🎙️Συνέντευξη με τον Εμίλιο Καφάσι, Καθηγητή Κοινωνιολογική Θεωρίας στην Αργεντινή

Αυτό που διακυβεύεται σήμερα στη Λατινική Αμερική είναι αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο κυρίαρχων κρατών, λέει ο Εμίλιο Καφάσι, καθηγητής Κοινωνιολογικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες στην «Εποχή». Συγχρόνως αναφέρει ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να δημιουργήσουν έναν κόσμο όπου η βία αντικαθιστά την πολιτική και η διαπραγμάτευση αντικαθίσταται από τις απειλές, ενώ τονίζει ότι η υπεράσπιση της μη επέμβασης, της νομιμότητας και της αυτοδιάθεσης είναι η ελάχιστη προϋπόθεση για να αποφευχθεί η εδραίωση μιας παγκόσμιας τάξης που βασίζεται στην ατιμωρησία.

Πώς θα περιέγραφες την τρέχουσα κατάσταση στην Λατινική Αμερική; Από τη μία βλέπουμε μια στροφή προς τα ακροδεξιά, με τελευταίο παράδειγμα τη Χιλή, και από την άλλη την επιθετικότητα των ΗΠΑ εναντίον όσων θεωρούν ότι αποτελούν κίνδυνο για τα συμφέροντά τους.

Η Λατινική Αμερική βιώνει μια φάση οπισθοδρομικής ανασύνθεσης σε πολλά ταυτόχρονα επίπεδα, που χαρακτηρίζεται από μια σύγκλιση των εσωτερικών μετασχηματισμών της πολιτικής εξουσίας και μιας σαφούς επανενεργοποίησης των εξωτερικών πιέσεων. Δεν πρόκειται απλώς για μια «στροφή προς τα δεξιά» με εκλογικούς όρους, αλλά για μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο διακυβέρνησης και αντίληψης του κράτους. Οι νέοι δεξιοί/ακροδεξιοί που προελαύνουν στην περιοχή δεν επιδιώκουν πλέον μόνο να κερδίσουν τις εκλογές, αλλά και να αναδιαμορφώσουν τις θεσμικές δομές, να διαλύσουν τους μηχανισμούς δημοκρατικού ελέγχου, να πειθαρχήσουν την κοινωνική διαμαρτυρία, να αποδυναμώσουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και να φυσικοποιήσουν την ανισότητα ως μια αναπόφευκτη ηθική τάξη. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι δυνάμεις παρουσιάζονται ως αντισυστημικές ενώ κυβερνούν υπέρ των οικονομικών ελίτ, και εδραιώνουν μια ολοένα και πιο προσωποπαγή και τιμωρητική εξουσία. Αυτή η εσωτερική διαδικασία συνυπάρχει, και ενισχύεται, από μια ανανεωμένη εξωτερική επίθεση από τις ΗΠΑ, οι οποίες εγκαταλείπουν σταδιακά τις πολυμερείς διαμεσολαβήσεις και τους μηχανισμούς συναίνεσης που χαρακτήριζαν τα προηγούμενα χρόνια. Μετά την αποτυχία της ALCA (Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών της Αμερικής) το 2005 και την εξάντληση της λεγόμενης «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον», οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τις στρατηγικές περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης υπέρ μιας λογικής εξαναγκασμού και τιμωρίας. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όταν η πειθαρχία ασκούνταν μέσω των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, του χρέους και των οικονομικών όρων, σήμερα κυριαρχεί μια πιο ωμή και λιγότερο συγκαλυμμένη λογική: μονομερείς κυρώσεις, σαφείς απειλές, μυστικές ή φανερές στρατιωτικές επιχειρήσεις, κλεισίματα εναέριου χώρου, στρατιωτικοποίηση της Καραϊβικής και δημόσιες προειδοποιήσεις που αγγίζουν τα όρια του πολέμου. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι περιστασιακή ούτε αποδίδεται μόνο σε μια συγκεκριμένη ηγεσία, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κρίσης της διεθνούς τάξης που προέκυψε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ΗΠΑ ενεργούν όλο και περισσότερο ως δύναμη που διεκδικεί για τον εαυτό της το δικαίωμα να αποφασίζει πότε ισχύουν οι διεθνείς κανόνες και πότε είναι περιττοί. Σε αυτό το πλαίσιο, η Λατινική Αμερική επανεμφανίζεται ως χώρος εξαίρεσης, ως μια περιοχή όπου η κυριαρχία μπορεί να σχετικοποιηθεί χωρίς μεγάλο διεθνές πολιτικό κόστος. Η Καραϊβική, η Βενεζουέλα και η βόρεια Νότια Αμερική λειτουργούν τώρα ως σενάρια όπου δοκιμάζονται αυτές οι πρακτικές, όχι μόνο για να πειθαρχήσουν συγκεκριμένες κυβερνήσεις αλλά και για να στείλουν μηνύματα σε ολόκληρο το ημισφαίριο και το παγκόσμιο σύστημα. Έτσι η περιοχή είναι παγιδευμένη ανάμεσα στα αυταρχικά δεξιά κινήματα που διαβρώνουν τις δημοκρατικές ικανότητες και την κοινωνική αντίσταση εκ των έσω, και σε μια εξωτερική δύναμη που δεν κρύβει πλέον την περιφρόνησή της για την κυριαρχία της Λατινικής Αμερικής και ενεργεί με πρωτοφανή επιθετικότητα στην εξωεδαφική χρήση βίας. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά κατακερματισμένη Λατινική Αμερική, χωρίς την ικανότητα συντονισμένης δράσης, με αποδυναμωμένους ή διαλυμένους τους περιφερειακούς οργανισμούς και με ολοένα και πιο στενά περιθώρια λήψης αποφάσεων. Σε αυτό το σενάριο, η διαμάχη δεν είναι πλέον μόνο ιδεολογική αλλά δομική: αυτό που διακυβεύεται είναι αν η περιοχή θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο κυρίαρχων κρατών ή ως χώρος διαθέσιμος για παρέμβαση, πολιτικό πειραματισμό και παραδειγματική τιμωρία.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, τι περιθώρια αντίστασης έχουν σήμερα οι λαοί για να μειωθούν οι επιπτώσεις; Πώς μπορούν να οργανώσουν την άμυνά τους;

Το περιθώριο αντίστασης που έχουν σήμερα οι λαοί της Λατινικής Αμερικής υπάρχει, αλλά είναι περιορισμένο, άνισο και ουσιαστικά αμυντικό. Δεν αντιμετωπίζουμε ένα σενάριο μετασχηματιστικής επίθεσης, όπως αυτό που χαρακτήρισε ορισμένες στιγμές του προοδευτικού κύκλου στις αρχές του 21ου αιώνα, αλλά ένα στάδιο περιορισμού των ζημιών, στο οποίο ο άμεσος στόχος είναι η αποτροπή των δομικών οπισθοδρομήσεων που είναι δύσκολο ή αδύνατο να αντιστραφούν. Η αντίσταση σήμερα σημαίνει, πάνω απ’ όλα, να κερδίσουμε χρόνο, να διατηρήσουμε τις κοινωνικές ικανότητες και να αποτρέψουμε την εδραίωση μόνιμων αυταρχικών μηχανισμών. Ένα πρώτο βασικό στοιχείο είναι η εγκατάλειψη κάθε προσδοκίας εξωτερικών λύσεων. Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι καθοριστική: κάθε φορά που η περιοχή βασίστηκε στη διαμεσολάβηση ή την παρέμβαση των ΗΠΑ, είτε με τη μορφή συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών, προγραμμάτων «βοήθειας», στοχευμένων κυρώσεων ή υποτιθέμενων ανθρωπιστικών επιχειρήσεων, το αποτέλεσμα ήταν η εμβάθυνση της εξάρτησης, ο κοινωνικός κατακερματισμός και η απώλεια κυριαρχίας. To πέρασμα από το σχέδιο της ALCA στη σημερινή λογική της μονομερούς τιμωρίας δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει πλέον ούτε καν μια υπόσχεση ολοκλήρωσης, αλλά μια σχέση που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην υπακοή ή τις κυρώσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε αμυντική στρατηγική που δεν βασίζεται σε εσωτερικούς πόρους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αντίσταση, επομένως, πρέπει να ξεκινήσει από τον εσωτερικό κοινωνικό ιστό. Αυτό συνεπάγεται την ανοικοδόμηση και ενίσχυση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των κινημάτων βάσης, των κοινοτικών δικτύων, των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτιστικών χώρων που είναι ικανοί να διατηρήσουν συλλογικούς δεσμούς σε ένα περιβάλλον επισφάλειας και φόβου. Η αυταρχική Δεξιά προχωρά όχι μόνο μέσω της άμεσης καταστολής, αλλά και μέσω της διάλυσης των κοινωνικών δεσμών, της απομόνωσης των ανθρώπων και της μετατροπής της κοινωνικής σύγκρουσης σε αστυνομικό ζήτημα. Η υπεράσπιση της ικανότητας οργάνωσης είναι σήμερα μια κεντρική μορφή δημοκρατικής άμυνας. Ένα δεύτερο επίπεδο, αδιαχώριστο από το προηγούμενο, είναι το συμβολικό και το ιδεολογικό. Η αυταρχική επίθεση βασίζεται σε έναν βαθύ αποικισμό της γλώσσας: η λιτότητα παρουσιάζεται ως ευθύνη, η καταστολή ως τάξη, η ανισότητα ως αξία, η ανεξαρτησία ως εμπόδιο. Η αντίσταση συνεπάγεται την επαναφορά βασικών εννοιολογικών διακρίσεων, χωρίς τις οποίες η κυριαρχία γίνεται αόρατη. Δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα άμυνας αν η βία ονομάζεται σταθερότητα ή αν η υποταγή γίνει αποδεκτή ως πολιτικός ρεαλισμός. Σε αυτό το σημείο, η πολιτισμική μάχη δεν είναι συμπλήρωμα αλλά στρατηγικό μέτωπο. Επιπλέον, το διεθνές πλαίσιο καθιστά αυτό το έργο ακόμη πιο περίπλοκο. Η αυξανόμενη εξατομίκευση της εξουσίας στις ΗΠΑ, όπου οι στρατηγικές αποφάσεις συγκεντρώνονται σε έναν ηγέτη που ταυτίζεται με το κράτος και το έθνος, μειώνει δραστικά τα περιθώρια διαπραγμάτευσης και διαμεσολάβησης. Αντιμέτωπη με μια εξουσία που δρα χωρίς μεσάζοντες και αγνοεί τα θεσμικά όρια, η άμυνα των λαών δεν μπορεί να βασίζεται στην προσδοκία μιας δίκαιης διαιτησίας, αλλά στη συσσώρευση των εσωτερικών και περιφερειακών δυνάμεων, ακόμη και κατακερματισμένων. Τέλος, η αντίσταση δεν πρέπει να συγχέεται με την αδράνεια. Αν και ο άμεσος ορίζοντας μπορεί να είναι αμυντικός, η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, των οργανωτικών ικανοτήτων και της εννοιολογικής αυτονομίας είναι αυτό που θα επιτρέψει, όταν αλλάξουν οι συνθήκες, να ανοίξει ξανά η δυνατότητα χειραφετητικών σχεδίων. Η αποκήρυξη αυτής της ελάχιστης άμυνας σήμερα θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή όχι μόνο μιας συγκυριακής ήττας, αλλά μιας ιστορικής ήττας.

Πώς ερμηνεύεις την αύξηση της επιθετικότητας των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, και ευρύτερα στο δυτικό ημισφαίριο;

Η αύξηση της επιθετικότητας των ΗΠΑ δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως μια συγκυριακή αντίδραση ή αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της προεδρίας Τραμπ. Είναι μια δομική αναδιαμόρφωση της άσκησης της αυτοκρατορικής εξουσίας σε ένα πλαίσιο κρίσης στη διεθνή τάξη που προέκυψε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτον, αυτή η κλιμάκωση αντανακλά τη σταδιακή εγκατάλειψη της πολυμέρειας ως αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου. Ενέργειες όπως οι αποκλεισμοί, οι εξωεδαφικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι παραβιάσεις του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου, και οι ρητές απειλές επέμβασης δεν παρουσιάζονται πλέον ως δικαιολογημένες εξαιρέσεις, αλλά ως κανονικοποιημένες πρακτικές. Η βία παύει να είναι η έσχατη λύση και γίνεται άμεση πηγή νομιμότητας, αδειάζοντας το διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς που το στηρίζουν από περιεχόμενο. Δεύτερον, η Λατινική Αμερική επανεμφανίζεται ως χώρος πολιτικού πειραματισμού και στρατηγικής πειθαρχίας. Όχι λόγω της φύσης των κυβερνήσεών της, αλλά λόγω της συμβολικής και γεωπολιτικής της αξίας: εδαφική εγγύτητα, σχετική αδυναμία, περιφερειακός κατακερματισμός και ένα προηγούμενο ιστορικό παρεμβάσεων που μειώνει το πολιτικό κόστος του εξαναγκασμού. Η Βενεζουέλα λειτουργεί εδώ ως μια οριακή περίπτωση: αυτό που γίνεται ανεκτό εκεί γρήγορα γίνεται προηγούμενο που ισχύει και για την υπόλοιπη ήπειρο. Αυτή η αλλαγή δεν στοχεύει στην οικοδόμηση μιας σταθερής διεθνούς τάξης, αλλά μιας ιεραρχικής και επιλεκτικής τάξης όπου οι κανόνες ισχύουν μόνο για ορισμένους και αναστέλλονται για άλλους. Σε αυτόν τον κόσμο, η κυριαρχία παύει να είναι μια καθολική αρχή και έρχεται να γίνει αντιληπτή ως μια ανακλητή παραχώρηση, υπό την προϋπόθεση της πολιτικής, οικονομικής και στρατηγικής ευθυγράμμισης. Οι κατηγορίες που δικαιολογούν την εξαίρεση –διακίνηση ναρκωτικών, τρομοκρατία, ανθρωπιστική κρίση, διαφθορά– είναι εναλλάξιμες. Ο μηχανισμός είναι πάντα ο ίδιος: η δήλωση μιας διάχυτης απειλής για να καταστεί δυνατή η μονομερής χρήση βίας. Όμως αυτή η εξωτερική επιθετικότητα εξυπηρετεί και μια εσωτερική λειτουργία. Σε πλαίσια κοινωνικής πόλωσης, κρίσης νομιμότητας ή εκλογικής διαμάχης, η κατασκευή του εξωτερικού εχθρού λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής συνοχής και ως παιδαγωγική του φόβου. Η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος όχι μόνο πειθαρχεί άλλα κράτη, αλλά επαναβεβαιώνει εσωτερικά και μια εθνική ταυτότητα που βασίζεται στην ανωτερότητα, την ατιμωρησία και την περιφρόνηση των νομικών ορίων.

Τι κόσμο θεωρείς ότι επιδιώκουν να δημιουργήσουν οι ΗΠΑ;

Ο κόσμος που επιχειρείται να διαμορφωθεί δεν είναι ένας κόσμος που διέπεται από κοινούς κανόνες αλλά από μόνιμες καταστάσεις εξαίρεσης, όπου η βία αντικαθιστά την πολιτική και η διαπραγμάτευση αντικαθίσταται από τις απειλές. Είναι ένας κόσμος στον οποίο οι ζωές ορισμένων λαών είναι διαχειρίσιμες, θυσιάσιμες και αναλώσιμες, και όπου η ιστορία του δυτικού ημισφαιρίου γράφεται για άλλη μια φορά με όρους κέντρου και περιφέρειας, εντολής και υπακοής. Όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν έγκειται μόνο στη βία που ασκεί η επιθετικότητα των ΗΠΑ, αλλά και στην περιφερειακή και διεθνή κανονικοποίηση αυτής της συμπεριφοράς. Κάθε σιωπή, κάθε διπλωματική ασάφεια και κάθε σχετικοποίηση της αρχής της μη επέμβασης συμβάλλει στην εδραίωση μιας τάξης όπου η βία γίνεται ο κανόνας και ο νόμος ένα διακοσμητικό στοιχείο. Σε αυτό το σενάριο, η υπεράσπιση της κυριαρχίας δεν είναι πλέον μια ιδεολογική θέση, αλλά μια ελάχιστη προϋπόθεση για την πολιτική επιβίωση της ηπείρου.

Γιατί οι επιθέσεις είναι πλέον άμεσες και χωρίς τις διαμεσολαβήσεις του παρελθόντος;

Ο άμεσος και αδιαμεσολάβητος χαρακτήρας των πρόσφατων ενεργειών των ΗΠΑ σηματοδοτεί μια ποιοτική ρήξη με τους παραδοσιακούς τρόπους παρέμβασης που επικρατούσαν για δεκαετίες. Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή τακτικής, αλλά για μια μεταμόρφωση στον τρόπο άσκησης της ηγεμονίας στο δυτικό ημισφαίριο. Για μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης, η παρέμβαση των ΗΠΑ λειτουργούσε συνήθως μέσω πολιτικών, νομικών ή περιφερειακών διαμεσολαβήσεων: πολυμερείς οργανισμοί, διπλωματικές συμμαχίες, υποτελείς τοπικές κυβερνήσεις, ανθρωπιστικές αφηγήσεις ή επίσημοι μηχανισμοί νομιμότητας. Ακόμα και όταν η βία ήταν πραγματική, ήταν καλυμμένη με διαδικασίες, χρονοδιαγράμματα, δηλώσεις ή κανονιστικά πλαίσια που επιδίωκαν να διατηρήσουν μια επίφαση νομιμότητας και συναίνεσης. Σήμερα αυτές οι διαμεσολαβήσεις διαβρώνονται σκόπιμα. Οι άμεσες ενέργειες –επιθέσεις, αποκλεισμοί, παραβιάσεις της κυριαρχίας χωρίς προηγούμενη άδεια ή ουσιαστική νομική αιτιολόγηση– εκφράζουν την απόφαση για απαλλαγή από τη συναίνεση, ακόμη και τη συμβολική συναίνεση. Η βία δεν χρειάζεται πλέον να νομιμοποιείται από εξωτερικούς φορείς: νομιμοποιεί τον εαυτό της. Αυτή η μετατόπιση είναι πρωτίστως μια απάντηση στη βαθιά κρίση της πολυμέρειας. Οι διεθνείς θεσμοί δεν έχουν χάσει μόνο την ικανότητα για αποτελεσματικές κυρώσεις αλλά και την πολιτική εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον ενεργεί με βάση την εμπειρικά αποδεδειγμένη υπόθεση ότι το διπλωματικό κόστος θα είναι χαμηλό, οι καταδίκες απλώς ρητορικές και οι υλικές συνέπειες ανύπαρκτες. Η διαμεσολάβηση παύει να είναι απαραίτητη όταν διασφαλίζεται η ατιμωρησία. Δεύτερον, η άμεση δράση εξυπηρετεί μια παιδαγωγική λειτουργία. Επιδιώκει όχι μόνο να παράγει ένα άμεσο αποτέλεσμα στη χώρα που δέχεται την επίθεση, αλλά και να στείλει ένα μήνυμα σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα: οι κανόνες μπορούν να ανασταλούν χωρίς καμία διαδικασία και η εξαίρεση μπορεί να επιβληθεί χωρίς διαπραγμάτευση. Η απουσία διαμεσολάβησης δεν αποτελεί έλλειμμα διαδικασίας, αλλά είναι μέρος του ίδιου του μηνύματος. Στόχος είναι να δείξει ότι δεν υπάρχει εξουσία ανώτερη από τη βούληση της κυρίαρχης δύναμης. Επιπλέον, αυτή η μορφή επέμβασης αντανακλά μια ιδεολογική μετατόπιση. Τα παλιά άλλοθι –εκδημοκρατισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, περιφερειακή σταθερότητα– γίνονται όλο και λιγότερο λειτουργικά σε ένα σενάριο παγκόσμιας πόλωσης και φθοράς του λόγου. Στη θέση τους αναδύεται μια πιο ωμή λογική, όπου η ασφάλεια, η παραδειγματική τιμωρία και η επίδειξη δύναμης αντικαθιστούν την πειθώ. Η διαμεσολάβηση θεωρείται ένας περιττός περιορισμός, όχι εγγύηση της τάξης. Τέλος, η άμεση δράση τροφοδοτείται από τον πολιτικό κατακερματισμό της Λατινικής Αμερικής. Η απουσία συντονισμένης περιφερειακής φωνής, η ασάφεια πολλών κυβερνήσεων και η τάση να ερμηνεύεται κάθε επιθετικότητα με εγχώριους όρους μειώνουν περαιτέρω την ανάγκη για μεσάζοντες. Όπου δεν υπάρχει μπλοκ δεν υπάρχει διαπραγμάτευση, και όπου δεν υπάρχει διαπραγμάτευση η επιβολή καθίσταται επαρκής. Εν ολίγοις, η εγκατάλειψη των διαμεσολαβήσεων του παρελθόντος δεν υποδηλώνει τη θεσμική ισχύ της διεθνούς τάξης, αλλά το ακριβώς αντίθετο: τη σταδιακή διάβρωσή της. Η άμεση επέμβαση δεν οδηγεί σε έναν πιο διαφανή κόσμο, αλλά σε ένα ασταθές σενάριο όπου η δύναμη αντικαθιστά την πολιτική και η κυριαρχία γίνεται μια ενδεχόμενη έννοια, που υπόκειται στη βούληση του πιο ισχυρού παράγοντα.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό των γεωπολιτικών εντάσεων και των μεγάλων οικονομικών συγκρούσεων, πόσο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι πολλές κυβερνήσεις διεθνώς σιωπούν, ή στην καλύτερη έχουν μια χλιαρή στάση, απέναντι στην έξαρση της ιμπεριαλιστικής βίας των ΗΠΑ, στις απειλές τους εναντίον άλλων χωρών και στην κατάργηση του διεθνούς δικαίου;

Η σιωπή ή η απλή ρητορική αντίδραση των περισσότερων κυβερνήσεων στις επιθέσεις και τις απειλές των ΗΠΑ είναι μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της τρέχουσας κατάστασης, ακόμη περισσότερο και από τις ίδιες τις στρατιωτικές ενέργειες. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη παράλειψη, αλλά για ενεργό παράγοντα στην κλιμάκωση της αυτοκρατορικής βίας και στην κατάργηση του διεθνούς δικαίου. Πρώτον, η σιωπή λειτουργεί ως μηχανισμός έμμεσης νομιμοποίησης. Η διεθνής έννομη τάξη δεν στηρίζεται μόνο σε γραπτούς κανόνες, αλλά και σε πρακτικές, προηγούμενα και συλλογικές αντιδράσεις. Όταν οι σοβαρές παραβιάσεις της κυριαρχίας δεν δημιουργούν αποτελεσματικές πολιτικές, οικονομικές ή διπλωματικές συνέπειες, γίνονται ένα κανονικοποιημένο προηγούμενο. Η εξαίρεση παύει να είναι μια ανωμαλία και γίνεται μέρος του συνηθισμένου ρεπερτορίου της διεθνούς πολιτικής. Αυτή η στάση αντικατοπτρίζει τη βαθιά κρίση της πολυμέρειας. Οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν για να περιορίσουν τη μονομερή χρήση βίας δείχνουν μια δομική αδυναμία δράσης απέναντι στη δύναμη. Η αδράνεια των διεθνών οργανισμών και πολλών κρατών αποκαλύπτει όχι μόνο τη θεσμική αδυναμία, αλλά και μια ριζική ασυμμετρία στην εφαρμογή του νόμου: οι κανόνες ισχύουν για τους αδύναμους και αναστέλλονται απέναντι στους ισχυρούς.

Έχεις πει ότι αυτή η συμπεριφορά έχει και ένα επεκτατικό αποτέλεσμα.

Ναι, η απουσία μιας σαφούς και συντονισμένης καταδίκης στέλνει ένα μήνυμα σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα: η βία μπορεί να επιβληθεί χωρίς σημαντικό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλες δυνάμεις βρίσκουν κίνητρα για να αναπαράγουν παρόμοιες συμπεριφορές, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα κανονιστικά όρια για τις συγκρούσεις. Η σιωπή απέναντι σε μια συγκεκριμένη πράξη επιθετικότητας επιτρέπει, μέσω της συσσώρευσης, ένα σενάριο γενίκευσης της εξαίρεσης. Ομοίως, η κυβερνητική παθητικότητα εκφράζει μια πολιτική παραίτηση. Πολλά κράτη επιλέγουν να μην μιλήσουν λόγω οικονομικών υπολογισμών, οικονομικής εξάρτησης, στρατηγικών ευθυγραμμίσεων ή φόβου αντιποίνων. Αυτός ο εργαλειακός ορθολογισμός, ωστόσο, έχει συστημικό κόστος: μετατρέπει το διεθνές δίκαιο σε μια κενή γλώσσα, χρήσιμη μόνο όταν δεν παρεμβαίνει στα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα. Η νομιμότητα παύει να είναι ένα κοινό πλαίσιο και γίνεται μια επιλεκτική έννοια. Στη Λατινική Αμερική αυτή η σιωπή είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Η περιοχή έχει ιστορική μνήμη των συνεπειών των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, ωστόσο ο πολιτικός κατακερματισμός και η έλλειψη περιφερειακού συντονισμού μειώνουν την ικανότητά της να αντιδράσει. Κάθε ασάφεια, κάθε χλιαρή δήλωση και κάθε ουδετερότητα ενισχύει την κατάσταση της ηπείρου ως διαθέσιμου χώρου, ευάλωτου σε εξωτερικό καταναγκασμό. Εν ολίγοις, η διεθνής σιωπή δεν είναι απλώς ένα ηθικό ή διπλωματικό έλλειμμα: είναι ένα δομικό στοιχείο του νέου τοπίου της βίας. Μπροστά στην ιμπεριαλιστική κλιμάκωση και την επιταχυνόμενη διάβρωση του διεθνούς δικαίου, η σιωπή σημαίνει την αποδοχή ότι η βία αντικαθιστά τους κανόνες και ότι η κυριαρχία γίνεται μια ανακλητή παραχώρηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεράσπιση βασικών αρχών -μη επέμβαση, νομιμότητα, αυτοδιάθεση- παύει να είναι μια ιδεολογική θέση και γίνεται η ελάχιστη προϋπόθεση για να αποφευχθεί η εδραίωση μιας παγκόσμιας τάξης που βασίζεται στην ατιμωρησία.

Φωτογραφία 1 : Amar Preciado / Pexels

Φωτογραφία 3: Doğan Alpaslan Demir / Pexels