φωτογραφία: ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μιλάει κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου Ζαμποτίνσκι του Παγκόσμιου Κινήματος Betar στην Ιερουσαλήμ, 4 Ιανουαρίου 2023
Κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο, το 1982, ο εμβληματικός Ιταλοεβραίος διανοούμενος Πρίμο Λέβι έδωσε μια συνέντευξη στην εφημερίδα la Repubblica, στην οποία ασκούσε δριμεία κριτική στην πολιτική του Ισραήλ και ζητούσε την παραίτηση της κυβέρνησης Μπεγκίν. Δεν δίστασε, μάλιστα, να χαρακτηρίσει τον ίδιο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ως φασίστα: «Για τον Μπεγκίν, αποδέχομαι τον προσδιορισμό “φασίστας”. Πιστεύω ότι ο ίδιος ο Μπεγκίν δεν θα τον απέρριπτε. Υπήρξε μαθητής του Ζαμποτίνσκι: ο τελευταίος εκπροσωπούσε τη δεξιά πτέρυγα του Σιωνισμού, δήλωνε φασίστας και συγκαταλεγόταν στους συνομιλητές του Μουσολίνι. Ναι, ο Μπεγκίν ήταν μαθητής του». Την επόμενη χρονιά, στο περιοδικό L’Espresso, ο Λέβι προχώρησε σε μια ακόμη δήλωση, που σήμερα θα μπορούσε να προκαλέσει κατηγορίες περί αντισημιτισμού: αμφισβήτησε την ταύτιση της εβραϊκής κουλτούρας με το κράτος του Ισραήλ. «Το καλύτερο κομμάτι της εβραϊκής κουλτούρας συνδέεται με τη διασπορά της, με τον πολυεστιακό της χαρακτήρα».
Μπορούμε, όμως, να αποδεχτούμε τον χαρακτηρισμό «φασίστας» που απέδιδε ο Λέβι στον Μπεγκίν;
Υπήρξε φασιστικό ρεύμα μέσα στον σιωνισμό;
Μετά το Ολοκαύτωμα, η σύνδεση αυτών των εννοιών μοιάζει παράδοξη. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, τμήματα του αναθεωρητικού σιωνισμού συνεργάστηκαν με το ιταλικό φασιστικό καθεστώς και υιοθέτησαν πλευρές της πολιτικής του πρακτικής. Ο Πρίμο Λέβι δεν ήταν ο μόνος Εβραίος διανοούμενος που επισήμανε αυτή τη συγγένεια.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1948, Εβραίοι διανοούμενοι και επιστήμονες, μεταξύ των οποίων ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και η Χάνα Άρεντ, με επιστολή τους στους New York Times συνέδεαν άμεσα το κόμμα Χερούτ του Μπεγκίν (πολιτικού προδρόμου του σημερινού Λικούντ) και τη δεξιά παραστρατιωτική οργάνωση Ιργκούν με τον φασισμό. Στην επιστολή τους προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο ανάπτυξης ενός φασιστικού κινήματος στο νεοσύστατο Ισραήλ:
«Από τα πιο ενοχλητικά πολιτικά φαινόμενα της εποχής μας είναι η εμφάνιση στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ του κόμματος Χερούτ, ενός πολιτικού κόμματος που στην οργάνωση, στις μεθόδους, στην πολιτική φιλοσοφία και στην κοινωνική απεύθυνση μοιάζει με το Ναζιστικό και το Φασιστικό Κόμμα. Δημιουργήθηκε από μέλη και ακολουθητές της πρώην Irgun Zvai Leumi, μιας τρομοκρατικής, δεξιάς, σωβινιστικής οργάνωσης στην Παλαιστίνη.
(…)
Οι δημόσιες διαβεβαιώσεις του κόμματος του Begin δεν αποτελούν οδηγό για τον πραγματικό του χαρακτήρα. Σήμερα μιλούν για ελευθερία, δημοκρατία και αντιιμπεριαλισμό, ενώ μέχρι πρόσφατα κήρυτταν ανοιχτά το δόγμα του φασιστικού κράτους. Είναι στις δράσεις του που το τρομοκρατικό κόμμα προδίδει τον πραγματικό του χαρακτήρα. Από τις παλιότερες δράσεις του μπορούμε να κρίνουμε τι αναμένεται να κάνει στο μέλλον.
(…)
Μέσα στην εβραϊκή κοινότητα έχουν κηρύξει ένα συνονθύλευμα υπερεθνικισμού, θρησκευτικού μυστικισμού και φυλετικής ανωτερότητας. Όπως και άλλα φασιστικά κόμματα, έχουν χρησιμοποιηθεί για να σπάσουν απεργίες και τα ίδια έχουν πιέσει για την καταστροφή των ελεύθερων συνδικάτων. Στη θέση τους έχουν προτείνει εργοδοτικά συνδικάτα κατά το ιταλικό φασιστικό μοντέλο»
Ζεέβ Ζαμποτίνσκι: ένας «Εβραίος Ντούτσε»
Στις 10 Οκτωβρίου του 1928 ο Αμπά Αχιμέιρ, εκ των ηγετών του αναθεωρητικού σιωνισμού, δημοσίευσε στην εφημερίδα Do’ar ha-Yom, ιδιοκτήτης της οποίας ήταν ο φίλα προσκείμενος στο καθεστώς Μουσολίνι σιωνιστής Ιταμάρ Μπεν-Αβί, το άρθρο: «Τρέχοντα ζητήματα (Από το σημειωματάριο ενός φασίστα) – Σχετικά με την άφιξη του δικού μας Ντούτσε». Σύμφωνα με τον Αχιμέιρ, ο οποίος αυτοπροσδιοριζόταν ως φασίστας, ο Ζαμποτίνσκι έπρεπε να υλοποιήσει την κληρονομιά του ιδρυτή του πολιτικού σιωνισμού Τέοντορ Χερτσλ μέσα από τη δικτατορική ισχύ μιας σιωνιστικής στρατιωτικής ελίτ, στα πρότυπα του φασιστικού παραδείγματος: «Έτσι είναι η πορεία του κόσμου: οι λίγοι θα κυβερνήσουν τους πολλούς. Θα τους κυβερνήσουν πραγματικά, είτε με τη δύναμη των όπλων είτε με τη δύναμη της πίστης τους. Ο Εβραίος Ντούτσε πρέπει να οργανώσει εδώ τη χούφτα των ανθρώπων που είναι ικανοί να υποταχθούν στην πειθαρχία του. Να δημιουργήσει την “Εθνική Φρουρά” και να μην αφιερώνει τον χρόνο του στην πολυπληθή αγέλη».
Ο Ρωσοεβραίος διανοούμενος Ζεέβ Ζαμποτίνσκι προσχώρησε στον σιωνισμό σε νεαρή ηλικία, μετά το πογκρόμ του Κισινάου που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1903, κατά την περίοδο του Ορθόδοξου Πάσχα. Το πογκρόμ ξεκίνησε όταν η αντισημιτική εφημερίδα Bessarabetz απέδωσε τον θάνατο δύο παιδιών στους Εβραίους που ήθελαν να φτιάξουν με το αίμα τους άζυμο άρτο. Αυτή η συνωμοσιολογική θεωρία που ήταν πλατιά διαδεδομένη στον χριστιανικό κόσμο της Ευρώπης έμεινε γνωστή ως «λίβελος (ή συκοφαντία) του αίματος». Κατά τη διάρκεια του πογκρόμ δολοφονήθηκαν 49 Εβραίοι, τραυματίστηκαν εκατοντάδες, βιάστηκαν γυναίκες, λεηλατήθηκαν μαγαζιά και καταστράφηκαν εκατοντάδες σπίτια.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ζαμποτίνσκι στήριξε τη συμμετοχή των σιωνιστών στον πόλεμο υπέρ της Βρετανίας και υπηρέτησε ως αξιωματικός στην Εβραϊκή Λεγεώνα (Jewish Legion). Κατά τη γνώμη του η στήριξη της Βρετανίας στον πόλεμο ήταν απαραίτητο βήμα για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους. Κατά τη διάρκεια των ταραχών του Νάμπι Μούσα στην Ιερουσαλήμ (1920) οι Βρετανοί συνέλαβαν τον Ζαμποτίνσκι και τον καταδίκασαν σε 15 χρόνια καταναγκαστικών έργων. Πολύ γρήγορα, όμως, του χορήγησαν αμνηστία.
Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1921, κατά τη διάρκεια του 12ου Σιωνιστικού Συνεδρίου, ο Ζαμποτίνσκι υπέγραψε συμφωνία με τις δυνάμεις του Ουκρανού εθνικιστή Σίμον Πετλιούρα, οι δυνάμεις του οποίου είχαν διαπράξει μαζικά αντισημιτικά πογκρόμ. Η συμφωνία προέβλεπε τη δημιουργία, τον εξοπλισμό και την ενίσχυση μιας σιωνιστικής ένοπλης πολιτοφυλακής που θα συνόδευε τους εθνικιστές στην εκστρατεία τους εναντίον των μπολσεβίκων και ταυτόχρονα θα προστάτευε τις εβραϊκές κοινότητες. Η συμφωνία αυτή δίχασε το σιωνιστικό κίνημα, ωστόσο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο ίδιος ο Ζαμποτίνσκι περιέγραφε τη συμμαχία με τις αντισημιτικές δυνάμεις ως ένα είδος κυνικής Realpolitik: «Εργάζομαι για τη Γη του Ισραήλ, ακόμη κι αν χρειαστεί να συμμαχήσω με τον διάβολο». Χρόνια αργότερα η στρατηγική αυτή θα γινόταν οδηγός για παρόμοιες —αποτυχημένες— απόπειρες της αντιβρετανικής παραστρατιωτικής οργάνωσης Λεχί να συνεργαστεί με τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό, στη βάση της αμοιβαίας ωφέλειας («λύση» του εβραϊκού ζητήματος μέσα από την απομάκρυνση των Εβραίων από την Ευρώπη και τη δημιουργία σιωνιστικού κράτους στην Παλαιστίνη).
Το 1923 δημιουργήθηκε η οργάνωση νεολαίας Μπετάρ στη Ρίγα της Λετονίας, η οποία εξελίχθηκε σε βραχίονα του «αναθεωρητικού σιωνισμού» με κεντρικό ηγέτη τον Ζαμποτίνσκι. Ως οργάνωση η Μπετάρ είχε πολλά κοινά με φασιστικά κινήματα της Ευρώπης: παραστρατιωτική εκπαίδευση της νεολαίας, λατρεία των τελετουργιών, δημιουργία ένστολων τμημάτων, πειθαρχία, πολιτική της ισχύος (Machtpolitik), αυταρχισμός, έμφαση στο αλάνθαστο του ηγέτη, έντονος δομικός αντικομμουνισμός και απόρριψη της ταξικής πάλης στο όνομα του εθνικιστικού σκοπού. «Για τους σιωνιστικούς πνεύμονές μας, ο κομμουνισμός είναι ασφυξιογόνο αέριο και έτσι πρέπει να τον αντιμετωπίζετε», έλεγε ο Ζαμποτίνσκι. Θεωρούσε πως ο κομμουνισμός προωθώντας την ταξική πάλη έρχεται σε σύγκρουση με τους εθνικούς σκοπούς του εβραϊσμού και «επιδιώκει να εξαλείψει τη μοναδική πηγή του δημιουργικού μας κεφαλαίου – την εβραϊκή αστική τάξη». Στον σιωνισμό, έλεγε, η ιδέα της ταξικής πάλης είναι ανήθικη.
Ο Ζαμποτίνσκι υποστήριζε ευθέως τον εκτοπισμό των Αράβων από την Παλαιστίνη και χλεύαζε τους πιο μετριοπαθείς σιωνιστές που ήθελαν την ίδρυση εβραϊκής εθνικής εστίας έπειτα από διάλογο με τους Άραβες. Έγραφε το 1923: «(…) Όσοι υποστηρίζουν ότι η συμφωνία με τους ντόπιους αποτελεί έναν από τους βασικούς όρους του σιωνισμού μπορούν τώρα να πουν “όχι” και να αποχωρήσουν από το σιωνισμό. Ο σιωνιστικός αποικισμός, ακόμα και ο πιο περιορισμένος, είτε θα λάβει τέλος είτε θα πραγματοποιηθεί παρά τη θέληση του γηγενή πληθυσμού. Αυτός ο αποικισμός μπορεί, επομένως, να συνεχισθεί και να προχωρήσει μόνο υπό την προστασία μιας δύναμης που είναι ανεξάρτητη από τον ντόπιο πληθυσμό – ένα σιδηρούν τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν μπορεί να ανατρέψει. Αυτή είναι, γενικώς, η πολιτική μας έναντι των Αράβων. Το να τη διατυπώνουμε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο δεν θα ήταν παρά μονάχα υποκρισία.
(…)
Όλοι μας ανεξαιρέτως, απαιτούμε συνεχώς αυτή η δύναμη να εκπληρώσει απαρέγκλιτα τις υποχρεώσεις της. Υπό αυτήν την έννοια δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους “μιλιταριστές” μας και τους “χορτοφάγους” μας. Οι πρώτοι προτιμούν ένα σιδηρούν τείχος από τις Εβραϊκές ξιφολόγχες, οι άλλοι προτείνουν ένα σιδηρούν τείχος από τις Βρετανικές ξιφολόγχες». Το «σιδηρούν τείχος» περιέγραφε μια σχέση ισχύος στην οποία η αραβική αντίσταση δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την εγκαθίδρυση εβραϊκής πλειοψηφίας στην Παλαιστίνη.
Ο Ζαμποτίνσκι επεδίωξε και πέτυχε ως ένα βαθμό τη συνεργασία του αναθεωρητικού σιωνισμού με το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας. Η προσέγγιση είχε και γεωπολιτικά κίνητρα: θεωρούσε την Ιταλία πιθανό αντίβαρο στη βρετανική επιρροή στην Παλαιστίνη. Στις 14–15 Φεβρουαρίου του 1932 πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο πανιταλικό συνέδριο των αναθεωρητών σιωνιστών, στο οποίο επικυρώθηκε η εμπιστοσύνη του κινήματος στο φασιστικό καθεστώς και η δυσπιστία απέναντι στη Βρετανία. Το συνέδριο προέτρεπε «τον παγκόσμιο εβραϊσμό να δώσει συγκεκριμένη πολιτική μορφή στην παραδοσιακή του συμπάθεια προς την Ιταλία» και καλούσε το καθεστώς Μουσολίνι να στηρίξει την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Αποφασίστηκε επίσης η αποχώρηση των αναθεωρητών σιωνιστών από την Ιταλική Σιωνιστική Ομοσπονδία και η συγκρότησή τους ως αυτόνομη ομάδα.
Από τη μια ο Ζαμποτίνσκι απέκρουε τον όρο «φασισμός» για να περιγράψει το κίνημά του και δήλωνε πως ο φασισμός είναι ανεφάρμοστος στο σιωνιστικό κίνημα. Από την άλλη όμως δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για το καθεστώς Μουσολίνι. Σε άρθρο του στην Jewish Daily Bulletin στις 11 Νοεμβρίου του 1935, αποκαλούσε τον φασισμό όρο που, κατά τη γνώμη του, δεν έπρεπε να χρησιμοποιείται ως ύβρις, επικαλούμενος τη θέση των Εβραίων στην Ιταλία. Καλούσε τους Εβραίους να σταματήσουν να τον χρησιμοποιούν ως βρισιά: «(…) υπάρχει και ένας πολύ πιο σημαντικός λόγος για να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο “Φασισμός” ως βρισιά στις εβραϊκές συζητήσεις. Ο φασισμός είναι, σήμερα, το επίσημο δόγμα της Ιταλίας, και η Ιταλία είναι μια από εκείνες τις χώρες όπου οι Εβραίοι απολαμβάνουν πλήρη ισότητα· όχι μόνο πολιτικά αλλά και κοινωνικά. Τέτοιες χώρες δεν είναι πολύ πολυάριθμες, και ο αριθμός τους, για να μην πούμε τίποτα άλλο, δεν αυξάνεται. Είναι πολύ άσοφο να επιμένουμε να ανταγωνιζόμαστε μία από αυτές καταχρώμενοι έναν όρο και μια ιδέα που τόσο πολύ αγαπούν τόσο οι ηγέτες τους όσο και η νεολαία τους».

Όταν οι Ιταλοί φασίστες εκπαίδευαν στα όπλα τη σιωνιστική οργάνωση Μπετάρ
Από το 1933 ο Μουσολίνι ήταν θετικά διακείμενος στη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη, καθώς θεωρούσε πως θα αποδυνάμωνε τον βρετανικό έλεγχο της περιοχής. Ο Μουσολίνι θεωρούσε το κίνημα του Ζαμποτίνσκι ως φυσικό σύμμαχο και στο πλαίσιο αυτό διευκόλυνε την ίδρυση της ναυτικής ακαδημίας της Civitavecchia, στην οποία εκπαιδεύονταν νεολαίοι της Μπετάρ. Η εκπαίδευση πραγματοποιούνταν κυρίως από Ιταλούς αξιωματικούς, ενώ διοικητής της σχολής ήταν ο Νικόλα Φούσκο, αξιωματικός του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού και επικεφαλής του τοπικού τμήματος του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος. Στόχος ήταν μέσω της εκπαίδευσης από τους Ιταλούς να μπουν τα θεμέλια για την οικοδόμηση του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού του μελλοντικού εβραϊκού κράτους.

Ένας από τους συνδέσμους ανάμεσα στον αναθεωρητικό σιωνισμό και τον ιταλικό φασισμό ήταν ο γεννημένος στη Θεσσαλονίκη καθηγητής φιλοσοφίας Ισαάκ Σιάκι, ιδρυτής της σιωνιστικής οργάνωσης Avodà. Σε λόγο του προς τους φοιτητές της στρατιωτικής ακαδημίας στις 20 Οκτωβρίου του 1936, ο Sciaky είπε: «Φοιτητές! Χαιρετήστε την ιταλική σημαία που κυματίζει στο εβραϊκό σας σκάφος. Να θυμάστε πάντα τι σας έχει δώσει η Φασιστική Ιταλία!… Τα νερά της “Mare Judaicum” θα αναμειχθούν φιλικά με τα νερά της “Mare Nostrum” της Ιταλίας».
Ένας από τους απόφοιτους της σχολής ήταν ο Αβραάμ Μπλας, αργότερα ανώτατος αξιωματικός του ισραηλινού Πολεμικού Ναυτικού. Σύμφωνα με μαρτυρία του οι εκπαιδευόμενοι χαιρετούσαν με το λεγόμενο «ρωμαϊκό στιλ», δηλαδή με τον φασιστικό χαιρετισμό. Στις στολές τους οι δόκιμοι έφεραν μια άγκυρα, τη Μενορά (επτάφωτη λυχνία) και το φασιστικό fascio littorio (δέσμη ράβδων). Σύμφωνα με την εφημερίδα L’Idea Sionistica οι εκπαιδευόμενοι τραγουδούσαν τον ύμνο του Φασιστικού Κόμματος. Το «Δελτίο της Κοινοπραξίας Επαγγελματικών Σχολών για το Ναυτικό Προσωπικό» έγραφε για τη Ναυτική Ακαδημία της Μπετάρ: «Με τη σύμφωνη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, επιβεβαιώθηκε ότι οι απόψεις και οι πολιτικές και κοινωνικές τάσεις των Αναθεωρητών [σιωνιστών] είναι γνωστές και ότι εναρμονίζονται πλήρως με τη φασιστική ιδεολογία. Επομένως, ως μαθητές μας, θα μεταφέρουν τον ιταλικό και φασιστικό πολιτισμό στην Παλαιστίνη»
Τον Οκτώβρη του 1935 η Μπετάρ υποστήριξε τη φασιστική εισβολή στην Αβησσυνία, γεγονός που δείχνει την εναρμόνισή της με το φασιστικό καθεστώς. Τον Φεβρουάριο του 1937 ο Νικόλα Φούσκο ταξίδεψε στη Βρετανία για συνομιλίες με τον Ζαμποτίνσκι κι άλλους επιχειρηματίες και εκπροσώπους του σιωνισμού. Συζητήθηκε η συνέχιση της χρηματοδότησης της Σχολής και η ανάπτυξη εβραϊκής αλιευτικής και ναυτικής δραστηριότητας στην Παλαιστίνη.
Ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν όταν η φασιστική Ιταλία απέκτησε στενότερες σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία και υιοθέτησε το 1938 τους φυλετικούς αντισημιτικούς νόμους. Η συνεργασία με το ιταλικό καθεστώς διακόπηκε και η σχολή έκλεισε. Στα τέσσερα χρόνια λειτουργίας της είχε εκπαιδεύσει στελέχη που αργότερα συνέβαλαν στη συγκρότηση του ισραηλινού ναυτικού.
Η απόπειρα της Λεχί να συνεργαστεί με τη ναζιστική Γερμανία
Η παραστρατιωτική οργάνωση Ιργκούν ιδρύθηκε το 1931 ως διάσπαση της Χαγκανά και ένοπλος στρατιωτικός βραχίωνας του αναθεωρητικού σιωνισμού στην Παλαιστίνη. Η βασική δραστηριότητα της Ιργκούν ήταν αντιαραβική, ωστόσο υπήρξαν αρκετές τριβές και με τις βρετανικές αρχές κατοχής. Στις 29 Ιουνίου του 1938 οι Βρετανοί απαγχόνισαν τον 25χρονο παραστρατιωτικό της Ιργκούν και μέλος της Μπετάρ, Σλόμο Μπεν Γισέφ. Είχε καταδικαστεί για ένοπλη επίθεση εναντίον αραβικού λεωφορείου. Ήταν ο πρώτος Εβραίος που εκτέλεσαν οι Βρετανοί στην, υπό βρετανική εντολή, Παλαιστίνη. Με την εκτέλεσή του, παρότι η επίθεση δεν είχε προκαλέσει θύματα, επιδίωξαν να προβάλουν την «αμεροληψία» τους στη σύγκρουση. Οι σχέσεις των Βρετανών με την Ιργκούν οξύνθηκαν το 1939, όταν η Βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε τον περιορισμό της Εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη. Η Ιργκούν προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον πολιτικών και στρατιωτικών υποδομών της Βρετανικής κατοχής, ενώ στις 26 Αυγούστου του 1939 δολοφόνησε με νάρκη δύο Βρετανούς αστυνομικούς. Οι Βρετανοί απάντησαν με συλλήψεις ηγετών της Ιργκούν λίγες ημέρες αργότερα. Τον Οκτώβρη του 1939 η ηγεσία της Ιργκούν ήρθε σε συμφωνία με τους Βρετανούς και δεσμεύθηκε να σταματήσει την ένοπλη δράση εναντίον τους. Ένα τμήμα της οργάνωσης, με επικεφαλής τον Αβραάμ Στερν, διαφώνησε. Το 1940 αποσχίστηκε και συνέχισε την ένοπλη αντιβρετανική δράση. Από αυτό προέκυψε η οργάνωση που έγινε γνωστή ως Λεχί.
Σε αντίθεση με τη Χαγκανά και την Ιργκούν, που ανέστειλαν τις αντιβρετανικές επιθέσεις κατά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Λεχί συνέχισε τον αγώνα εναντίον των Βρετανών. Η ηγεσία της επιχείρησε να προσεγγίσει πρώτα τη φασιστική Ιταλία και κατόπιν τη ναζιστική Γερμανία.
Σύμφωνα με την Ένωση μνήμης της Λεχί, ο Στερν επεδίωκε μια συμφωνία με τους Γερμανούς προκειμένου «να σωθούν οι Εβραίοι της Ευρώπης μεταφέροντάς τους στη χώρα [στην Παλαιστίνη]». Ο Στερν θεωρούσε ότι είχε τη δυνατότητα να στρατολογήσει εκατοντάδες χιλιάδες νεαρούς Εβραίους στον στρατό του, να τους οπλίσει και να έρθει σε συνεννόηση με τους Γερμανούς για τη μεταφορά τους στην Παλαιστίνη, προκειμένου να ξεκινήσει πόλεμος εναντίον των Βρετανών: «Με αυτόν τον τρόπο, οι Εβραίοι θα αποκτούσαν κράτος και οι Γερμανοί θα απαλλάσσονταν από μια σημαντική βρετανική βάση στη Μέση Ανατολή». Με αυτό το σκεπτικό ο Στερν διέταξε επείγουσες διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς, αναθέτοντας τον ρόλο του διαπραγματευτή στον πολύγλωσσο στενό του συνεργάτη Ναφτάλι Λούμπιντσικ.
Στα τέλη του 1940 ο Λούμπιντσικ συνάντησε στη Βηρυτό τον Γερμανό διπλωμάτη Βέρνερ Όττο φον Χέντιχ και του διαβίβασε τις προτάσεις της Λεχί. Τον Ιανουάριο του 1941 οι προτάσεις της Λεχί έφτασαν στο ναζιστικό καθεστώς στο Βερολίνο μέσω του Γερμανού ναυτικού ακόλουθου στην Άγκυρα.
Σύμφωνα με το Γερμανικό υπηρεσιακό έγγραφο που σώζεται, η Λεχί πρότεινε στους Γερμανούς την εκκένωση της Ευρώπης από τις εβραϊκές μάζες και τη μετεγκατάστασή τους στην Παλαιστίνη. Η Λεχί τόνιζε ότι, «γνωρίζει καλά την ευνοϊκή στάση της γερμανικής κυβέρνησης του Ράιχ και των αρχών της απέναντι στη σιωνιστική δραστηριότητα εντός της Γερμανίας και στα σιωνιστικά σχέδια μετανάστευσης, θεωρεί ότι: θα μπορούσε να υπάρξει κοινότητα συμφερόντων μεταξύ των επιδιώξεων μιας αναδιοργάνωσης της Ευρώπης σύμφωνα με τη γερμανική αντίληψη και των πραγματικών εθνικών επιδιώξεων του εβραϊκού λαού, τις οποίες ενσαρκώνει η Irgun Zvai Leumi [η Λεχί δηλαδή], θα ήταν δυνατή μια συνεργασία μεταξύ της Νέας Γερμανίας και ενός ανανεωμένου, εθνικιστικού εβραϊκού στοιχείου». Η Λεχί πρότεινε την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους – δορυφόρου της Γερμανίας στην Παλαιστίνη, σε εθνική και ολοκληρωτική βάση, στα πρότυπα του Τρίτου Ράιχ. Για τον σκοπό αυτό προσέφερε τη συμμετοχή της στον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας και το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στην Παλαιστίνη που θα διευκόλυνε τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς της Γερμανίας. Στα τέλη του 1941 έγινε μια νέα προσπάθεια για διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς. Ωστόσο η απόπειρα ήταν αποτυχημένη καθώς ο απεσταλμένος της Λεχί Νάθαν Γιελίν-Μορ συνελήφθη από τη Βρετανική αστυνομία στη Συρία, κοντά στο Χαλέπι.

Τελικά, οι Γερμανοί δεν αποδέχθηκαν τις προτάσεις της Λεχί. Οι βρετανικές δυνάμεις σκότωσαν τον Στερν το 1942. Με την ίδρυση του Ισραήλ, μέλη της Λεχί εντάχθηκαν στις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις, όπως και μέλη της Χαγκανά και της Ιργκούν. Η οργάνωση συνδέθηκε επίσης με τη δολοφονία του κόμη Φόλκε Μπερναντότ, Σουηδού διπλωμάτη και μεσολαβητή του ΟΗΕ, στις 17 Σεπτεμβρίου 1948.
Ένας εκ των ηγετών της Λεχί μετά τη δολοφονία του Στερν ήταν ο Γιτζάκ Σαμίρ, που είχε την ευθύνη των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της οργάνωσης. Αργότερα έγινε πράκτορας της Μοσάντ, εντάχθηκε στο κόμμα Χερούτ του Μπεγκίν, έγινε υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ το 1980, διαδέχθηκε τον Μπεγκίν στην ηγεσία του Λικούντ το 1983 και έγινε πρωθυπουργός από το 1983 ως το 1984 κι από το 1986 ως το 1992. Το 1993 τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του Λικούντ ο Νετανιάχου. Ο Νάθαν Γιελίν-Μορ, που είχε αναλάβει τη δεύτερη απόπειρα διαπραγμάτευσης με τους Γερμανούς, παραδόξως κινήθηκε προς την πασιφιστική αριστερά, έγινε φιλοσοβιετικός, υποστήριξε την ειρηνική συνύπαρξη με τους Παλαιστίνιους και τις διαπραγματεύσεις με την PLO.
Το Λικούντ και ο Νετανιάχου επικαλούνται την πολιτική κληρονομιά του Ζαμποτίνσκι και του αναθεωρητικού σιωνισμού. Ο Νετανιάχου έχει αναφερθεί επανειλημμένα στην κληρονομιά του Ζαμποτίνσκι, τον οποίο θεωρεί πνευματικό του μέντορα. Ενδεικτικά, κατά την «Ημέρα Ζαμποτίνσκι» που πραγματοποιήθηκε στην Κνεσέτ στις 3 Ιουλίου του 2013, ο Νετανιάχου δήλωσε: «Δυστυχώς, για πολλά χρόνια, ο Ζαμποτίνσκι δεν έλαβε την κατάλληλη αναγνώριση που του άξιζε. Ακόμη και όσοι δεν υπήρξαν μαθητές του, μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τη συμβολή του. Η προσφορά του στο σιωνιστικό κίνημα και στην ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ είναι τεράστιας σημασίας. Οι ιδέες του Ζαμποτίνσκι επηρεάζουν την κουλτούρα και τον χαρακτήρα της ισραηλινής κοινωνίας μέχρι σήμερα. Αναγνώριζε τη σημασία της ειρήνης. Δεν την έβλεπε απλώς ως όνειρο, αλλά ως έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με μια άλλη ιδέα του: το “σιδερένιο τείχος”».






