Η γέννηση μιας πολυσυλλεκτικής Αριστεράς
Στις 3 Αυγούστου 1951 ιδρύθηκε η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά, η ΕΔΑ, ως συνασπισμός κομμάτων, πολιτικών κινήσεων και προσωπικοτήτων της Αριστεράς. Η συγκρότησή της έγινε μόλις δύο χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, σε μια χώρα βαθιά διαιρεμένη, με το ΚΚΕ εκτός νόμου, χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους και έναν κρατικό μηχανισμό οργανωμένο γύρω από τον αντικομμουνισμό και την επιτήρηση των κοινωνικών φρονημάτων.
Την ιδρυτική διακήρυξη υπέγραψαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας του Γιάννη Πασαλίδη, ο Δημοκρατικός Συναγερμός, το Κόμμα Αριστερών Φιλελευθέρων και το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Πίσω, όμως, από τους μικρούς νόμιμους σχηματισμούς βρισκόταν ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό δυναμικό: ο κόσμος της ΕΑΜικής Αντίστασης, οι κομμουνιστές που δρούσαν σε συνθήκες παρανομίας, σοσιαλιστές, ριζοσπάστες δημοκράτες, αριστεροί φιλελεύθεροι και ανεξάρτητες προσωπικότητες.
Στη συγκρότηση και τη μαζικοποίηση της ΕΔΑ συνέβαλαν αποφασιστικά τα μέλη και τα παράνομα δίκτυα του ΚΚΕ. Μολονότι η ΕΔΑ συνδεόταν οργανικά με το παράνομο ΚΚΕ, η ιστορική της λειτουργία δεν εξαντλήθηκε στον ρόλο μιας νόμιμης έκφρασής του. Η σχέση της με το ΚΚΕ υπήρξε οργανική, αλλά συγχρόνως σύνθετη και συχνά αντιφατική. Στο εσωτερικό της ΕΔΑ διαμορφώθηκαν πολιτικές επεξεργασίες, πρακτικές συνεργασιών και ένας κοινοβουλευτικός πολιτισμός που δεν ταυτίζονταν πάντοτε με τις επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ .
Αντίπαλες διαδρομές κάτω από την ίδια πολιτική στέγη
Το πραγματικά ξεχωριστό χαρακτηριστικό της ΕΔΑ ήταν η εντυπωσιακή πολυσυλλεκτικότητά της. Κατάφερε, σε μια εποχή όπου οι πληγές του Εμφυλίου ήταν ακόμη ανοιχτές, να συνενώσει ανθρώπους που προέρχονταν όχι μόνο από διαφορετικές ιδεολογικές παραδόσεις, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από αντίπαλες πολιτικές ή αντιστασιακές διαδρομές.
Ο πρώτος πρόεδρός της, ο Γιάννης Πασαλίδης, ήταν παλαιός σοσιαλιστής, προερχόμενος από τη μενσεβικική παράδοση. Είχε εκλεγεί βουλευτής και είχε συμμετάσχει στην πολιτική ζωή της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Γεωργίας, πριν από τη σοβιετική κατάληψή της το 1921. Η πολιτική του σκέψη είχε επηρεαστεί βαθιά από τον δημοκρατικό σοσιαλισμό και ήταν ασυμβίβαστη με τον σταλινικό συγκεντρωτισμό. Δίπλα στον Πασαλίδη βρίσκονταν ιστορικά στελέχη της ΕΑΜικής και κομμουνιστικής Αριστεράς. Ο Στέφανος Σαράφης είχε υπάρξει στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ. Ο Μανώλης Γλέζος συμβόλιζε την Εθνική Αντίσταση και πλήρωνε επανειλημμένα τη δράση του με φυλακίσεις και διώξεις. Ο Ηλίας Ηλιού, ο οποίος θα γινόταν η κοινοβουλευτική φωνή της ΕΔΑ, συνδύαζε τη βαθιά αριστερή στράτευση με την προσήλωση στον κοινοβουλευτισμό, τη δημοκρατική νομιμότητα και την πολιτική των συμμαχιών.
Στον ίδιο χώρο μπόρεσε να βρεθεί ακόμη και ο Κομνηνός Πυρομάγλου, πολιτικός υπαρχηγός του ΕΔΕΣ κατά την Κατοχή, μιας οργάνωσης που είχε συγκρουστεί ένοπλα με τον ΕΛΑΣ. Το 1958 συνεργάστηκε με την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Αθηνών. Η παρουσία του πλάι σε στελέχη της ΕΑΜικής Αντίστασης ήταν ένα ισχυρό σύμβολο υπέρβασης των παλαιών διαχωριστικών γραμμών. Αυτή η συνύπαρξη δεν σήμαινε ότι είχαν εξαφανιστεί οι διαφορές. Η ΕΔΑ, όμως, πέτυχε κάτι σπάνιο: να μην απαιτεί από όλους την ίδια ιδεολογική ταυτότητα ως προϋπόθεση για την κοινή πολιτική δράση.
Ένα πολιτικό υποκείμενο για τους αποκλεισμένους
Στο μετεμφυλιακό κράτος υπήρχε ανάγκη για έναν νόμιμο πολιτικό φορέα που θα εκπροσωπούσε όσους είχαν αποκλειστεί από την επίσημη πολιτική ζωή και θα συνέδεε τα άμεσα κοινωνικά αιτήματα με το αίτημα του εκδημοκρατισμού.Η ΕΔΑ έθεσε στο επίκεντρο την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη, την κατάργηση των έκτακτων μέτρων, την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και τη δημιουργία ενός ισχυρότερου κοινωνικού κράτους. Υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των εργαζομένων, την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης, την προστασία των λαϊκών εισοδημάτων και τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών.
Η κοινοβουλευτική της παρουσία, ιδιαίτερα μέσα από τις αγορεύσεις του Ηλία Ηλιού, έδωσε θεσμική φωνή σε έναν κόσμο που το κράτος αντιμετώπιζε ως ύποπτο ή ως εσωτερικό εχθρό. Η κορυφαία εκλογική της επιτυχία σημειώθηκε στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958. Με ποσοστό περίπου 24,4% και 78 βουλευτές, αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Το αποτέλεσμα απέδειξε ότι η ηττημένη και διωκόμενη Αριστερά όχι μόνο είχε επιβιώσει, αλλά μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό πυλώνα της πολιτικής ζωής.
Η δράση της συνεχίστηκε σε εργατικούς, αγροτικούς, νεολαιίστικους, φιλειρηνικούς και αυτοδιοικητικούς αγώνες. Στις δημοτικές εκλογές της 5ης Ιουλίου 1964 ο συνδυασμός του Νίκου Κιτσίκη αναδείχθηκε πρώτος στην Αθήνα με περίπου 30,1%. Ο Κιτσίκης, ωστόσο, δεν εξελέγη δήμαρχος εξαιτίας του τότε εκλογικού συστήματος.Η ΕΔΑ είχε πλέον μετατραπεί σε έναν ευρύ κοινωνικό χώρο, πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των οργανώσεων που την είχαν ιδρύσει. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 ανέκοψε βίαια αυτή την πορεία. Τα στελέχη της συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή πέρασαν στην αντιδικτατορική δράση. Η ΕΔΑ τέθηκε εκτός νόμου μαζί με το σύνολο της δημοκρατικής πολιτικής ζωής.
Η δύσκολη επιστροφή στην μεταπολίτευση
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επιχειρήθηκε η αναβίωση της ΕΔΑ. Οι συνθήκες, όμως, ήταν πλέον ριζικά διαφορετικές. Το ΚΚΕ είχε νομιμοποιηθεί, η διάσπαση του 1968 είχε δημιουργήσει το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ η ίδρυση και η ταχύτατη άνοδος του ΠΑΣΟΚ καταλάμβανε μεγάλο μέρος του κοινωνικού και πολιτικού χώρου στον οποίο θα μπορούσε να απευθυνθεί η ανανεωμένη ΕΔΑ.
Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1974 η ΕΔΑ συμμετείχε μαζί με το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού στο ψηφοδέλτιο της Ενωμένης Αριστεράς. Επικεφαλής της διοικούσας επιτροπής ήταν ο Ηλίας Ηλιού. Ο συνασπισμός έλαβε 9,47% και εξέλεξε οκτώ βουλευτές. Η κοινή κάθοδος είχε ισχυρό συμβολισμό, καθώς επανένωνε προσωρινά τα ρεύματα της κομμουνιστικής και της μη κομμουνιστικής Αριστεράς. Δεν απέκτησε, όμως, σταθερή συνέχεια. Λίγο μετά τις εκλογές η Ενωμένη Αριστερά διασπάστηκε υπό το βάρος των ανταγωνισμών και των συνεπειών της ρήξης του 1968.
Η ΕΔΑ επιχείρησε να συνεχίσει ως αυτοτελής δύναμη υπό τον Ηλία Ηλιού, αλλά δεν μπορούσε να ανακτήσει τη θέση που είχε πριν από τη δικτατορία. Το 1977 συμμετείχε στη Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων, η οποία γνώρισε εκλογική αποτυχία. Η μεγάλη ιστορική παράταξη της δεκαετίας του 1950 και του 1960 είχε περιοριστεί πλέον σε ένα μικρό μέρος της παλιάς της επιρροής. Τελικά το 1981 ο Ηλιού κάλεσε τα μέλη και τα στελέχη της ΕΔΑ να υποστηρίξουν χωρίς όρους το ΠΑΣΟΚ, θεωρώντας ως άμεση πολιτική προτεραιότητα την απομάκρυνση της Δεξιάς από την εξουσία. Παράλληλα αρνήθηκε πρόταση να εκλεγεί τιμητικά βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, δηλώνοντας ότι ο κοινοβουλευτικός του βίος είχε ολοκληρωθεί.
Στις εκλογές του 1981 και του 1985 η ΕΔΑ, υπό την ηγεσία του Μανώλη Γλέζου, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ και ο ίδιος εξελέγη βουλευτής. Αργότερα, υπό τον Ανδρέα Λεντάκη, η ΕΔΑ συμμετείχε στις διεργασίες συγκρότησης του Συνασπισμού. Ο Λεντάκης εξελέγη βουλευτής με τον Συνασπισμό το 1989 και το 1990. Η ΕΔΑ εξακολουθούσε να υπάρχει οργανωτικά, αλλά δεν αποτελούσε πλέον αυτοτελή μαζική πολιτική δύναμη αλλά μάλλον μια σκια του παλαιού κραταιού εαυτού της.
«Ο δρόμος με τις πεπονόφλουδες»
Η αποτίμηση αυτής της πορείας αποτυπώθηκε με σκληρότητα στα τελευταία λόγια του Ηλία Ηλιού για την Αριστερά. Αποχωρώντας από την ενεργό πολιτική το 1981, δήλωνε πικραμένος όχι τόσο από τους αντιπάλους του, «που έκαναν στο κάτω κάτω τη δουλειά τους», αλλά από τους ομόφρονές του. Κατηγορούσε την ηγεσία του αριστερού κινήματος ότι δεν άφησε «πεπονόφλουδα» που της πέταξε η ντόπια ή ξένη αντίδραση χωρίς να την πατήσει. Οι αστοχίες της δεν χρειάζονταν τόμους σοβαρών αναλύσεων, αλλά θα μπορούσαν να περιγραφούν σε ένα μικρό χιουμοριστικό βιβλίο με τίτλο «Ο δρόμος με τις πεπονόφλουδες». Οι γκάφες των ομοφρόνων του, κατέληγε, είχαν καταστρέψει ένα πανίσχυρο προοδευτικό κίνημα και είχαν οδηγήσει την υπόθεση της Αριστεράς πολλές δεκαετίες πίσω.
Τα λόγια αυτά συνοψίζουν το μεγάλο πρόβλημα που συνόδευσε την ελληνική Αριστερά: την αδυναμία να διατηρεί την ενότητά της χωρίς να συνθλίβει τις διαφορές, να δημιουργεί συμμαχίες και να διαβάζει τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία χωρίς να καταφεύγει στον δογματισμό. Η παρακαταθήκη της ΕΔΑ παραμένει επίκαιρη ως υπενθύμιση ότι η Αριστερά μπορεί να γίνεται ισχυρή όταν υπερβαίνει τις περιχαρακώσεις της και ενώνει διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις γύρω από συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες.





