Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Το έναυσμα για να γραφτεί το βιβλίο ήταν ο αποτροπιασμός, η αγανάκτηση, ο θυμός, η λύπη…»

Ένα θέμα πολύ συχνά αποσιωπημένο πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η συγγραφέας και σκηνοθέτις Ελισάβετ Χρονοπούλου, ένα θέμα που δεν ταιριάζει με το ένδοξο «εθνικό αφήγημα» περί πάνδημης αντίστασης του ελληνικού λαού στην Κατοχή: τους «πλουτίσαντες επί Κατοχής», τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν με τους ναζί «επί σκοπώ πλουτισμού».

Έτσι είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματος της Χρονοπούλου: Επί σκοπώ πλουτισμού (εκδ. Πόλις). Με αφορμή αυτό το βιβλίο, η συγγραφέας παραχώρησε αυτή τη συνέντευξη στην Εποχή.

Έχοντας ήδη πραγματευτεί τον δωσιλογισμό και τον πλουτισμό των δωσιλόγων σε διηγήματα της συλλογής σας Ο έτερος εχθρός, επανέρχεστε και εστιάζετε σήμερα στο νέο σας μυθιστόρημα στους «πλουτίσαντες επί Κατοχής» – ένα θέμα που, όπως επισημαίνει ο Ηλίας Νικολακόπουλος, δεν έχει μελετηθεί σε βάθος, «δεν έχουμε μελετήσει ακόμα επαρκώς ποιο ρόλο έπαιξαν οι “πλουτίσαντες επί Κατοχής”». Γιατί επιλέγετε να πραγματευτείτε σε επίπεδο μυθιστορήματος πλέον αυτό το θέμα και γιατί ειδικά σήμερα;

Δεν επιλέγω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι, εκείνα με επιλέγουν, εισβάλλοντας στη ζωή μου, προκαλώντας μου ταραχή και απορία. Όταν η ταραχή κι η απορία επιμένουν, γεννιέται η ανάγκη να τα διερευνήσω, αλλά όχι από την ιστορική πλευρά, δεν είμαι ιστορικός. Τον ανθρώπινο ψυχισμό διερευνώ, το εύρος της ανθρώπινης δυνατότητας, της ηθικής μας ικανότητας, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Το πόσο κακοί και πόσο καλοί μπορούμε να είμαστε, για να το πω χοντροκομμένα. Από το απόλυτο κακό ως το απόλυτο καλό εκτείνεται ένα αχανές πεδίο. Σ’ αυτό το χωράφι σκάβω.

Το φαινόμενο της συνεργασίας με τον κατακτητή κατά την περίοδο της κατοχής αναπτύχθηκε σε πολλές μορφές, με διαφορετικά κίνητρα, πολιτικά, ιδεολογικά, φυσικά και οικονομικά. Από αυτές, η τελευταία εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα, από τους επιχειρηματίες που εκπίπτουν ηθικά από την αγωνία να διασώσουν τις επιχειρήσεις τους, από τον μικρό μαυραγορίτη της γειτονιάς που το κάνει από ανάγκη επιβίωσης, ως την ακραία περίπτωση των χωροφυλάκων άνευ θητείας της Ειδικής Ασφάλειας, οι οποίοι δεν δίσταζαν να στείλουν σε μαρτυρικό θάνατο δεκαπεντάχρονα παιδιά για μια χούφτα λίρες. Διαβάζοντας στα Πρακτικά των δικών τους τα απίστευτα πεπραγμένα τους, συναντήθηκα με το απόλυτο κακό. Με συντάραξε. Ήταν πολλοί, ήταν αδίστακτοι, ήταν απαλλαγμένοι από κάθε ηθικό φραγμό, ήταν απάνθρωποι. Πώς απανθρωπίστηκαν; «Πότε στράβωσε αυτή η βίδα στην ψυχή του;», αναρωτιέται ο Γιώργος, ο αφηγητής της ιστορίας, για τον δωσίλογο Ασλανίδη. «Ίσως και να μη στράβωσε», σκέφτεται μετά, «Ίσως να ήταν στραβή από την αρχή. Μπορεί να γεννιέσαι κακός, να είναι γενετικό ελάττωμα». Θέλοντας, λοιπόν, να διερευνήσω το κακό μέσα μας, τη διαδρομή και τις αιτίες της ηθικής πτώσης, επέλεξα να εστιάσω στο κατακάθι, στην πιο ποταπή πτυχή του οικονομικού δωσιλογισμού.

Όσο για την ερώτησή σας «γιατί τώρα», θα απαντούσα πως με διαφορετική ένταση και λιγότερο η περισσότερο τραγικές συνέπειες, το φαινόμενο του πλουτίσαντος από τον πόνο του άλλου είναι πανανθρώπινο και διαχρονικό. Πώς κρίνουμε, για παράδειγμα, αυτούς που αγοράζουν κοψοχρονιά σε πλειστηριασμό ένα σπίτι ως ευκαιρία, χωρίς να αναρωτηθούν ή χωρίς να τους νοιάζει ποιος το έχασε, πώς και γιατί. Πόσο μάλλον αυτοί που το έκαναν στην πρόσφατη οικονομική κρίση, εν μέσω συλλογικής, εθνικής δοκιμασίας. Και αν τους φέρεις προ των (ηθικών) ευθυνών τους, η συνήθης απάντηση που δίνουν είναι: «Μα αν δεν το έπαιρνα εγώ, θα το έπαιρνε κάποιος άλλος». Μια απάντηση που φανερώνει τον αμοραλισμό μιας συμπεριφοράς βαθιά αντικοινωνικής κι ωστόσο δυστυχώς αποδεκτής.

Στον Έτερο εχθρό παραθέτετε ιστορική βιβλιογραφία. Το τωρινό μυθιστόρημά σας συνοδεύεται από επίμετρο του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη. Η ίδια εξηγείτε ότι αξιοποιήσατε την έρευνά σας στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων. Μιλήστε μας για τον τρόπο της δουλειάς σας σε επίπεδο ιστορικής τεκμηρίωσης.

Είχα ήδη μελετήσει την εποχή, μέσα από τη σχετική ιστοριογραφία, τη σχετική λογοτεχνία αλλά και πηγές, την περίοδο που έγραφα τη συλλογή διηγημάτων Ο έτερος εχθρός. Τότε ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τα πρακτικά των δικών των δωσιλόγων. Η καταβύθισή μου σ’ αυτά, που ακολούθησε, ήταν προσανατολισμένη στη ανατομία του ψυχισμού, της ψυχικής κατάστασης αυτών των ανθρώπων. Το ιστορικό πλαίσιο το γνώριζα σε έναν βαθμό. Μέσα από αυτά τα πρακτικά αναδύεται ένας ολόκληρος κόσμος, η τοιχογραφία μιας κοινωνίας, οι δυναμικές της, συσχετισμοί, σχέσεις, νοοτροπίες. Στάθηκα στα συναισθήματά τους και στον τρόπο που τα εξέφραζαν, στις υποδηλώσεις και συνδηλώσεις, σε ό,τι έκρυβαν πίσω από αυτό που αποκάλυπταν. Στη γλώσσα τους. Στα βιογραφικά στοιχεία τους. Τους φαντάστηκα. Οι βασικοί μου χαρακτήρες αναδύθηκαν μέσα από εικόνες που πλάστηκαν στο μυαλό μου από επί μέρους περιγραφές και μαρτυρίες. Γεννήθηκαν από μόνοι τους θα μπορούσα να πω, έφευγα από τα Αρχεία και στον δρόμο είχε γεννηθεί στη φαντασία μου, για παράδειγμα, η κυρία Μπασάκου, την έβλεπα, την ήξερα. Στην πορεία της συγγραφής, κι αφού έστησα την πλοκή και άρχισα να τη δουλεύω, προέκυπταν ερωτήματα που χρειάζονταν τεκμηρίωση. Τα μάζευα και αφιέρωνα πάλι ένα διάστημα σε επί πλέον έρευνα, σε κείμενα, άρθρα, διατριβές, αλλά και στα αρχεία ξανά και ξανά. Εντωμεταξύ, εκδόθηκε και το συγκλονιστικό βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, οι Δωσίλογοι, που ήρθε την κατάλληλη στιγμή να με συνδράμει, αλλά είχα και τη μεγάλη τύχη να έχω τη βοήθεια του Μενέλαου, ο οποίος πολύ γενναιόδωρα διέθεσε χρόνο για να απαντήσει σε κενά και αμφιβολίες μου. Αφού τελείωσε το βιβλίο, ξαναγύρισα στην τεκμηρίωσή του, είχα επίγνωση ότι καταπιάνομαι με ένα πολύ ευαίσθητο θέμα, ένα συλλογικό μας τραύμα, και για να είμαι ειλικρινής, υπήρξαν στάδια της συγγραφής κατά τα οποία ένιωσα μεγάλο το βάρος της ευθύνης, ένιωσα λίγη, φοβήθηκα. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσω ήταν η τεκμηρίωση. Γι’ αυτό και έχω βάλει σημείωση στο τέλος του βιβλίου με την οποία αναλαμβάνω την ευθύνη ότι, αν και όλες οι δράσεις δωσιλόγων που αναφέρονται είναι επινοημένες, καμιά δεν είναι μη τεκμηριωμένη ιστορικά.

Το 87% των υποθέσεων συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις δεν έφτασε καν στα δικαστήρια, οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Η ατιμωρησία των συνεργατών των ναζί από τα «αθωοδικεία», όπως ονομάζει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης τα δικαστήρια των δωσιλόγων, άφησε ένα μεγάλο τραύμα ανοιχτό στην ελληνική κοινωνία, ένα τραύμα διαγενεακό που σημαδεύει τη ζωή των ανθρώπων για χρόνια. Μιλήστε μας για τον τρόπο με τον οποίο δουλέψατε τη συγκρότηση των χαρακτήρων, μέσα από αντιθέσεις που όμως δεν είναι ποτέ απλουστευτικές.

Κοιτάξτε, προφανώς το έναυσμα για να γραφτεί το βιβλίο ήταν ο αποτροπιασμός, η αγανάκτηση, ο θυμός, η λύπη, η θλίψη, μπορώ να παραθέσω πλήθος συναισθημάτων που με κατέκλυσαν –που θα κατέκλυζαν τον καθένα στη θέση μου– όταν περιηγήθηκα σ’ αυτή την αποσιωπημένη, εφιαλτική σελίδα της ιστορίας μας, την προκλητική σε θράσος, δολιότητα και αναλγησία ατιμωρησία των συνεργατών των ναζί. Φυσικά, και άποψη διαμόρφωσα για τους πρωταγωνιστές της εμφύλιας αυτής διαμάχης –γιατί περί αυτού επρόκειτο– και θέση πήρα. Ωστόσο, δεν γράφουμε λογοτεχνία για να εκθέσουμε τις αντιλήψεις μας, αντίθετα, γράφουμε από ανάγκη να τις διερευνήσουμε σε βάθος, να τις αμφισβητήσουμε, να τις υπερβούμε. Η μυθοπλασία είναι ένα ταξίδι μέσα στην ίδια μας τη νοοτροπία. Πλάθεις χαρακτήρες για να τους παρακολουθήσεις και να τους αφήσεις να σε οδηγήσουν σε μονοπάτια που δεν έχεις εξερευνήσει, να σου φωτίσουν περιοχές που δεν έχεις επισκεφθεί. Επομένως, όπως κάνει φαντάζομαι ένας ψυχοθεραπευτής ή ένας εξομολόγος, πρέπει να τους προσεγγίσεις με διάθεση κατανόησης, να προσπαθήσεις να μπεις στη θέση τους, να τους ακούσεις με ανοιχτή καρδιά. Αν προβάλεις επάνω τους τις αρνητικές σου πεποιθήσεις για το ποιόν ή τις πράξεις τους, θα αμυνθούν και δεν θα σου μιλήσουν. Και δεν θα κερδίσεις τίποτα από τη συνάντηση μαζί τους, ούτε εσύ ούτε ο αναγνώστης. Τσάμπα κόπος.

Στο μυθιστόρημά σας, ένας νέος άνθρωπος έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με την Ιστορία, την οποία αγνοεί. Φαίνεται πως η άγνοια αυτή αποτελεί προαπαιτούμενο στο αφηγηματικό σας σχέδιο, βρίσκεται στον πυρήνα του… αναδεικνύοντας ίσως την αξία της προσωπικής και συλλογικής μνήμης και επισημαίνοντας τους κινδύνους της λήθης;

Για τον Γιώργο, τον κεντρικό χαρακτήρα, η μετωπική σύγκρουσή του με το παρελθόν που αγνοεί, εξελίσσεται σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας. Στην κορύφωση αυτής της περιπέτειας, συνειδητοποιεί έντρομος πως «αυτά που έχουν γίνει, δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε». Και κατανοεί το νόημα της φράσης που του άφησε παρακαταθήκη ο άγνωστος κληροδότης του, ο πρωταγωνιστής της αποσιωπημένης οικογενειακής του ιστορίας: «Εμείς περνούμε, αλλά οι πράξεις μας μένουν για πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο». Συνειδητοποιεί πως πράξεις που έγιναν δεκαετίες προτού εκείνος γεννηθεί, πράξεις που αγνοούσε, ανθρώπων που την ύπαρξή τους αγνοούσε, έχουν καθορίσει αυτό που εκείνος είναι σήμερα.

«Μην το ξυπνάς το παρελθόν», τον συμβούλευε η γιαγιά του, πιστεύοντας πως μπορούσε να τον προστατέψει από το παρελθόν, πως μπορούμε να προστατευτούμε από το τραύμα, αν απλώς το απωθήσουμε, αν το ξεχάσουμε. Αλλά το παρελθόν ξύπνησε αίφνης από μόνο του, και μάλιστα οργισμένο και αποφασισμένο να φανερωθεί για να του φανερώσει ποιος πραγματικά είναι. Το απωθημένο τραύμα ήταν πάντα παρόν, συνειδητοποιεί ο Γιώργος, ήταν ένα παράσιτο που ζούσε εν υπνώσει κάτω από το δέρμα του. Αν το αναγάγουμε σε συλλογικό επίπεδο, το τραύμα της ατιμωρησίας των δωσιλογικών εγκλημάτων, της προσβολής του αισθήματος δικαίου της κοινωνίας, δεν συνιστά μια συλλογική, ταπεινωτική, εθνική μας ήττα; Σκεφτείτε την εικόνα: Ο πατέρας που το 1944 βρίσκει το 17χρονο παιδί του στο νεκροτομείο κατακρεουργημένο, όχι από Γερμανούς αλλά από Έλληνες χωροφύλακες, λίγα χρόνια αργότερα, το 1951, είναι υποχρεωμένος να συναντά τον δικασμένο δολοφόνο του παιδιού του να περπατά στην Πανεπιστημίου, ελεύθερος και καμαρωτός. Ο αδικαίωτος πόνος αυτού του πατέρα, η θεσμική αδικία που αναγκάστηκε να υπομείνει ως πολίτης, αποτελούν κληρονομιά όλων μας. Αποτελούν υλικά από τα οποία διαμορφώθηκε η κοινωνία μας τις επόμενες δεκαετίες, δεν μπορεί να μην έχουν επηρεάσει αυτό που γίναμε, αυτό που είμαστε σήμερα. Από αυτό το πρίσμα κοιτώντας το παρελθόν, καταλαβαίνει κανείς πως, όσο επώδυνο κι αν είναι, είναι χρήσιμο να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο, όχι για να τσακωθούμε, όχι για να εκδικηθούμε, αλλά για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε. Σκέφτομαι πως σε μια εποχή που το ατομικό απωθημένο τραύμα και η επούλωσή του βρίσκονται στο προσκήνιο, που στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί μια «εαυτολογία», όπου η κυρίαρχη τάση είναι «να είσαι ο εαυτός σου» και η ενασχόληση με τον εαυτό θεωρείται χρέος και αξία, γιατί να μην ανοίξουμε αυτή την τάση και στον συλλογικό μας εαυτό και να δούμε αν τελικά θέλουμε να είμαστε ο εαυτός μας ως κοινωνία, αν μας αρέσει αυτός ο εαυτός, ή μήπως θέλουμε να τον αλλάξουμε. Αλλά για να τον αλλάξουμε το πρώτο βήμα είναι να τον γνωρίσουμε.

Η Αμαλία γράφει ποιήματα, τα οποία μάλιστα θέτετε εν είδει επιμέτρου στο κείμενό σας. Γιατί επιλέξατε την ποίηση ως κομβικό στοιχείο της ταυτότητας της πρωταγωνίστριας στο μυθιστόρημά σας; Είναι καθαρά μυθοπλαστικό στοιχείο ή έχει να κάνει με πραγματικά βιογραφικά στοιχεία γυναικών που σκοτώθηκαν από την Ειδική Ασφάλεια και τους ναζιστές;

Όχι, δεν έχει να κάνει με τεκμήρια, δεν συνάντησα στην έρευνά μου τέτοια περίπτωση, όχι ότι δεν θα υπήρχε, αλλά δεν τη συνάντησα. Ωστόσο, εμπειρικά και χωρίς να μπορώ να το τεκμηριώσω, έχω την εντύπωση πως ήταν σύνηθες στους νέους της εποχής να γράφουν ποίηση. Η αλήθεια είναι πως προσπαθώντας να πλάσω την Αμαλία, να τη γνωρίσω, να ακούσω τη φωνή της, έγραψα πάρα πολλές σελίδες. Έχω γράψει το ημερολόγιό της, γράμματα στη φίλη της τη Λιλή, έπλασα αρκετές συναντήσεις της με τον αφηγητή, ακόμα και μια αλληλογραφία της με τον ίδιο τον δωσίλογο Ασλανίδη. Πολλούς διαλόγους της με τον αδελφό της. Πολλές σελίδες. Όταν την είχα πια γνωρίσει, όσα έμαθα για αυτήν, η σκέψη της, το όραμά της, το πείσμα της, η αγνότητά της, συμπυκνώθηκαν σ’ αυτά τα ποιήματα. Επειδή η πρόθεσή μου εξαρχής ήταν να δώσω στην Αμαλία συμβολική υπόσταση. Η Αμαλία είναι σύμβολο ελευθερίας, αντίστασης στο κακό, φορέας του καλού σε έναν ζοφερό κόσμο. Εντάξει, μπορώ να μιλάω ώρες για την Αμαλία, είναι άλλωστε η καρδιά του βιβλίου. Δεν ξέρω πώς έγινε κι ένα πρωί που κάθισα στο γραφείο να δουλέψω, έχοντας άλλο πλάνο δουλειάς προγραμματίσει, βρέθηκα ξαφνικά στο δωμάτιό της, κάθισα στο γραφειάκι της, άνοιξα το τετράδιό της κι έγραψα αυτά τα ποιήματα. Με μια πνοή. Πράγμα παράδοξο, αφού δεν είχα ξαναγράψει ποίημα ποτέ. Ούτε ξέρω πώς το έκανα, ειλικρινά. Και είναι ό,τι γράφτηκε πιο αβίαστα και εύκολα σ’ αυτό το βιβλίο. Δεν με ένοιαζε καν να είναι ωραία τα ποιήματα, με ένοιαζε μόνο να είναι δικά της. Και νομίζω πως είναι. Γιατί και τώρα που τα διαβάζω, μου φαίνεται να τα έχει γράψει κάποιος άλλος, δεν αναγνωρίζω πως τα έγραψα εγώ. Οπότε, ποιος άλλος, μάλλον εκείνη τα έγραψε.

Ο αφηγητής αναρωτιέται διαρκώς από πού του έρχονται κάποιες λέξεις που χρησιμοποιεί ή ανακαλεί συνειδητά κάποιες άλλες, επισημαίνοντας τη χρήση τους από την προηγούμενη γενιά, για χρώματα, ρούχα… Αυτή η επιλογή σας δεν είναι προφανώς καθόλου τυχαία. Θέλετε να την εξηγήσετε; 

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση απαιτεί πολλή δουλειά για να «βρεις» τη φωνή του αφηγητή σου. Επιπλέον, εδώ έχουμε δύο αφηγητές, αφού και τη μαρτυρία που του αποκαλύπτει την ιστορία, τη βρίσκει ο κεντρικός αφηγητής γραμμένη από τον πρωταγωνιστή της και μας την παραθέτει αυτούσια. Έπρεπε να βρω και τις δυο φωνές και με απασχόλησε, αφενός να τις κάνω διακριτές, αφετέρου να μεταφέρουν πληροφορίες για τους χαρακτήρες με έμμεσο τρόπο, μέσω του τρόπου που εκφράζονται, των λέξεων που επιλέγουν. Βλέπω τη λέξη σαν ένα πηγάδι που κάτω από το στόμιό του πλέει ένα πλήθος πληροφοριών που συνθέτουν τη μοναδική της σημασία στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο όπου τη συναντάμε.

Δεν θα εξηγήσω τον λόγο που ο βασικός αφηγητής, ο Γιώργος, αναρωτιέται από πού του έρχονται κάποιες λέξεις, επειδή η απάντηση θα ήταν σπόιλερ. Θα αποκάλυπτε το συναισθηματικό νήμα της πορείας του Γιώργου προς την αυτογνωσία και δεν θέλω να στερήσω από τον πιθανό αναγνώστη την ευχαρίστηση να το ανακαλύψει μόνος του σταδιακά. Δούλεψα πολύ πάνω σ’ αυτό και δεν θέλω να το «κάψω».

Ξεκινώντας ήδη από τον κινηματογράφο, από την ταινία σας Ένα τραγούδι δεν φτάνει, και περνώντας στη συνέχεια στο λογοτεχνικό σας έργο, η Ιστορία και οι αποσιωπήσεις της, ειδικά με αναφορά σε κρίσιμες, οριακές περιόδους όπως η χούντα ή η Κατοχή, σας απασχολούν έντονα, αποτελούν κεντρικό άξονα της δημιουργίας σας, ενώ στέκεστε ιδιαίτερα και στα σημάδια που αφήνει η ιστορία στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Μιλήστε μας αν θέλετε για τη σχέση της λογοτεχνίας ή της τέχνης γενικά με την ιστορία και τις ωσμώσεις που λαμβάνουν χώρα κατά τη συνομιλία αυτή.

Αν με ενδιαφέρουν οι οριακές ιστορικές εποχές, είναι επειδή φέρνουν τις κοινωνίες και τα άτομα στα όρια της ηθικής τους δυνατότητας. Τεστάρουν τις ιδιότητες που συνιστούν την ανθρωπινότητά μας. Να σε δω στα δύσκολα, που λέμε. Αυτό με ενδιαφέρει, για να το απλουστεύσω, από τι υλικά είμαστε πλασμένοι τελικά. Τι μπορούμε, πόσο μπορούμε, γιατί κάποιοι μπορούν έτσι κι άλλοι αλλιώς, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, άλλοι καθόλου κτλ., κτλ.

Τώρα ως προς τη σχέση Ιστορίας – Λογοτεχνίας, θα πω αρχικά, κομίζοντας γλαύκας εις Αθήνας, ότι η τέχνη δεν μπορεί να αναπαριστήσει την πραγματικότητα, ακόμα κι αν το θέλει, αλλά μόνο να την ερμηνεύσει μέσα από το υποκειμενικό βλέμμα του καλλιτέχνη. Οπότε και η καλλιτεχνική αποτύπωση ενός ιστορικού γεγονότος, μιας περιόδου ή στιγμής, δεν αναπαράγει την ιστορία αλλά την ξαναγράφει. Ουσιαστικά την αναδημιουργεί μέσα από το βλέμμα μιας μεταγενέστερης εποχής. Δίνει δηλαδή μια υποκειμενική ερμηνεία της ιστορικής στιγμής, που βέβαια, όσο υποκειμενική κι αν είναι, απηχεί και τη νοοτροπία της περιόδου από την οποία προκύπτει. Άρα, το ίδιο το έργο τέχνης αποτελεί ένα ιστορικό τεκμήριο, που δίνει πληροφορίες για την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε και για το πώς εκείνη η εποχή έβλεπε το αρχικό ιστορικό γεγονός. Και πάει λέγοντας.

Αν κάτι θα είχε ίσως αξία να αναρωτηθούμε θα ήταν γιατί σε ένα συγκεκριμένο παρόν (σήμερα, για παράδειγμα) στρεφόμαστε σε ένα συγκεκριμένο παρελθόν απευθύνοντάς του ερωτήματα. Τι μας οδηγεί εκεί, ποιο ακριβώς ερώτημα του παρόντος ζητά και θα μπορούσε να πάρει απάντηση, από το παρελθόν στο οποίο επιλέγουμε να απευθυνθούμε.