O Ιταλός φιλόσοφος και συγγραφέας του Late Fascism μιλά στην «Εποχή» για τον ύστερο φασισμό, το πολιτικό Κέντρο και τις δυνάμεις που επιχειρούν να κλείσουν τον δρόμο στην κοινωνική αλλαγή
Λίγες εβδομάδες πριν, το ακροδεξιό AfD κέρδισε τις κρατιδιακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ με 43,8%, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό του σε σχέση με το 2021. Πρόκειται για την καλύτερη επίδοσή του μέχρι σήμερα σε εκλογές γερμανικού κρατιδίου, ένα αποτέλεσμα που προκάλεσε τριγμούς στη Γερμανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η νίκη αυτή προσδίδει μια δυσάρεστη αμεσότητα στη συζήτηση με τον Ιταλό φιλόσοφο Alberto Toscano, συγγραφέα του Late Fascism.
Είναι από εκείνες τις συζητήσεις που, όταν τελειώνουν, σε αφήνουν με περισσότερα ερωτήματα από όσα είχες στην αρχή. Και αυτό γιατί κάθε απάντηση σε υποχρεώνει σε έναν νέο τρόπο σκέψης και στην επιστροφή σε έννοιες που νόμιζες ότι είχες ήδη κατανοήσει.
Όλοι γνωρίζουμε ότι ζούμε σε μια εποχή που αγαπά τις εύκολες ετικέτες. Ο φασισμός χρησιμοποιείται συχνά είτε ως βρισιά για κάθε πολιτικό αντίπαλο είτε ως μουσειακό έκθεμα, κλεισμένο για πάντα στην εποχή του Μεσοπολέμου. Και στις δύο περιπτώσεις αποφεύγουμε το πιο δύσκολο ερώτημα, το οποίο είναι: τι συμβαίνει όταν ο φασισμός δεν επιστρέφει ως πιστό αντίγραφο του παρελθόντος, αλλά αναπτύσσεται μέσα σε όσα έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικά;
Προφανώς και δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς με κάθε σημείο της σκέψης του Alberto Toscano για να αναγνωρίσει την παραγωγική δυσφορία που προκαλεί. Σε αναγκάζει να κοιτάξεις ξανά τις λέξεις που χρησιμοποιείς και τις βεβαιότητες στις οποίες στηρίζεσαι.
Σε μια δημόσια συζήτηση που κινείται συνήθως με την ταχύτητα μιας ανάρτησης στο Facebook, αυτή η επιμονή στην πολυπλοκότητα έχει τη δική της αξία. Άλλωστε, η αξία μιας καλής συνέντευξης μετριέται και από τις συζητήσεις που μπορεί να ανοίξει αφού τελειώσει.
Στο τελευταίο σας βιβλίο, Late Fascism, υποστηρίζετε ότι, για να κατανοήσουμε τον σημερινό φασισμό, δεν αρκεί να εξετάζουμε αν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την Ιταλία του Μουσολίνι ή τη ναζιστική Γερμανία. Από τη δεύτερη προεδρία του Τραμπ μέχρι την κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη, τι μας βοηθά να καταλάβουμε η έννοια του «ύστερου φασισμού» που δεν εξηγούν επαρκώς όροι όπως ο αυταρχισμός, ο λαϊκισμός ή η ριζοσπαστική Δεξιά;
Προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο «ύστερος φασισμός» (απόδοση του αγγλικού Late Fascism) για να περιγράψω ένα πρόβλημα. Δεν αποτελεί έναν κατάλογο χαρακτηριστικών με βάση τον οποίο μπορούμε να αποφασίζουμε εύκολα αν κάτι είναι ή δεν είναι φασισμός.
Το ερώτημα που θέλω να θέσω είναι το εξής: πώς μπορεί ο φασισμός, που διαμορφώθηκε μέσα στην καπιταλιστική κρίση του Μεσοπολέμου ως αντίδραση στην κομμουνιστική επανάσταση και στα εργατικά κινήματα, να επιστρέφει σήμερα με νέες μορφές; Η σημερινή συγκυρία είναι πολύ διαφορετική. Ο καπιταλισμός εξακολουθεί να προκαλεί κρίσεις και εξαθλίωση, αλλά η αντεπαναστατική πολιτική δεν χρειάζεται πλέον να έχει απέναντί της μια πραγματική επανάσταση ή ακόμη και την απειλή της.
Εδώ αντλώ έμπνευση από την Angela Davis, η οποία αντιμετωπίζει τον φασισμό ως «διαδικασία» και όχι ως κάτι στατικό. Αυτή η διαδικασία μπορεί να περιγραφεί ως πολιτική της «προληπτικής αντεπανάστασης». Αν δούμε τον φασισμό με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση του με τις καπιταλιστικές κρίσεις, τις οποίες υπόσχεται να «επιλύσει» χωρίς να αμφισβητεί την ιδιοκτησία και το κέρδος. Μπορούμε επίσης να δούμε τη σύνδεσή του με παλαιότερες και βαθύτερες δομές κυριαρχίας, όπως η πατριαρχία, η αποικιοκρατία και ο ρατσισμός, που προετοίμασαν την άνοδό του και κάνουν δυνατή την επιστροφή του.
Όροι όπως ο αυταρχισμός, ο λαϊκισμός ή η ριζοσπαστική Δεξιά είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο στατικές κατηγορίες της πολιτικής επιστήμης. Συχνά παραβλέπουν τη μακρά ιστορία ενός καπιταλισμού που αναπτύχθηκε μαζί με την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό, την ιστορία, δηλαδή, μέσα από την οποία αναδύθηκε ο φασισμός. Παράλληλα, δεν μας βοηθούν αρκετά να κατανοήσουμε πώς οι περίοδοι κρίσης δημιουργούν το έδαφος για την επανεμφάνισή του με νέες μορφές.
Τα σημερινά ακροδεξιά κινήματα φέρνουν κοντά κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά, ακόμη και αντιφατικά, συμφέροντα. Τμήματα της εργατικής και της μεσαίας τάξης, ανθρώπους που φοβούνται ότι θα χάσουν φυλετικά ή έμφυλα προνόμια, αλλά και πολύ ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες. Πώς καταφέρνει η Ακροδεξιά να συνδέει τα πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα με την υπόσχεση μιας επιστροφής στην «παραδοσιακή» εθνική, φυλετική ή πατριαρχική τάξη;
Η ικανότητα να δημιουργεί κοινές ταυτότητες και συμμαχίες ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις είναι καθοριστική για την πολιτική δύναμη της Ακροδεξιάς. Παραλλάσσοντας τον Γκράμσι, θα αποκαλούσα αυτές τις συμμαχίες «αντι-ιστορικά μπλοκ» (απόδοση του αγγλικού anti-historical blocs).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμαχία που στηρίζει τον Τραμπ και το MAGA στις ΗΠΑ. Σε αυτή συναντώνται δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας, μικροί επιχειρηματίες, τμήματα της μεσαίας τάξης που βλέπουν την κοινωνική τους θέση να χειροτερεύει, καθώς και συντηρητικοί χριστιανοί εθνικιστές και ευαγγελικοί.
Αποκαλώ αυτά τα μπλοκ «αντι-ιστορικά» για δύο λόγους. Πρώτον, επιδιώκουν να ανατρέψουν σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις του 20ού αιώνα, όπως το κράτος πρόνοιας και τα πολιτικά δικαιώματα. Δεύτερον, στηρίζονται στη διαστρέβλωση της ιστορικής και επιστημονικής γνώσης. Αυτό φαίνεται από την υπεράσπιση της κληρονομιάς της φυλετικής υπεροχής και της εποικιστικής αποικιοκρατίας έως την άρνηση της κλιματικής κρίσης.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ακροδεξιά μετατρέπει τα πραγματικά αισθήματα αδικίας και την κοινωνική δυσαρέσκεια σε εθνικιστικό και σωβινιστικό θυμό. Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιεί είναι η κατασκευή εχθρών και αποδιοπομπαίων τράγων. Σήμερα, σε αυτή τη θέση τοποθετούνται κυρίως οι μετανάστες, τα τρανς άτομα και οι αντιφασίστες, και όχι μόνο στις ΗΠΑ.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, πολιτικές και ιδέες που παλαιότερα συνδέονταν κυρίως με την Ακροδεξιά υιοθετούνται πλέον από συντηρητικά, φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στα ζητήματα της μετανάστευσης, της αστυνόμευσης, της εθνικής ταυτότητας και της ασφάλειας, όπως δείχνει η κοινή καταδίκη της «ανεξέλεγκτης μετανάστευσης» από τη Φρεντέρικσεν και τη Μελόνι. Μπορεί, επομένως, ο ύστερος φασισμός να προχωρά μέσα από το πολιτικό Κέντρο, ακόμη και χωρίς να βρίσκεται στην εξουσία ένα ανοιχτά φασιστικό κόμμα;
Υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στις αυταρχικές και λαϊκιστικές πλευρές του νεοφιλελευθερισμού και στις σημερινές διαδικασίες εκφασισμού. Αυτή τη σχέση είχε εντοπίσει ήδη πριν από σχεδόν μισό αιώνα ο τζαμαϊκανικής καταγωγής Βρετανός κοινωνιολόγος Stuart Hall.
Κεντρώες ή ακόμη και «προοδευτικές» νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις παρουσιάζουν συχνά την καταστολή ως ένα αναγκαίο, έστω δυσάρεστο, μέτρο. Ο ύστερος φασισμός παίρνει την ίδια καταστολή, προβάλλει τη βία της ως κάτι θετικό και τη μετατρέπει σε πηγή πολιτικής απόλαυσης.
Τα σύνορα αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα στον Παγκόσμιο Βορρά προωθεί εδώ και χρόνια τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων, την ποινικοποίηση της μετανάστευσης και τις απελάσεις. Η Ακροδεξιά εξυμνεί και εντείνει τη σκληρότητα αυτών των συστημάτων αστυνόμευσης, ελέγχου και καταστολής.
Το πολιτικό Κέντρο, λοιπόν, δημιουργεί και συντηρεί τους μηχανισμούς καταστολής. Η Ακροδεξιά τούς τοποθετεί στο επίκεντρο της πολιτικής της και ζητά από τους οπαδούς της να ταυτιστούν με τους κρατικούς φορείς που ασκούν βία ή ακόμη και να τους μιμηθούν. Αρκεί να δούμε πώς η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE) αντιμετωπίζεται, τόσο στην πράξη όσο και συμβολικά, σχεδόν σαν πολιτοφυλακή του MAGA.
Παρόμοια δυναμική βλέπουμε και στην εξωτερική πολιτική. Υπάρχει μια βαθύτερη συνέχεια στην υποστήριξη των ΗΠΑ προς τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα, παρά τις αλλαγές στη γλώσσα και στους συμβολισμούς. Η κυβέρνηση Μπάιντεν επικαλούνταν με εγκληματικά κενό τρόπο τη «διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες». Ο Τραμπ προωθεί το «Συμβούλιο Ειρήνης» ως έναν νεοαποικιακό μηχανισμό που λειτουργεί σαν επιχειρηματικό διοικητικό συμβούλιο. Αντίστοιχη συνέχεια μπορούμε να διακρίνουμε και στον αποκλεισμό της Κούβας.
Στην Ελλάδα, η καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής αποτέλεσε μια σημαντική αντιφασιστική νίκη. Η ήττα της οργάνωσης, όμως, δεν εξαφάνισε ούτε την ακροδεξιά από το προσκήνιο ούτε τις ολοένα πιο αντιμεταναστευτικές πολιτικές. Το 2025, η ελληνική κυβέρνηση ανέστειλε προσωρινά την υποβολή αιτήσεων ασύλου από ανθρώπους που έφταναν με πλοιάρια από τη Βόρεια Αφρική. Παράλληλα, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέφρασε ανησυχία για τις επανειλημμένες αναφορές περί συνοπτικών επαναπροωθήσεων στα ελληνικά σύνορα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ήττα μιας ναζιστικής οργάνωσης και στην αλλαγή των πολιτικών και των θεσμών που επιτρέπουν τη συνέχιση αυταρχικών και ρατσιστικών πρακτικών;
Ο αντιφασισμός οφείλει να αντιμετωπίζει τη βία και τις πολιτικές επιδιώξεις ανοιχτά φασιστικών οργανώσεων, όπως η Χρυσή Αυγή. Παράλληλα, πρέπει να εξετάζει τις βαθύτερες αιτίες του εκφασισμού και τους θεσμούς που τον διευκολύνουν. Αυτοί οι μηχανισμοί βρίσκονται ήδη μέσα στη δομή και στη λειτουργία του «φιλελεύθερου» καπιταλιστικού κράτους.
Αν επικεντρωθούμε αποκλειστικά στις φασιστικές οργανώσεις, κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να συγκροτήσουμε έκτακτα «λαϊκά μέτωπα» κατά της Ακροδεξιάς μαζί με φιλελεύθερους, νεοφιλελεύθερους ή κεντρώους. Πολλές από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις, όμως, στηρίζουν και αναπαράγουν τους ίδιους μηχανισμούς καταστολής και εκμετάλλευσης που οι φασίστες θέλουν να πάρουν στα χέρια τους.
Δεν πρέπει να υποτιμούμε τον κίνδυνο να αποκτήσει η Ακροδεξιά τον έλεγχο του κράτους. Μια τέτοια εξέλιξη προκαλεί πραγματικές και σοβαρές αλλαγές, ιδιαίτερα στις δυνατότητες της Αριστεράς και των εργατικών κινημάτων να οργανώνονται και να προωθούν τους αγώνες τους. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζουμε και τη βία που ασκούν ήδη κράτη και κυβερνήσεις που δεν εμφανίζονται ως φασιστικές.
Έχετε υποστηρίξει ότι ο φιλελεύθερος λόγος παρουσιάζει συχνά τον φασισμό ως μια ιστορική εξαίρεση, παραβλέποντας τη σχέση του με την αποικιακή και τη ρατσιστική βία. Τι αποκαλύπτει για τα όρια του φιλελεύθερου αντιφασισμού η δυτική στήριξη στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα, μαζί με την καταστολή και την απονομιμοποίηση της αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη;
Εδώ και τρία χρόνια, οι ΗΠΑ και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -με σημαντική εξαίρεση την Ισπανία- ανέχονται ή υποστηρίζουν ανοιχτά το κράτος του Ισραήλ, ενώ αυτό διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα και συνεχίζει τον βίαιο αποικισμό της Παλαιστίνης. Η στάση τους έχει αποκαλύψει με οδυνηρό τρόπο πόσο κενές είναι οι διακηρύξεις των «φιλελεύθερων δημοκρατών» ότι αντιτίθενται στον φασισμό.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό όταν ο απροκάλυπτος και υπερήφανος φασισμός της ισραηλινής κυβέρνησης εκφράζεται δημόσια μέσα από τα λόγια και τις πράξεις πολιτικών όπως ο Ben Gvir και ο Smotrich. Έχουμε πλέον ξεπεράσει ακόμη και τη συνηθισμένη υποκρισία. Αναγνωρίζεται ανοιχτά η πολιτική αλληλεγγύη ανάμεσα στον κυρίαρχο φιλελευθερισμό και τη φασιστική εποικιστική αποικιοκρατία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δήλωση του Γερμανού καγκελάριου Friedrich Merz ότι το Ισραήλ έκανε τη «βρόμικη δουλειά» της Ευρώπης.
Εξίσου ενδεικτική είναι η πολιτική και ποινική δίωξη της Palestine Action. Το Ηνωμένο Βασίλειο πρωτοστάτησε στην καταστολή της και οι ΗΠΑ την απαγόρευσαν ως τρομοκρατική οργάνωση. Στην περίπτωση αυτή εγκαταλείφθηκε ακόμη και η στοιχειώδης προσήλωση στις φιλελεύθερες αρχές.
Αυτή η καταστολή βασίζεται στους νόμους και στους μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του λεγόμενου «Παγκόσμιου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας». Φανερώνει έτσι τη συνέχεια ανάμεσα σε εκείνη την περίοδο και στον σημερινό αντιδραστικό πολιτικό κύκλο του «ύστερου φασισμού».
Η αντιφασιστική πολιτική επικεντρώνεται συχνά στην υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών απέναντι στην Ακροδεξιά. Οι ίδιοι θεσμοί, όμως, έχουν εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας, έχουν ασκήσει βία στα σύνορα και έχουν συμβάλει στη διεύρυνση των ανισοτήτων. Μπορεί η υπεράσπιση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων να κινητοποιήσει όσους έχουν πληγεί από αυτήν; Και πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένας αντιφασισμός που επιδιώκει βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές;
Πιστεύω ότι πρέπει να υπερασπιζόμαστε όσα στοιχεία των νομικών και πολιτικών μας συστημάτων κατακτήθηκαν μέσα από παλαιότερους αγώνες για χειραφέτηση. Σε αυτά ανήκουν δημόσιες υπηρεσίες όπως η υγεία, οι μεταφορές και η εκπαίδευση, οι οποίες καλύπτουν βασικές κοινωνικές ανάγκες και δεν λειτουργούν αποκλειστικά με βάση τη λογική της αγοράς. Ταυτόχρονα, χρειάζεται συνεχής αγώνας ενάντια στους μηχανισμούς αποκλεισμού, καταστολής και κυριαρχίας που λειτουργούν μέσα στο ίδιο το κράτος.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή ένα τμήμα της Ακροδεξιάς δεν ζητά ανοιχτά την κατάργηση της κοινωνικής πρόνοιας. Υποστηρίζει, όμως, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να διατηρηθούν μόνο για τους «γνήσιους» πολίτες, μέσα από την καταστολή και την εκδίωξη όσων χαρακτηρίζει ξένους ή ανάξιους.
Ένας μετασχηματιστικός αντιφασισμός πρέπει να στηριχθεί στους αγώνες για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση των δημόσιων υπηρεσιών και της δημόσιας ζωής, με όρους ριζικής ισότητας και χωρίς αποκλεισμούς. Παράλληλα, πρέπει να συνδέει όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό κάθε χώρας με τις σχέσεις και τις συγκρούσεις ανάμεσα στα κράτη, μια σύνδεση που η Ακροδεξιά κατανοεί πολύ καλά.
Στο έργο σας επανέρχεται η έννοια της «προληπτικής αντεπανάστασης», δηλαδή ότι οι αντιδραστικές δυνάμεις προσπαθούν να εμποδίσουν μελλοντικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, ακόμη και όταν η οργανωμένη Αριστερά είναι αδύναμη. Ποιες αλλαγές φοβούνται σήμερα; Και τι μας δείχνουν οι επιθέσεις τους στους εργαζομένους, στους μετανάστες, στον φεμινισμό, στα δικαιώματα των τρανς ατόμων, στον αντιρατσισμό και στην κλιματική πολιτική;
Ένας από τους στόχους τους είναι να πάρουν πίσω τις κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις που πέτυχαν, έστω με περιορισμένο και ατελή τρόπο, οι εκμεταλλευόμενοι, οι άνθρωποι που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις και οι περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες.
Εδώ συναντιούνται δύο διαφορετικές δυνάμεις. Από τη μία βρίσκεται ο θυμός και η μνησικακία ανθρώπων που βλέπουν την κοινωνική τους θέση να χειροτερεύει, αλλά εξακολουθούν να θεωρούν ότι αποτελούν το «γνήσιο» και πλειοψηφικό κομμάτι της κοινωνίας. Από την άλλη βρίσκονται οι καπιταλιστές και οι ολιγάρχες, που θέλουν να απαλλαγούν από τους περιορισμούς που τους επιβάλλει η εργατική τάξη και να δρουν χωρίς έλεγχο και συνέπειες. Πρόκειται, επομένως, για μια προσπάθεια ακύρωσης προηγούμενων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
Πιστεύω, όμως, ότι αντιλαμβάνονται επίσης, έστω όχι πάντοτε συνειδητά, πως οι μεγάλες κρίσεις που ήδη ζούμε, όπως η κλιματική κρίση, η μαζική μετανάστευση και η γεωπολιτική αστάθεια, μας οδηγούν σε μια μεταβατική περίοδο. Βαθιές κοινωνικές αλλαγές θα γίνουν αναπόφευκτες. Γι’ αυτό προσπαθούν να κρατήσουν αδύναμες και απομονωμένες, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να αντισταθούν και να διεκδικήσουν μια χειραφετητική διέξοδο. Έτσι βλέπουμε να φυτρώνουν ξανά εκείνα που η Χάνα Άρεντ αποκάλεσε το 1945 «σπόρους μιας φασιστικής Διεθνούς».
Ποιο πολιτικό πρόγραμμα και ποιες μορφές οργάνωσης θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Αριστερά να ξεφύγει από τη διαρκή άμυνα και να ανακτήσει την πρωτοβουλία; Σε ποια κοινωνικά κινήματα, αγώνες ή πολιτικά εγχειρήματα βλέπετε σήμερα πραγματικούς λόγους ελπίδας;
Πιστεύω ότι την απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα μπορούν να τη δώσουν μόνο τα ίδια τα συλλογικά κινήματα. Η ανάγκη να συνδεθούν οι αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων, την πατριαρχία και σε όλες τις μορφές κοινωνικής αντίδρασης είναι σαφής και επείγουσα.
Τα πολιτικά προγράμματα και οι στρατηγικές, όμως, δεν μπορούν να διαμορφώνονται από μεμονωμένους διανοoύμενους ή ανθρώπους του πολιτισμού, αποκομμένους από τα κινήματα και τους αγώνες. Πρέπει να γεννιούνται μέσα από τη συλλογική δράση.
Όσο για την ελπίδα, θυμάμαι την τελευταία προτροπή του ιστορικού και μαρξιστή συγγραφέα, Mike Davis: «Αγωνιστείτε με ελπίδα, αγωνιστείτε χωρίς ελπίδα, αλλά αγωνιστείτε οπωσδήποτε».





