Συνέντευξη με τον Φάμπιο Λουίς Μπαρμπόζα, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο

Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου κινητοποίησαν τους  φοιτητές σε όλη τη χώρα. Η κεντρική λεωφόρος του Σάο Πάολο κατακλύστηκε από ένα πρωτοφανές πλήθος ντυμένο στα κόκκινα.

 Με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ένα οριακό προβάδισμα για τον Μπολσονάρο διεξάγεται, την Κυριακή 25 Οκτωβρίου, ο δεύτερος γύρος των εκλογών στη Βραζιλία. Με τον Φάμπιο Λουίς Μπαρμπόζα μιλάμε για τα επίδικα αυτής της εκλογικής αναμέτρησης, για τη μεγάλη κοινωνική κινητοποίηση στους δρόμους υπέρ του Λούλα, και για την αποκρουστική ιδεολογία του μπολσοναρισμού.

 Όλα δείχνουν ότι σε αυτές τις εκλογές διακυβεύεται κάτι πολύ σημαντικότερο από μια απλή αλλαγή κυβέρνησης. Ποια είναι η άποψή σου;

 Οι εκλογές της 25ης Οκτωβρίου δεν είναι μια αναμέτρηση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, είναι μια μάχη μεταξύ της διατήρησης αυτού που έχουμε ως χώρα ή της επιτάχυνσης της καταστροφής της. Ο Λούλα δεν θα λύσει τα προβλήματα της Βραζιλίας, αλλά θα επιδιώξει να τα περιορίσει. Ο Φλάβιο Μπολσονάρο ενσαρκώνει τις πιο βίαιες τάσεις του βραζιλιάνικου καπιταλισμού. Υποστηρίζεται από όσους αποκομίζουν κέρδη από την καταστροφή του περιβάλλοντος, όπως π αγροτοβιομηχανικός και ο εξορυκτικός τομέας. καθώς και από εκείνους που επωφελούνται από τη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Μια ομάδα που περιλαμβάνει αστυνομικούς, εγκληματίες, μέλη παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών, ορισμένες ευαγγελικές παρατάξεις, τον κλάδο του αθλητικού στοιχηματισμού και τμήματα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Το πρόγραμμά του συνδυάζει τη στρατιωτικοποίηση που παρατηρείται στο Ελ Σαλβαδόρ με τον αναρχοκαπιταλισμό της Αργεντινής, όλα αυτά «τυλιγμένα» σε μια ευαγγελική συντηρητική ρητορική που μιμείται τον Τραμπ και το Ισραήλ. Επιπλέον, αυτές οι εκλογές δεν θα καθορίσουν απλώς την πορεία της χώρας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ο μπολσοναρισμός διαφέρει σημαντικά από άλλα ριζοσπαστικά δεξιά κινήματα: αντιπροσωπεύει ένα καθεστώς ένοπλης εξουσίας. Θα είναι μια κυβέρνηση ενόπλων και πολιτοφυλάκων, που θα γενικεύσει τη στρατιωτικοποίηση ως βασική μορφή κοινωνικής διαχείρισης. Πολλοί Βραζιλιάνοι αισθάνονται ότι ο Λούλα είναι η τελευταία κλωστή που μας δένει με ένα κράτος δικαίου. Από αυτήν την άποψη, η πιο κοντινή αναλογία του μπολσοναρισμού είναι με τον φασισμό.

 Θα ήταν υπερβολή αν πούμε ότι αυτές οι εκλογές αποτελούν στην πραγματικότητα μια σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων σε κάθε επίπεδο, και ότι έχουν τον χαρακτήρα δημοψηφίσματος;

 Θα απαντήσω με ένα περιστατικό. Χθες σε ένα αεροπλάνο κάθισα δίπλα σε δύο άνδρες που συζητούσαν. Μιλούσαν για τη σημασία της δημοκρατίας, ότι αυτή συνεπάγεται την υπεράσπιση εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά, και πως αυτή η αρχή απειλείται σήμερα. Έκαναν λόγο για μια κρίσιμη στιγμή που απαιτεί θάρρος, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για μια διαμάχη μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά για ένα ζήτημα που αφορά το μέλλον της χώρας, καθώς η Βραζιλία, όπως υποστήριξαν, βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου. Και κατέληξαν λέγοντας ότι ο Λούλα είναι έτοιμος να σπρώξει 40.000.000 Βραζιλιάνους μέσα σε αυτήν την άβυσσο. Κάθε μία από τις λέξεις τους θα μπορούσε να είχε βγει από το στόμα μου, αν το όνομα Λούλα είχε αντικατασταθεί από τον Μπολσονάρο. Το περιστατικό αυτό καταδεικνύει το χάσμα που χωρίζει τα δύο πολιτικά στρατόπεδα. Αν οι μπολσοναριστές έλεγαν ότι είναι προκατειλημμένοι, σεξιστές και αυταρχικοί, όπως ακριβώς και η ίδια η οικογένεια Μπολσονάρο, και ότι πιστεύουν πως τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται καλύτερα από ένα αστυνομικό κράτος παρά από κοινωνικές πολιτικές, τότε τουλάχιστον θα βρισκόμασταν σε αντίθετες πλευρές της ίδιας πραγματικότητας. Όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Κατά κανόνα, η κάθε πλευρά θεωρεί ότι η άλλη είναι παραπλανημένη και έχει αυταπάτες. Και αφού δεν υπάρχουν κοινά σημεία αναφοράς, ο διάλογος καθίσταται αδύνατος. Παρόλο που το γνώριζα αυτό, όταν οι διπλανοί μου στο αεροπλάνο είπαν ότι η Βραζιλία χρειάζεται ένα ηθικό άτομο, δεν μπόρεσα παρά να ρωτήσω αν θεωρούσαν τον Μπολσονάρο ηθικό άτομο. Δεν έλαβα απάντηση και επέμεινα, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι οι δύο άνδρες προσευχόταν την ώρα που το αεροπλάνο απογειωνόταν. Ήταν μια εμβληματική σκηνή: εγώ διάβαζα και εκείνοι προσεύχονταν. Ωστόσο, όταν τελείωσαν την προσευχή δεν μου απάντησαν, αντίθετα, άρχισαν να λένε πράγματα που ήταν ξεκάθαρα σχεδιασμένα για να με προσβάλουν. Γνωρίζοντας ότι ο εκφοβισμός αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του μπολσοναρισμού φόρεσα τα ακουστικά μου παρόλο που δεν άκουγα τίποτα, ήταν απλά μια αντίδραση για να διασφαλίσω ότι δεν θα τους δώσω καμία σαδιστική ικανοποίηση. Πιστεύω ότι αυτή η σκηνή αποκαλύπτει μια σύγκρουση που γίνεται μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων σε κάθε επίπεδο.

 Κατά πόσο μπορεί ο Λούλα να διευρύνει τις κοινωνικές συμμαχίες του για να κερδίσει τις εκλογές;

 Είναι δύσκολο για τον Λούλα να διευρύνει τις συμμαχίες του. Οι υποψήφιοι που δεν πέρασαν στον δεύτερο γύρο συγκέντρωσαν συνολικά το 7% των ψήφων, και εκείνοι που πήραν τα υψηλότερα ποσοστά δήλωσαν τη στήριξή τους στον Μπολσονάρο. Ωστόσο, αυτές οι υποστηρικτικές δηλώσεις δεν φαίνεται να είναι καθοριστικές και ενδέχεται να μην είναι ομόφωνες. Πιο σημαντικό είναι να κινητοποιηθεί το 21% του εκλογικού σώματος που απείχε από την ψηφοφορία, καθώς και το 5% που έριξε άκυρο ή λευκό. Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου εκλήφθηκαν ως ήττα για τον λουλισμό. Ο Μπολσονάρο, από την άλλη πλευρά, συμπεριφέρθηκε σαν να είχε ήδη κερδίσει, ανακοίνωσε σχέδια για την τροποποίηση του Συντάγματος και την επέκταση της προεδρικής θητείας από τα τέσσερα στα έξι χρόνια. Αυτό που δεν προέβλεψε, ωστόσο, ήταν η αντίδραση στους δρόμους. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι φοιτητές σε όλη τη χώρα άρχισαν να κινητοποιούνται. Μία εβδομάδα μετά τον πρώτο γύρο η κεντρική λεωφόρος του Σάο Πάολο, η Avenida Paulista, κατακλύστηκε από ένα πρωτοφανές πλήθος ντυμένο στα κόκκινα. Μαζικές κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν τις επόμενες ημέρες σε όλη τη χώρα, και η προεδρική αναμέτρηση ουσιαστικά άνοιξε ξανά.

 Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε η απειλή της Ακροδεξιάς να ωθήσει τους ψηφοφόρους που απείχαν στον πρώτο γύρο να πάνε στις κάλπες;

 Κατά τη γνώμη μου, αυτό που έβγαλε τον κόσμο στους δρόμους ήταν ο φόβος. Θα έχει άραγε αυτός ο φόβος τη δύναμη να ανατρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα; Η πρώτη νίκη του Λούλα το 2002 συνοδεύτηκε από το σύνθημα «η ελπίδα νίκησε τον φόβο». Αυτήν τη στιγμή η ελπίδα είναι ο ίδιος ο φόβος. Η ατμόσφαιρα στη χώρα έχει αλλάξει ριζικά: αυτό που ξεκίνησε ως μια εκλογική αναμέτρηση χωρίς ζωντάνια, χαρακτηριζόμενη από έλλειψη ενθουσιασμού και από τις δύο πλευρές, έχει μετατραπεί στην πιο σκληρή αναμέτρηση του αιώνα, ίσως και ολόκληρης της βραζιλιάνικης ιστορίας. Στις 18 Οκτωβρίου ήρθε η σειρά των υποστηρικτών του Μπολσονάρο να κατακλύσουν τη λεωφόρο Παουλίστα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης ξεχώριζε ένας τεράστιος φουσκωτός πύραυλος, ο οποίος είχε ένα μήνυμα στα αγγλικά και απευθυνόταν στον πρόεδρο των ΗΠΑ γράφοντας: «Τραμπ ρίξε πυρηνικά στη Βραζιλία». Είναι προφανές ότι το στρατόπεδο του Μπολσονάρο δεν θα αποδεχτεί το αποτέλεσμα σε περίπτωση ήττας, και ότι βασίζεται στον Τραμπ για την ανατροπή του. Την ίδια ημέρα, καλλιτέχνες όπως ο Σίκο Μπουάρκε και ο Καετάνο Βελόζο ηγήθηκαν μιας μεγάλης διαδήλωσης στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Στους δρόμους το κίνημα των υποστηρικτών του Λούλα έχει το πάνω χέρι, αντίθετα, η μεγαλύτερη δύναμη του μπολσοναρισμού ήταν ανέκαθεν στα κοινωνικά δίκτυα. Για να αντιμετωπιστεί αυτό έχει οργανωθεί ένα τεράστιο ψηφιακό δίκτυο υποστήριξης, που ονομάζεται «στρατός του Λούλα», το οποίο έχει φτάσει να αριθμεί περισσότερα από 5.000.000 μέλη. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές (σημ.  η συνέντευξη έγινε την Τρίτη), οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η διαφορά μεταξύ των υποψηφίων είχε μειωθεί. Πρόκειται για μια αναμέτρηση στήθος με στήθος, που θα διαρκέσει μέχρι το τέλος.

 Γιατί ο μπολσοναρισμός είναι τόσο ισχυρός στη Βραζιλία; Από πού πηγάζει η δυναμική του;

 Ο Μπολσονάρο προτείνει την ανταλλαγή της δημοκρατίας με την ασφάλεια. Έπειτα από τέσσερις δεκαετίες η δημοκρατία έχει προσφέρει ελάχιστα στον βραζιλιάνικο λαό. Τα κοινωνικά δικαιώματα δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, ενώ η επισφάλεια και η ανασφάλεια έχουν αυξηθεί. Απογοητευμένοι από την υπόσχεση της αλλαγής, πολλοί επιθυμούν πλέον να διατηρήσουν αυτό που έχουν. Συνδυάζοντας τον ευαγγελικισμό με τον μιλιταρισμό, ο μπολσοναρισμός αποτελεί μια συντηρητική ιδεολογία από κάθε άποψη, ωστόσο, παρουσιάζεται ως ουτοπία, έστω και αποκαλυπτική, αναφερόμενη σε κάτι που έχει σχέση με την Αποκάλυψη. Σε έναν κόσμο που δεν αφήνει χώρο για όλους τους ανθρώπους, η ριζοσπαστική Δεξιά χαράζει διαχωριστικές γραμμές, ορίζοντας ποιοι βρίσκονται εντός και ποιοι εκτός. Πίσω από την αποκαλυπτική διάσταση του μπολσοναρισμού κρύβεται επίσης η ουτοπία ενός χριστιανικού έθνους. Ευρύτερα, ο μπολσοναρισμός αντλεί τη δυναμική του από τις ανταγωνιστικές σχέσεις του νεοφιλελευθερισμού, μια μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης που αυτοκαταβροχθίζεται στρέφοντας τον καθένα εναντίον του άλλου. Προκαλεί φόβο, μίσος και αδιαφορία σε μαζική κλίμακα.

 Ενώ ο Λούλα αμβλύνει αυτήν τη δυναμική της αυτοκαταστροφής μέσω κοινωνικών πολιτικών, ο Μπολσονάρο ανάγει το κοινωνικό ζήτημα σε αστυνομικό ζήτημα. Ενώ ο Λούλα προτείνει να δούμε τον κόσμο μέσα από ροζ γυαλιά, ο Μπολσονάρο αναγνωρίζει ότι η ζωή είναι στην πραγματικότητα ακριβώς έτσι όπως είναι, και προτείνει να οπλιστούν οι άνθρωποι για να μπορούν να αμυνθούν επιτιθέμενοι, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος. Ενώ ο Λούλα διαχειρίζεται την κρίση, ο Μπολσονάρο κυβερνά επιταχύνοντάς την. Η τραγωδία έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η ριζοσπαστική Δεξιά, όταν βρίσκεται στην εξουσία, λειτουργεί ως αυτοάνοσο νόσημα, επειδή οι πολιτικές της επιδεινώνουν την κοινωνική ανασφάλεια για την οποία, στη συνέχεια, η ίδια εμφανίζεται ως θεραπεία. Υπό αυτό το πρίσμα, μια νίκη του Λούλα θα παρέτεινε για άλλα τέσσερα χρόνια την ανάσα που κερδήθηκε το 2022, εκτός αν, βέβαια, ο Τραμπ αποδεχτεί την πρόσκληση και ρίξει πυρηνικά στη Βραζιλία.

Φωτό: Flavio Florido/Terebi/A Feira do Livro.

Pedro Inacio/Pexels.