Δεν ξέρω αν ο αναστοχασμός είναι η κατάλληλη λέξη. Μοιάζει να υπαινίσσεται πως φέρνουμε ξανά μπροστά κάτι που είχαμε αφήσει πολύ πίσω και δεν το επεξεργαζόμασταν. Όμως, σταματήσαμε άραγε ποτέ να σκεφτόμαστε το άρθρο 16; Θα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό με την πιο αποτελεσματική και πιο διδακτική κινηματική εμπειρία της ζωής μας; Δύσκολο.

Η εμπειρία αποτιμάται καλύτερα όταν της βάζεις ερωτήματα. Προφανώς, πάντα τα ερωτήματα για το παρελθόν είναι εμποτισμένα από τη γνώση, τις επιλογές και τις ανάγκες του παρόντος. Αλλά νομίζω πως εμάς που γράφουμε σε αυτό το αφιέρωμα υπάρχει κάτι που είναι σταθερό από το παρελθόν ως το παρόν μας. Η πεποίθησή μας πως τα κινήματα δεν είναι εργαλειακά, πως πρέπει να είναι ενωτικά, πως πρέπει να νικάνε. Και πως η νίκη των κινημάτων δεν είναι αποπροσανατολιστική, δεν απομακρύνει τα μυαλά από το μεγάλο επίδικο, αλλά μας φέρνει σε μια καλύτερη θέση πάλης για αυτό. Επομένως, τα ερωτήματά μας παραμένουν σταθερά. Πώς ξεκίνησε το άρθρο 16; Υπήρχε κάτι που ως τότε εμπόδιζε την ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος; Υπήρξε τότε κάτι μοναδικό που το ευνόησε; Πώς διήρκησε τόσο πολύ; Εν τέλει: Πώς είναι ένα κίνημα που νικάει; Και γιατί δεν μπορεί να νικάει μέχρι τέλους;

Ο Ηρακλής Πουαρώ, σε μια κλασική σκηνή, δείχνει τον ένοχο και τεκμηριώνει: «Είχατε τα μέσα, είχατε το κίνητρο, είχατε και την ευκαιρία». Όπως μου έμαθε πριν πολλά χρόνια, σε μια δημόσια διαδικασία, ο φίλος μου και υπεύθυνος του αφιερώματος, δρ. Δημήτρης Παπανικολόπουλος, αυτά δεν είναι μόνο τα συστατικά στοιχεία ενός εγκλήματος, αλλά κι ενός κινήματος. Το άρθρο 16 τα είχε όλα. Καταρχάς είχε τα μέσα.

Πρώτον. Υπαρκτούς και λειτουργούντες φοιτητικούς συλλόγους. Τις πιο πολλές φορές όχι με μαζικές διαδικασίες, όχι ριζωμένους στα ζητήματα των φοιτητών και των σχολών, αλλά πάντως υπαρκτούς. Και μόνο οι μαζικές παρουσίες στα τραπεζάκια των παρατάξεων συγκροτούσαν μια υπαρκτή κοινότητα, που την κρίσιμη στιγμή υποδέχτηκε και φούσκωσε την κινηματική διαδικασία. Τότε δεν το καταλαβαίναμε. Σήμερα, που οι διαδικασίες έχουν αποξηρανθεί και τα τραπεζάκια έχουν αραιώσει, καταλαβαίνουμε τη διαφορά.

Δεύτερον. Ενότητα. Εν μέρει αποφασισμένη, εν μέρει καταναγκαστική. Οι τότε δυνάμεις των ΕΑΑΚ και του ΔΑΡΑΣ –μαζί και μικρότερες, όπως τα Αριστερά Σχήματα– που αθροιστικά στις φοιτητικές εκλογές, έναν μόλις μήνα πριν, δεν είχαν πάρει όλες μαζί πάνω από 15%, είχαν αποφασίσει να διαμορφώσουν ένα κοινό συντονιστικό Γενικών Συνελεύσεων και Καταλήψεων. Και για να γίνει αυτό έπρεπε τα πλαίσια των καταλήψεων να μην περιλαμβάνουν εξαντλητικά όλα τα αιτήματα της κάθε πλευράς. Έτσι, το αν θα λέγαμε «Έξω απ’ την ΕΕ» ή όχι, το αν θα λέγαμε να είναι μέσα στο πτυχίο «όλα τα γνωστικά αντικείμενα» ή «όλα τα επιστημονικά αντικείμενα» είχε πάψει πια να μας χωρίζει. Από την άλλη, δικαιώθηκε μια ανάλυση που έλεγε πως, για να αλλάξει γραμμή η ΠΚΣ, έπρεπε να ηττηθεί. Κι έτσι συνέβη. Από την καταγγελία των καταλήψεων ως «επαναστατική γυμναστική που θα οδηγήσει στο να χαθεί το εξάμηνο και να πληρώνει η λαϊκή οικογένεια για περισσότερο καιρό νοίκι για το παιδί της», περάσαμε –κυριολεκτικά μέσα σε μία μέρα– στο «Χαιρετίζουμε τις αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων» και στα κοινά πλαίσια.

Τρίτον. Καταλήψεις-διαδηλώσεις. Είχαν περάσει λιγότερα από δέκα χρόνια από το τελευταίο μεγάλο κύμα καταλήψεων, αλλά στη μνήμη των πανεπιστημίων που το φοιτητικό τους σώμα αλλάζει κάθε χρόνο κατά το ένα τέταρτο αυτό είναι μια ολόκληρη ζωή. Οι καταλήψεις δεν ήταν ένα πολυφορεμένο μέτρο. Και η άκρως εντυπωσιακή επέκτασή τους, σαν φωτιά σε ξεραμένο κάμπο, προκάλεσε τόση εντύπωση κι ενθουσιασμό που έφερε επιπλέον ώθηση και ανανέωση των αποφάσεων. Σύλλογοι που δεν έκαναν ποτέ συνελεύσεις ξαφνικά έκαναν. Συνελεύσεις στις οποίες δεν έμπαιναν ποτέ η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ ξαφνικά τις είδαν. Σύλλογοι που έκαναν συνελεύσεις σε ένα αμφιθέατρο, έκαναν καταμετρήσεις σε τρία και τέσσερα, ασφυκτικά γεμάτα. Σύλλογοι όπου δεν είχε πάρει ποτέ συνέλευση καμία από τις δυνάμεις του κινήματος –«κάστρα» των τριών μεγάλων παρατάξεων– έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο. Είχαμε φέρει τον κόσμο μας τούμπα και τώρα τον κρατούσαμε στα χέρια μας.

Τέταρτον. Δημοσιότητα. Οι ειδήσεις πρόβαλαν αναγκαστικά το γεγονός των εκατοντάδων καταλήψεων, του κλεισίματος όλων των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ της χώρας. Προσπαθώντας να συκοφαντήσουν τις καταλήψεις, τελικά τις διαφήμισαν και τράβηξαν το βλέμμα του κόσμου επάνω τους. Οι μαζικές διαδηλώσεις, τα επεισόδια, η βία των ΜΑΤ επάνω μας, έστελναν το μήνυμα στα σπίτια. Παιδιά που δεν είχαν κατέβει ποτέ στον δρόμο κατέβαιναν μαζί μας, έβλεπαν τι έκανε η αστυνομία και το μετέφεραν στους δικούς τους. Και το εμβληματικό επεισόδιο της Ελευθεροτυπίας, με το ματωμένο κεφάλι του φοιτητή στο οδόστρωμα, τα ολάνοιχτα μάτια και τον τίτλο CasusBelli, προκάλεσε σοκ. Ήταν ακόμη η εποχή που κάναμε κινήματα χωρίς social media, που τα κινητά μας δεν είχαν καλές κάμερες και που ο κόσμος στεκόταν στα περίπτερα για να δει κρεμασμένα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Πέμπτον. Πολιτική εκπροσώπηση. Μέσα στη βουλή το άρθρο 16 είχε βρει από την πρώτη στιγμή τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, με χαρακτηριστικές στιγμές ρητορικής έκρηξης από τον τότε επικεφαλής του, Αλέκο Αλαβάνο. Κι αυτό οπωσδήποτε έβαλε ένα κάποιο φρένο στη δράση των ΜΑΤ εναντίον μας.

Έκτον. Ένα φοιτητικό σώμα που ζούσε στο πανεπιστήμιο και είχε χρόνο στη διάθεσή του. Και πάλι, τότε, δεν το καταλαβαίναμε. Όταν ήρθαν τα μνημόνια, οι οικονομικές δυσκολίες των οικογενειών και οι πρώτες απειλές για διαγραφές με τον νόμο Διαμαντοπούλου, οι φοιτητές άρχισαν να αντιμετωπίζουν το πανεπιστήμιο σαν σκέτο εκπαιδευτήριο. Έρχονταν, έκαναν μάθημα, έφευγαν. Επιπλέον, μειώθηκαν πολύ αυτοί που έρχονταν να σπουδάσουν από άλλες πόλεις, δηλαδή όσοι εξαρχής οργάνωναν την κοινωνικοποίηση τους μέσα στο πανεπιστήμιο. Ξαφνικά, ενώ τα αμφιθέατρα ήταν γεμάτα, οι έξω χώροι ήταν άδειοι. Και σήμερα, που η ακρίβεια έχει οδηγήσει στο να εργάζεται το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών, λες και ζούμε ξανά στη δεκαετία του ’60, και να μην έχει χρόνο να ζήσει πραγματικά τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, βλέπουμε και πάλι τη διαφορά, από την απομαζικοποίηση των κινηματικών διαδικασιών μέχρι τα εξωφρενικά χαμηλά νούμερα στις φοιτητικές εκλογές.

Το άρθρο 16, εκτός από τα μέσα είχε και τα κίνητρα.

Πρώτον. Την ανάγκη να υπερασπιστούμε το δημόσιο πανεπιστήμιο. Ξέραμε ή πιστεύαμε πως η δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων θα πήγαινε χέρι χέρι με την υποβάθμιση και την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πανεπιστημίου. Και σήμερα δικαιωνόμαστε, γιατί η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων γίνεται, καθόλου συμπτωματικά, παράλληλα με την απορρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, με καθηγητές που, αντί να επικεντρώνονται στη διδασκαλία και την έρευνα της επιλογής τους, τους επιβάλλεται να κυνηγάνε προγράμματα και να φέρνουν λεφτά στο πανεπιστήμιο, με μεταπτυχιακά όλο και χειρότερης ποιότητας και αναμασήματα του προπτυχιακού, για να βγάλουν οι καθηγητές τα σπασμένα από την μείωση των εισοδημάτων τους, με την αυταρχική στροφή στη διοίκησή τους.

Δεύτερον. Την ανάγκη να υπερασπιστούμε το μέλλον μας. Και επειδή πιστεύαμε σε ένα καλύτερο μέλλον, ήμασταν πεισμένοι πως κάπου στη γωνία μας περίμενε. Ήμασταν παιδιά της εποχής της οικονομικής ανόδου και όσο κι αν το βλέπαμε πως η απασχόληση των πτυχιούχων δεν πήγαινε καλά, όσο κι αν λέγαμε πως «Είμαστε η πρώτη γενιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της», όσο κι αν μιλούσαμε για την «γενιά των 700 ευρώ», το πιστεύαμε ότι μπορούσαμε με τον αγώνα μας να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα και ότι υπήρχε ένα κατώφλι κάτω από το οποίο δεν θα πέφταμε. Με δυο λόγια, δεν φοβόμασταν.

Τρίτον. Την ανάγκη ενός ποσοτικά σημαντικού μέρους της τότε νέας γενιάς να ζήσει τα δικά της δυναμικά, συγκρουσιακά, ως και εξεγερσιακά γεγονότα, όπως φάνηκε και λίγο μετά, στον Δεκέμβρη του 2008. Και μέσα σε αυτή, μια γενιά νέων αριστερών παιδιών με υψηλή αυτοπεποίθηση –αναλυτική, εμπειρική, ηθική– απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους, που ήθελε να δει να γίνονται αλήθεια όσα ονειρευόταν.

Και ποια ήταν η ευκαιρία που δόθηκε στο άρθρο 16; Η ευκαιρία, στην πραγματικότητα, είναι μια συνθήκη που επιτρέπει στα μέσα και στα κίνητρα να λειτουργήσουν, να πετάξουν σπίθες. Η ευκαιρία περιλαμβάνει τα μέσα και τα κίνητρα, αλλά και την, με τη στενή έννοια, συγκυρία, ακόμη και τη σύμπτωση. Πιστεύω πως η ευκαιρία ήταν, αφενός, η ίδια η προσπάθεια της κυβέρνησης να βάλει χέρι στα πανεπιστήμια. Κι αυτό το νιώσαμε ως προσπάθεια να βάλει χέρι στις ζωές μας. Το πανεπιστήμιο ήταν για εμάς πολύ ψηλά. Αφετέρου, ήταν η ύπαρξη μιας δύναμης μέσα στο κίνημα που συνειδητοποίησε τη σημασία της λενινιστικής αρχής του αδύναμου κρίκου. Και που φάνηκε ότι μπόρεσε, με τις διμερείς εκ των προτέρων συνεννοήσεις της με άλλες δυνάμεις, κάπως να περάσει αυτήν τη λογική. Και φάνηκε το δίκιο της. Ολόκληρη η αντιδραστική συνταγματική μεταρρύθμιση κατέρρευσε όχι από μια επίθεση σε όλο της το εύρος. Αλλά σε αυτό που πήγε να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός, που τελικά ήταν το μαλακό της υπογάστριο: το Άρθρο 16.

Μένουν πολλά ερωτήματα. Ας πούμε, από ποιες παγίδες γλίτωσε τότε το κίνημα και σε ποιες έπεσε. Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι το αν από όλη αυτή την ακτινογραφία καταλάβαμε πώς μπορεί να δημιουργηθεί και σήμερα ένα φοιτητικό κίνημα, διαρκές και νικηφόρο. Η απάντηση είναι, λόγω έλλειψης πια χώρου, αναγκαστικά αφαιρετική. Οι συνθήκες είναι εξαιρετικά διαφορετικές. Μέσα και κίνητρα, τα ίδια. Αλλά στη ζωή πρέπει να ψάχνουμε την ευκαιρία να μετατρέψουμε το πρόβλημα σε πλεονέκτημα. Η σημερινή συνθήκη είναι πολύ πιο σκληρά ταξική από τότε. Φοιτήτριες και φοιτητές έχουν λιγότερο χρόνο, λιγότερη ενέργεια, λιγότερα χρήματα. Αλλά ίσως εκεί είναι και η νέα ευκαιρία. Στη γενιά που έχει ανάγκη να παλέψει για αυτά που εμείς είχαμε ως δεδομένα. Για πράγματα πιο θεμελιώδη. Το ψωμί και τη συλλογικότητα. Για να δούμε.