, να αποτελούν σύμβολα της ενότητας της ομάδας.
Στην τωρινή επανάληψη, ως τραγωδίας πια, της σκοτεινής περιόδου όπου καλλιεργούνταν και διαχέονταν τα δηλητήρια των ναζί, η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας συσκοτίζεται και πάλι. Η προπαγάνδα έναντι του «διαφορετικού» με τη συσπείρωση των μαζών τοποθετούσε, πάντα, στο στόχαστρο τον παρία, καλύπτοντας τους όντως εκμεταλλευτές και αφαιρώντας κάθε δυναμική από τυχόν χειραφετικούς αγώνες.
Σε άκρως διχαστικούς καιρούς, επίσης, ο μισανθρωπισμός των νοικοκυραίων επικροτείται. Τα «κατώτερα όντα» που επιβουλεύονται τους «οικογενειάρχες» δεν αξίζει να προστατεύονται: Στον φονικό, σε κοινή θέα, ξυλοδαρμό του Ζακ το πλήθος παρακολουθούσε απαθές –με ελάχιστες εξαιρέσεις. Διότι ο εθισμός στην κακοποίηση εκείνου «που-δεν-είναι-σαν-εμάς» αποτελεί την επιτομή της αλλοτρίωσης.
Σε μια τέτοια συνθήκη, οι καταδικασμένοι φονιάδες του Ζακ, ο κοσμηματοπώλης στο μαγαζί του οποίου βρέθηκε, και ο μεσίτης, αυτόκλητος βοηθός στις γροθιές και στις κλωτσιές, έπεσαν, ως γνωστόν, στα μαλακά αφού το Εφετείο αναπροσάρμοσε τις ποινές τους, ελαφρύνοντάς τες. Οι δε αστυνομικοί αθωώθηκαν.
Αλλά ο Ζακ, η Zackie Oh, παραμένει εδώ. Η ασυμβίβαστη ζωή του, οι αγώνες και ο μαρτυρικός του θάνατος το καθιστούν σύμβολο ενάντια στο μίσος και τον κοινωνικό εκφασισμό. Και πηγή έμπνευσης για έναν κόσμο λιγότερο άδικο.
Φωτο
Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi





