Υπάρχει ένας άτυπος θεσμός στην Κινσάσα, την πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, που ονομάζεται “Parlement debout”. Στα αγγλικά μεταφράζεται “standing parliament” και στα ελληνικά θα μπορούσαμε να το αποδόσουμε ως «όρθια βουλή» ή «η βουλή των όρθιων». Πρόκειται για δημόσια, ζωντανή μετάδοση ειδήσεων με τη χρήση ραδιοφώνου, κυρίως για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις και συζητήσεις στην εθνική βουλή. Συγκεντρώνεται κόσμος σε πλατείες -πότε όρθιοι, πότε καθισμένοι σε πλαστικές καρέκλες ή και πάνω στις μηχανές τους- και παρακολουθεί κάποιον εκπρόσωπο του κυβερνητικού κόμματος να μεταδίδει τι συμβαίνει στη Βουλή (το πολιτικό κόμμα The Union for Democracy and Social Progress ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μομπούτου το 1982, ως το πρώτο αντιπολιτευτικό κόμμα).
Αυτή η θεσμική επιλογή και η πολιτική κουλτούρα που τη συνοδεύει εξυπηρετούν μια κοινωνική ανάγκη, που δεν μπορεί να καλυφθεί αλλιώς, λόγω περιοριστικών υλικών συνθηκών. Στο Κονγκό δεν έχουν όλοι οι πολίτες κι όλες οι οικογένειες πρόσβαση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αρκετοί δεν έχουν τηλεόραση στο σπίτι και δεν αγοράζουν εφημερίδες -είτε γιατί δεν διαβάζουν γαλλικά, είτε γιατί δεν έχουν τα χρήματα. Το parlement debout δίνει τη δυνατότητα στον καθένα και στην καθεμία, ανεξαρτήτως αγοραστικής δύναμης και μορφωτικού επιπέδου, να ενημερωθούν για τα κεντρικά ντιμπέιτς στην πολιτική σκηνή.
Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ένας εξαιρετικά δημοκρατικός θεσμός που συμβάλλει στην ενημέρωση των πολιτών, στην προώθηση της διαφάνειας και στην περαιτέρω δημόσια διαβούλευση και λήψη αποφάσεων. Τα ψιλά γράμματα εδώ είναι το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να οργανώνεται και να υλοποιείται μόνο από το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα, όχι από την αξιωματική αντιπολίτευση ή οποιονδήποτε άλλο πολιτικό φορέα. Η κυβέρνηση έχει με έναν τρόπο το «μονοπώλιο» στη μετάδοση πολιτικών ειδήσεων. Ελέγχει όχι μόνο την ατζέντα αλλά και τον τρόπο που αυτή θα παρουσιαστεί και θα συζητηθεί περαιτέρω στο δημόσιο χώρο.
Στην Ελλάδα σήμερα έχουμε πρόσβαση όχι μόνο σε πολυάριθμες εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και στον τεράστιων δυνατοτήτων κόσμο του ίντερνετ. Όλα σχεδόν τα σπίτια διαθέτουν τηλεόραση και σύνδεση στο ίντερνετ εδώ και χρόνια και υπάρχει μεγάλη ποικιλία ιστοσελίδων ενημέρωσης.
Παρ’ ολ’ αυτά η θέση της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς κατατάξεις σχετικά με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης είναι πολύ χαμηλή. Συγκεκριμένα, μαζί με την Ουγγαρία και τη Μάλτα, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τρεις χειρότερες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά την πίεση που ασκείται στα μέσα ενημέρωσης από τα κυβερνώντα κόμματα. (Η έκθεση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για την Ελευθερία του Τύπου κατατάσσει την Ελλάδα στην 88η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες που αξιολογήθηκαν συνολικά για το 2024 και στην 107η για το 2023).
Η εμπιστοσύνη του κόσμου στα μέσα ενημέρωσης είναι ιδιαίτερα περιορισμένη κι εύθραυστη. Λίγοι, ισχυροί επιχειρηματίες διευθύνουν τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενώ παράλληλα διατηρούν στενούς δεσμούς με τις πολιτικές ελίτ της χώρας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι υπεύθυνος για την εποπτεία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης. Κι αυτό μας δείχνει ότι η ελευθερία του λόγου και η πολυφωνία δεν κατοχυρώνονται απαραίτητα σε ένα πολυκομματικό σύστημα, με ελεύθερες εκλογές, ούτε απορρέουν αυτόματα από το επίπεδο οικονομικής ή τεχνολογικής ανάπτυξης σε μια χώρα. Δεν έχει τόση σημασία πόσα διαθέσιμα μέσα ενημέρωσης ή πολιτικά κόμματα υπάρχουν και αν οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε αυτά. Οι μηχανισμοί διαπλοκής βρίσκουν άλλους, πιο έμμεσους τρόπους, να καθορίζουν την ατζέντα και να επηρεάζουν την διαμόρφωση της κοινής γνώμης προς το συμφέρον του εκάστοτε κυρίαρχου.
Ένα παράδειγμα είναι ο δημόσιος (δια)λογος γύρω από το «έγκλημα» των Τεμπών. Εδώ και δύο χρόνια σημαντικά στοιχεία συγκαλύφθηκαν και πληροφορίες διαστρεβλώθηκαν, ώστε να ενισχυθεί το κυβερνητικό αφήγημα, να μην αποδοθούν οι ανάλογες πολιτικές και ποινικές ευθύνες στους υπαίτιους και το σημαντικότερο: να μην ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τα δημόσια αγαθά και το είδος των υποδομών που έχουμε ανάγκη.
Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους λόγους που χρειάζεται να στηρίζουμε έμπρακτα όποια ανεξάρτητα μέσα και ομάδες δημοσιογράφων μπορούμε, όπως το The Press Project, τους Reporters United κ.α. Σε αυτό το πλαίσιο, ευχόμαστε στην Εποχή να ευοδωθεί το νέο της εγχείρημα και να ριζώσει στην ψηφιακή εποχή.
στη φωτογραφία η διαδικασία “Parlementdebout” στην Κινσάσα





