Είναι πλέον κοινός τόπος ότι ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε έχει καταρρεύσει. Η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η γενοκτονία στη Γάζα και η δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ αμφισβήτησαν ριζικά μια φιλελεύθερη «παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες» που, παρά τις ατέλειες της, αποτελούσε τη βάση της διεθνούς κοινότητας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για την κατάρρευση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου, καθώς και κάθε πλαισίου που καθόριζε σε ένα βαθμό την διεθνή πραγματικότητα. Πλήρης αποδυνάμωση του ΟΗΕ, αμφισβήτηση στην πράξη κάθε μορφής πολυμερούς διαδικασίας, πρακτικές ωμής ισχύος και βίας από πλευράς των ΗΠΑ και του συμμάχου τους Ισραήλ, ουσιαστικά μια επιστροφή στον νόμο της ζούγκλας.
Από την αρχή της δεύτερης θητείας, ο Τραμπ αμφισβήτησε όλες τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική δικαιοκρατική τάξη και όλα τα πολυμερή πλαίσια. Με εχθρότητα απέναντι στην ΕΕ, με ανατροπή του καθεστώτος στη Βενεζουέλα και διεκδίκηση της Γροιλανδίας, εδάφους χώρας μέλους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, καθημερινά ο αμερικανός πρόεδρος δείχνει ότι το μόνο όριο είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Στις αρχές του 2026, ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από 66 διεθνείς οργανισμούς, οι 31 εκ των οποίων ανήκουν στον ΟΗΕ, διακόπτοντας τη χρηματοδότησή τους. Η αποχώρηση από τη Διεθνή Συνθήκη για το Κλίμα ανακοινώθηκε την ίδια μέρα που ο αμερικανός πρόεδρος εισήλθε στον Λευκό Οίκο. Ακολούθησαν η UNESCO, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και πολλοί άλλοι.
Η αντίθεσή του στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και οι κυρώσεις τις οποίες επέβαλε πριν λίγες μέρες είναι ένα ακόμη βήμα. Κυρίως, όταν αυτές επιβάλλονται ώρες μόλις μετά τη βράβευση με Νόμπελ Ειρήνης μίας πρώην δικαστού του ΔΠΔ, της Νάβι Πιλάι. Μιας γυναίκας που όλη της η ζωή σφραγίστηκε από αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα: είτε πρόκειται για τη μάχη για την κατοχύρωση δικαιώματος πολιτικής εκπροσώπησης στους πολιτικούς κρατουμένους επί απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική, είτε για την πρόσφατη θητεία της ως επικεφαλής της Ανεξάρτητης Διεθνούς Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη. Η βράβευσή της ήταν μια αχτίδα φως στην πιο σκοτεινή μεταπολεμική περίοδο για την Ευρώπη και τη Δύση στο σύνολό της. Η Πιλάι ενόχλησε βαθιά τον Τραμπ, αλλά και τον Νετανιάχου, καθώς η δύναμη της αλήθειας της αποτελεί για αυτούς απειλή.
Οι ΗΠΑ ποτέ δεν υποστήριξαν ένθερμα το ΔΠΔ από τη δημιουργία του. Ο Κλίντον υπέγραψε την ιδρυτική σύμβαση το 2000 αλλά αυτή δεν επικυρώθηκε από το Κογκρέσο. Το 2002 το Κογκρέσο υιοθέτησε νόμο «the Hague invasion Act» που απαγόρευε τη συνεργασία των ΗΠΑ με το Δικαστήριο αλλά και την παραπομπή αμερικανού πολίτη σε αυτό. Ακόμη και επί Ομπάμα ή Μπάιντεν η γραμμή παρέμεινε η ίδια: απόρριψη της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου επί αμερικανών πολιτών και στρατιωτικών.
Ο Τραμπ κατήγγειλε τη δράση του τόσο για την έρευνα για αμερικανικές πράξεις στο Αφγανιστάν, όσο και για το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Μπ.Νετανιάχου.
Οι πρόσφατες κυρώσεις δεν είναι οι πρώτες. Τον Φεβρουάριο 2025 είχαν επιβληθεί κυρώσεις για οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές με το Δικαστήριο ώστε αυτό να στερηθεί βασικούς πόρους, αλλά και απαγορεύοντας την είσοδο στη χώρα σε 9 από τους 18 εισαγγελείς και δικαστές του. Με την απόφαση του Οκτωβρίου, απαγορεύεται σε αμερικανικές εταιρείες να παρέχουν υπηρεσίες στο Δικαστήριο, το οποίο ο Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε «Δικαστήριο -παρία». Δόθηκε πάντως εξάμηνη περίοδος χάριτος για την προσαρμογή στη νέα κατάσταση.
Το ΔΠΔ παραμένει ένας από τους λίγους πλέον φάρους για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ώρα που το διεθνές δίκαιο πλήττεται παντού στον πλανήτη τα τελευταία χρόνια. Το Δικαστήριο διερευνά και διώκει άτομα ύποπτα για γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επιβάλλοντας κυρώσεις στο ίδιο το Δικαστήριο, οι ΗΠΑ επιτίθενται στην ανεξαρτησία του διεθνούς συστήματος απονομής δικαιοσύνης και επιδιώκουν ωμά να θέτουν εκείνες τους κανόνες του παιχνιδιού.
Μπαίνουμε σε μια σκοτεινή περίοδο για τη διεθνή δικαιοσύνη, όπου τα θύματα δεν θα μπορούν να ελπίζουν σε δικαίωση.
Για μια ακόμη φορά, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε τίποτα να πει. Για μια ακόμη φορά, η σιωπή αυτή ήταν ιδιαίτερα ηχηρή.




