Την Παρασκευή, άκουσα την ομιλία Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, σε ένα πλαίσιο μάλλον αρκετά διαφορετικό απ’ ότι έχουμε συνηθίσει να τον ακούμε, το 5ο Συνέδριο “Thessaloniki Metropolitan Summit», που διοργανώσε ο Economist. Διαφορετικό μεν, συμβολικό δε και σίγουρα γεμάτο πολιτικό νόημα. Εκεί, ο Τσίπρας φάνηκε να θέτει τις βάσεις για έναν «Νέο Πατριωτισμό», εμποτισμένο όχι μόνο με ιδεολογικούς όρους που ίσως να θύμιζαν ένα αριστερώς εννοούμενο πολιτικό έθνος απέναντι στον ακροδεξιό εσμό των ημερών, αλλά ένα νέο πολιτικό σχέδιο εφ’όλης της ύλης. Έτσι, απέκτησε υπόσταση η μέχρι τώρα φημολογούμενη επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική σκηνή.

Καθώς έβλεπα την ομιλία ένιωσα μια περίεργη αίσθηση déjà vu και μια σκέψη πέρασε απο το μυαλό μου: όλα αυτά μου φαίνονται κάπως οικεία. Η παραφιλολογία γύρω απο πολιτικούς ηγέτες και τις κινήσεις τους όταν πλέον δεν είναι στο επίκεντρο της επικαιρότητας είναι ένα φαινόμενο που διατρέχει την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία στα 50 χρόνια του βίου της, αλλά εκτείνεται και πέρα απο αυτή. Η συνεχώς προσδωκόμενη επιστροφή του Καραμανλή απο το Παρίσι πριν απο την δικτατορία, αλλά και μετά, η ρεβανς του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τη δεκαετία του 1980, η δικαίωση του Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές του 1993, και πιο πρόσφατα, ο Κώστας Καραμανλής που «παρακολουθεί, αλλά δεν μιλάει» και που η λύση της σιωπής του και η πολιτική του επιστροφή αποτελεί μια μύχια σκέψη των υποστηρικτών του.

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν είναι παράλογο. Η πολιτική είναι πάθη και η ταύτιση με τον ηγέτη δημιουργεί ταυτότητες, συμμαχίες, κομματικές συσπειρώσεις κ.ο.κ. Δημιουργεί όμως και κινδύνους τυφλής στράτευσης, όπου οποιαδήποτε πολιτική και προγραμματική εναλλακτική παραγκωνίζεται για χάρη της ταύτισης με τον ηγέτη ως τον μόνο (συντριπτικά πάντα άντρας στο ελληνικό σύστημα) ικανό να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο. Η περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη είναι απο τις πλέον ενδεικτικές για το πόσο λάθος μπορεί να πάει κάτι τέτοιο.

Με αυτές τις σκέψεις παρακολούθησα και προβληματίστηκα για την επιστροφή του Τσίπρα. Αλήθεια πόσο δόκιμο είναι να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας πάνω στον πολιτικό μεσσιανισμό του ηγέτη που επιστρέφει για να μας «σώσει» απο ένα «πολιτικό κακό»; Πολλώ δε μάλλον όταν αυτή η διάσωση έρχεται να γίνει με αφαιρετικούς όρους, όπως οι αναγκαίες αλλά γενικόλογες μεταρρυθμίσεις που εξήγγειλε ο Τσίπρας στην πιλοτική εξαγγελία του. Έτσι δεν φτιάχονται ούτε ταυτίσεις, ούτε πεποιθήσεις, ούτε μπορεί να κινητοποιηθεί κανεις για έναν κοινό σκοπό.

Θα πει κανείς, ‘θα ήταν καλύτερα αν αυτή η επιστροφή γινόταν με διαφορετικούς όρους’; Ίσως, αλλά κάτι τέτοιο πάντα φάνταζε εξαιρετικά δύσκολο αν ανατρέξουμε στην συνολική ιστορία της ηγεσίας Τσίπρα στον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως η τωρινή συγκυρία δεν επιτάσσει μια πατερναλιστική αντιμετώπιση των σημαντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία σήμερα, μια παρέμβαση απο τα πάνω, όπου ο καλός ηγεμόνας θα «τα φτιάξει όλα». Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες για τα Τέμπη, η πρωτοφανής για το ελληνικό καλοκαίρι κινητοποίηση υπερ της Παλαιστίνης και οι υπόλοιπες διαδηλώσεις που συντελούνται αποτελούν σημάδια μιας κοινωνίας που επιθυμεί την πολιτική αλλαγή, η οποία όμως δεν εκφράζεται στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Αυτά τα κοινωνικά αιτήματα δεν μπορούν να εκφραστούν απο έναν πολιτικό ηγέτη με ένα γενικολογο πλαίσιο το οποίο στερείται τις ριζικές τομές που πρέπει να γίνουν για την αντιστροφή της διαβρωτικής επιρρόης που έχει η κυβέρνηση της ΝΔ στη δημοκρατία, στους θεσμούς, στην κοινωνία και στην οικονομία. Με απλά λόγια, με ευχολόγια τύπου «πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις» δεν μπορεί να επέλθει πραγματική πολιτική αλλαγή.

Ίσως για αυτό ακριβώς τον λόγο, ούτε ο Τσίπρας, ούτε κάποιος άλλος πολιτικός ηγέτης μπορεί να εμπνεύσει και να κερδίσει την στήριξη του κόσμου τη παρούσα στιγμή. Μήπως όμως, ήρθε και η ώρα να σταματήσουμε να αναζητούμε τον επόμενη ηγέτη και να αφοσιωθούμε στην συλλογική πολιτική οργάνωση με όρους αλληλεγγύης με απώτερο στόχο να αλλάξουμε την εδραιωμένη νοοτροπία που μας θέλει να προσμονούμε την άφιξη του επόμενου πολιτικού μεσσία; Μήπως θα ήταν προτιμότερο να θέτουμε εμείς τους όρους με τους οποίους θα γίνει η κοινωνική και πολιτική αλλαγή (και εδώ υπάρχουν αρκετά παραδείγματα), παρά να περιμένουμε τον Τσίπρα, και τον κάθε Τσίπρα, να έρθει να μας μιλήσει για «Νέους Πατριωτισμούς» και «Ελλάδα 2.0»;