Στη γραμματική της πολυκρίσης πρωταγωνιστεί η φράση «υπέρβαση ορίων και συνόρων», που συνοδεύει συχνά την προσφιλή έκφραση «υπέρβαση φέρουσας ικανότητας» – και οι δύο χρησιμοποιούνται στην περιγραφή και προαναγγελία επικείμενων καταστροφών. Ως γνωστόν, η γραμματική και ο απορρέων λόγος είναι προάγγελοι των εξελίξεων μέσω της απλής υποκειμενικής περιγραφής.

Η πολυκρίση παρήγαγε ένα νοηματικά επικαιροποιημένο «λεξικό», όπου οι λέξεις «ανθεκτικότητα» και «μετριασμός» προσφέρονται για την ερμηνεία των αιτίων και των επιπτώσεων κάθε απειλής.

Οι όροι «ανθεκτικότητα» και «μετριασμός» χρησιμοποιούνται στην επελαύνουσα κλιματική κρίση, που συνιστά την πιο οικεία απειλή, ενώ περίοπτη θέση διεκδικεί και η ψηφιακή μετάβαση, που ταχύτατα μετατρέπεται σε ψηφιακή κρίση.

Η «υπέρβαση των ορίων» σημαδεύει τη γέννηση νέων ιστορικών φάσεων. Συχνά αυτός ο «ιστορικός μοχλός» περνούσε μέσα από τις τεχνολογικές και τις κοινωνικές επαναστάσεις σε μια αέναη μεταξύ τους ανταγωνιστική πορεία αλληλεπίδρασης.

Στον ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία μεταξύ της τεχνολογίας και της πολιτικής, που χαρακτηρίζει τη νεωτερικότητα, εντοπίζονται τα όρια της μεταξύ τους ισορροπίας, όρια που θέτουν και τις συνθήκες αναπαραγωγής τους.

Προϋπόθεση διασφάλισης της εναλλαγής είναι το εύρος της μεταξύ τους διαφοράς ισχύος να μην υπερβαίνει το όριο που επιτρέπει την εναλλαγή στην πρωτοπορία.

Πιθανόν να βρισκόμαστε στη φάση όπου η τεχνολογία, ιδιαίτερα η ψηφιακή της μορφή (τεχνητή νοημοσύνη), έχει διαρρήξει το όριο ισορροπίας που είχε συνάψει με την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία, ανατρέποντας τις ιεραρχίες, εγκαθιστώντας αυτό που τεχνοφεουδάρχες ονομάζουν τεχνολογική μετα-δημοκρατία, με μια σταθερά επιταχυνόμενη πορεία που ακυρώνει την ικανότητα κάθε κοινωνικού μεταβολισμού σε ένα δυστοπικό περιβάλλον τεχνολογικής Αποκάλυψης.

Με φρένο ή χειρόφρενο

Παραδόξως τώρα αυτοί που δημιούργησαν το πρόβλημα υπενθυμίζουν ότι οι τεχνολογίες τους θα μπορούσαν να βάλουν τέλος στην ανθρωπότητα, ενώ ταυτόχρονα προσφέρονται να το επιλύσουν οι ίδιοι.

Στην πράξη, συνεχίζουν με αμείωτο ρυθμό την παραγωγή όλο πιο ισχυρών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, όπως το πρόσφατο GPT6 Astra της OpenAI, «το πιο ισχυρό μοντέλο που έχει ποτέ αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα», που «μπορεί ναεντοπίσει άγνωστα μέχρι τώρα τρωτά σημεία ασφάλειας και να αναπτύξει νέους τρόπους εκμετάλλευσής τους», όπως αναφέρει η ίδια η εταιρεία.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που αυτή η ξέφρενη πορεία δεν μπορεί να ανακοπεί. Ενδεικτικά:

  • Όπως διδάσκει η ιστορία της ψηφιακής οικονομίας, οι εταιρείες Big Tech δεν ανταγωνίζονται για να πουλήσουν μόνο ένα προϊόν, αλλά για να κατακτήσουν τεχνολογική υπεροχή. Σε αυτή την οικονομία δεν υπάρχει χώρος για πολλούς ανταγωνιστές: ο καλύτερος τα παίρνει όλα. Έτσι συνέβη με το ηλεκτρονικό εμπόριο (Amazon), τις μηχανές αναζήτησης (Google), τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (FB), τις πλατφόρμες ροής κ.λπ.
  • H τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μόνο ένα στοίχημα δισ. δολαρίων. Έχει καταστεί μια γιγαντιαία βιομηχανική υποδομή: κέντρα δεδομένων, τσιπ, ενέργεια, cloud, προσλήψεις, εξαγορές, έρευνα. Και όσο μεγαλύτερη είναι η επένδυση, τόσο αυξάνεται και η προσμονή για κερδοφορία.
  • Οι ΗΠΑ δεν βλέπουν την τεχνητή νοημοσύνη μόνο ως αγορά. Δικαίως τη θεωρούν στρατηγική τεχνολογία, όπως ήταν στο παρελθόν η πυρηνική ενέργεια ή το διάστημα. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα καθιστά πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς μια μονομερή στάση.
  • Τέλος, υπάρχει κάτι που ανησυχεί τις αμερικανικές εταιρείες τους τελευταίους μήνες. Τα κινεζικά μοντέλα, αν και μικρότερων επιδόσεων, είναι πολύ ανταγωνιστικά, οικονομικά.

Ταξιδεύοντας στα όρια

Ο Αμοντέι (Anthropic), o Άλτμαν (OpenAI), o Μασκ (SpaceX), o Χασάμπης (Google DeepMind), παρότι ξεκινούν από ριζικά διαφορετικές θέσεις, φαίνεται να συγκλίνουν στην ιδέα ότι τα όρια της ΤΝ πρέπει να συγκρατηθούν ή τουλάχιστον να γίνουν πιο ελέγξιμα. Δεν πρόκειται για ένα κλασικό μορατόριουμ ή ακόμη και για μια ξαφνική συλλογική στροφή στη σύνεση. Πίσω από την έννοια της «pace the frontier» υπάρχει ένα σοβαρό βιομηχανικό πρόβλημα: όταν η ταχύτητα της καινοτομίας υπερβαίνει την ικανότητα των εταιρειών, των κυβερνήσεων και των υποδομών να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε λειτουργικό κίνδυνο.

Εν τω μεταξύ, η πορεία εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται αγώνας εξασφάλισης ηλεκτρικής ενέργειας. Η Microsoft, η Amazon, η Alphabet, η Meta και η Oracle πλησιάζουν συλλογικά τα 800 δισ. δολάρια σε επενδύσεις κεφαλαίου το 2026, αριθμός που δεν αντιπροσωπεύει αποκλειστικά την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά περιλαμβάνει μια γιγαντιαία επέκταση των κέντρων δεδομένων, της υπολογιστικής ικανότητας, των δικτύων και της ενέργειας. Το πρόβλημα είναι ότι η υποδομή κατασκευάζεται πριν αποδειχτεί πλήρως η οικονομική ζήτηση που υποτίθεται ότι θα την καλύψει. Είναι ένα δυναμικό χαρακτηριστικό των μεγάλων τεχνολογικών επαναστάσεων:πρώτα χτίζεις τον σιδηρόδρομο και μετά ελπίζεις ότι θα φτάσουν οι επιβάτες…

Καλλιέργεια καταστροφισμού

Μπορεί η ανησυχία των τεχνοφεουδαρχών για την πορεία της ΤΝ και των κίνδυνων που εγκυμονεί να είναι ειλικρινής, αλλα όταν συναγερμός εκπέμπεται από τους ισχυρούς εκπροσώπους του κεφαλαίου, η καχυποψία δεν σημαίνει απαραίτητα συνωμοσιολογία. Το να παρακολουθείς την πορεία του χρήματος, όπως πάντα, βοηθάει να καταλάβεις κάτι περισσότερο.

Ένας εμβληματικός δείκτης είναι εδώ και αρκετό καιρό η υποτιμητική πορεία των αμερικανικών χρηματιστηρίων.

 Οι Δείκτες Shiller[1] έχουν τοποθετήσει την αγορά των ΗΠΑ πέρα από την κορύφωση του 1929 και πολύ κοντά στα υψηλά από την «κερδοσκοπική φούσκα» του διαδικτύου που έσκασε στις αρχές του αιώνα. Αν και τα στοιχεία εξακολουθούν να είναι περιορισμένα, η ΕΚΤ έχει εντοπίσει μια παρόμοια «φούσκα» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Από τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Δείκτης Shiller PE βρίσκεται περίπου στο επίπεδο 41,1. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά είναι υπερτιμημένη κατά περίπου 136,2% σε σχέση με τον μακροπρόθεσμο ιστορικό μέσο όρο του 17,4, σημειώνοντας τη δεύτερη υψηλότερη ένδειξη στην ιστορία – ξεπερνώντας μόνο την κορύφωση της φούσκας dot-com του 2000.

Ένα από τα όρια κερδοφορίας της τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ προέρχεται από τον κινεζικό ανταγωνισμό.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, εδώ και αρκετό καιρό, οι εταιρείες Big-Tech απευθύνονται στο αμερικανικό κράτος αιτούμενες προστασία και «διευκολύνσεις»: ευνοϊκά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, φορολογικά κίνητρα, υποδομές, ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης κ.λπ. Λογικά μέτρα για την αποφυγή των επαπειλούμενων καταστροφών. Δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο πρόβλημα: όσο πιο ακριβή γίνεται η έγκριση ενός νέου μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η αντιμετώπιση του ανταγωνισμού που υπάρχει ήδη στην αγορά. Έτσι, η ιερή σημαία της ασφάλειας μετατρέπεται σε βέβηλο εμπόδιο για την είσοδο νέων ανταγωνιστών, ειδικά των Κινέζων.

ΟΗΕ: Η τεχνητή νοημοσύνη παγκόσμια απειλή

Την επόμενη εβδομάδα το θέμα θα εισαχθεί απευθείας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Γαλλία, ως εκ περιτροπής προεδρεύουσα χώρα, έκανε γνωστό ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι «στην κορυφή της ατζέντας» και ότι η συζήτηση θα αφορά, επίσης, την «υπαρξιακή απειλή για την ανθρωπότητα που θα μπορούσε να αποτελέσει η τεχνητή νοημοσύνη».

Εν τω μεταξύ, ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ ζήτησε από κράτη και εταιρείες «επείγουσα δράση» για την ασφαλή διαχείριση των πιο προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης: «καμία χώρα δεν μπορεί να ρυθμίσει μόνη της αυτή την τεχνολογία και καμία εταιρεία δεν πρέπει να αποφασίζει μόνη της ποιους κινδύνους μπορεί να δεχτεί ο υπόλοιπος κόσμος».

Αλλά είναι στην Κίνα που η ασφάλεια και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός είναι πιο άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο υπουργός Κρατικής Ασφάλειας Τσεν Γιξίν περιγράφει την τεχνητή νοημοσύνη τόσο ως το «κύριο πεδίο μάχης» του παγκόσμιου τεχνολογικού ανταγωνισμού όσο και μια νέα πηγή κινδύνων για την εθνική ασφάλεια. Ο Τσεν κατηγορεί ορισμένες χώρες ότι χρησιμοποιούν την εθνική ασφάλεια για να περιορίσουν την πρόσβαση σε προηγμένους υπολογιστές και τσιπ, να επιβάλουν τεχνολογικούς ελέγχους και να δημιουργήσουν κλειστά οικοσυστήματα.

Ο Τραμπ σκέφτεται αντίστροφα, αλλά με τον ίδιο τρόπο. Απορρίπτει την ιδέα των νέων περιορισμών και μιλά για μια «αρρωστημένη συνωμοσία» κατά της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων. Για τον Λευκό Οίκο η επιβράδυνση θα σήμαινε ότι θα εκχωρούσε ανταγωνιστικό χώρο στην Κίνα.

Απέναντι σε αυτή την ξέφρενη κούρσα ψηφιακού εξοπλισμού από τις δύο παγκόσμιες υπερδυνάμεις, κάθε προσπάθεια ελέγχου και ρύθμισης κινδυνεύει να παραμείνει μόνο ως δήλωση προθέσεων.

Ιωσήφ Σινιγάλιας

1. Υψηλός Δείκτης Shiller θεωρείται επικίνδυνος, επειδή σημαίνει ότι οι τιμές των μετοχών είναι εξαιρετικά υπερεκτιμημένες σε σχέση με τα μακροπρόθεσμα εταιρικά κέρδη, προδιαγράφοντας χαμηλές μακροπρόθεσμες μελλοντικές αποδόσεις και αυξημένη απειλή σοβαρής διόρθωσης της αγοράς.

 Φωτό: 16_Sinigialas               Numan Ali / Unsplash