Πρώτα το ντίζελ, μετά το φυσικό αέριο και έπεται συνέχεια

Ο γερμανός καγκελάριος με τον αμερικανό πρόεδρο (The White House / Flickr)

Την πρόταση κατέθεσαν στους ουκρανούς και ευρωπαίους αξιωματούχους οι απεσταλμένοι του αμερικανού προέδρου, σε συνάντηση που είχαν μαζί τους στο Κίεβο τον Σεπτέμβριο.

Οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ υποστήριξαν, σύμφωνα με τους New York Times, ότι το Κίεβο, στο όνομα μιας ειρηνευτικής διευθέτησης που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία και μια συμφωνία για τα κατεχόμενα εδάφη, πρέπει να ανοίξει ξανά τους αγωγούς  μεταφοράς, από τα εδάφη της, ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη, για να δελεαστεί η Ρωσία να τερματίσει τον πόλεμο.

Αλλά και να δελεάσει η Ρωσία –προσερχόμενη σε διαπραγματεύσεις πίσω από τις οποίες οι καχύποπτοι διακρίνουν την επιδίωξη των ΗΠΑ να αποκτήσουν πρόσβαση στο ρωσικό φυσικό αέριο επ’ ωφελεία συγκεκριμένων εταιρικών συμφερόντων.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Reuters, οι ΗΠΑ και η Ρωσία, στον κατ’ ιδίαν μεταξύ τους διάλογο, που συνεχίζεται ακώλυτος, έχουν συζητήσει την  ένταξη αμερικανού επενδυτή στο σχέδιο επαναλειτουργίας του Nord Stream 2, του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου στη Γερμανία, που είχε τεθεί εκτός λειτουργίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Αλλά η Γερμανία, ο κατεξοχήν ωφελούμενος από το ρωσικό φυσικό αέριο πριν από την εισβολή,  εμφανίζεται απολύτως αρνητική, μολονότι η επανεκκίνηση των ροών θα μείωνε δραστικά το κόστος της ενεργειακής εξάρτησής της από το αμερικανικό LNG κυρίως. Το Βερολίνο υποστηρίζει ότι αυτό θα εξέθετε τη Γερμανία και την Ευρώπη στον διαρκή κίνδυνο η Ρωσία να διακόψει εκβιαστικά τις ροές ανά πάσα στιγμή.

Τι σημαίνει «ανά πάσα στιγμή» υποκρύπτεται (για τους καχύποπτους πάντα…) στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς του Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος, σε συνέντευξή του στο Bloomberg την περασμένη Δευτέρα προέτρεψε του Ευρωπαίους να μην εφησυχάζουν. Οι επιδιώξεις της Ρωσίας, είπε ο γερμανός καγκελάριος, δεν εξαντλούνται στη νίκη επί της Ουκρανίας·  επεκτείνονταιστην «αποσταθεροποίηση της πολιτικής τάξης σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο».

Είχε αναλάβει να εξειδικεύσει, μερικές ημέρες νωρίτερα, ο επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας εξωτερικής ασφαλείας. Η Γερμανία, είπε ο Μάρτιν Γέγκερ, έχει καταστεί βασικός αντίπαλος σε έναν σκιώδη πόλεμο της Ευρώπης με τη Ρωσία. Και πρόσθεσε, υπονοώντας προφανώς την αποτυχημένη επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στο αεροδρόμιο της Λειψίας τον Αύγουστο, την οποία το Βερολίνο έχει αποδώσει στη Μόσχα, ότι η απειλή από τη Ρωσία έχει προσλάβει «νέα, πιο επικίνδυνη διάσταση», που μπορεί να οδηγήσει στην «ένοπλη σύγκρουση».

Είναι στη βάση αυτού του αφηγήματος που το Βερολίνο έχει επανειλημμένα απορρίψει κατηγορηματικά κάθε πρόταση να ανοίξουν οι δίαυλοι επικοινωνίας με τη Μόσχα, επιλέγοντας την ανυποχώρητη στήριξη του Κιέβου, στήριξη συμποσούμενη χρηματοδοτικά σε πάνω από 100 δισ. ευρώ στην κυβέρνηση Ζελένσκι μέχρι στιγμής.

Η Γερμανία, είπε στη συνέντευξή του στο Bloomberg ο καγκελάριος Μερτς, έχει αναλάβει, μαζί με ευρωπαίους και άλλους, εκτός των ΗΠΑ, συμμάχους, να καλύψει τις αμυντικές και εξοπλιστικές ανάγκες της Ουκρανίας. Πρόκειται όντως, αναγνώρισε, για μια «μεγάλη επιβάρυνση για τους προϋπολογισμούς μας, όμως το πράττουμε, και θα συνεχίσουμε να το πράττουμε μέχρι να σταματήσει αυτός ο φρικτός πόλεμος».

Είναι και αυτό ένα από τα παρεπόμενα της επιλογής των Βρυξελλών να ευθυγραμμιστούν με την πολιτική του Βερολίνου στο Ουκρανικό, κόβοντας –σε αντίθεση με την Ουάσινγκτον– κάθε δίαυλο επικοινωνίας και διαλόγου με τη Μόσχα, με οφθαλμοφανή κατάληξη τον εκτοπισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη θέση του ισότιμου συνομιλητή στην όποια προσπάθεια ειρηνικής διεξόδου.

Πρόκειται για το τελευταίο και ίσως το μεγαλύτερο από τα διαδοχικά λάθη των ευρωπαίων ηγετών, ξεκινώντας από την παράλειψη να παρέμβουν αποφασιστικά για να αποτραπεί  η μετάβαση από τη διπλωματική διευθέτηση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, συνεχίζοντας με την παρέμβαση του τότε πρωθυπουργού της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Κωνσταντινούπολη το 2022, ο οποίος προέτρεψε το Κίεβο να μην υπογράψει συμφωνία αλλά να συνεχίσει τον πόλεμο, και φτάνοντας στην απόφαση να μετακυλήσουν  το κόστος του πολέμου στους ευρωπαίους πολίτες όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, στη νέα θητεία του, διαχώρισε επιμελώς τη θέση του.

Θέση που ορατή απόληξή της είναι η αναχώρηση την Πέμπτη από τη Ρωσία του πετρελαιοφόρου που θα μεταφέρει στις ΗΠΑ τους πρώτους 40.000 μετρικούς τόνους ρωσικού ντίζελ, βάσει της συμφωνίας Τραμπ-Πούτιν για την άρση των κυρώσεων μέχρι τον Απρίλιο.

Πρόκειται για μια εξέλιξη με πολιτικές υποδηλώσεις, καθότι τα περίπου 4,8 εκατ. τόνων ντίζελ που προβλέπει  η συμφωνία δεν επαρκούν στο ελάχιστο για να συγκρατηθούν οι τιμές στα αμερικανικά πρατήρια καυσίμων, όπου το πετρέλαιο κίνησης έχει «χτυπήσει» τα 6,28 δολάρια το γαλόνι, 71% πάνω από πέρυσι.

Στο εύλογο, άρα, ερώτημα γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, που πλέον παράγουν περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ μαζί, καταφεύγει στο ρωσικό ντίζελ, η απάντηση ας αναζητηθεί στο ότι οι πετρελαϊκές εταιρείες τους δεν παράγουν για να σταθεροποιήσουν την εσωτερική αγορά, πόσο μάλλον την παγκόσμια, αλλά για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη των μετόχων τους, ελαχιστοποιώντας το αξιοβίωτο των ευρωπαίων πολιτών.

Συνακόλουθα, η κίνηση του Τραμπ να αποτανθεί στο ρωσικό ντίζελ, εντάσσεται ίσως στο πλαίσιο ευρύτερων οικονομικών συμφωνιών με τη Μόσχα, όπως προκύπτει και από δημοσίευμα των New York Times στις 3 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το οποίο στις 5 Σεπτεμβρίου ο Πούτιν πρότεινε στους Γουίτκοφ και Κούσνερ την πώληση περιουσιακών στοιχείων που έχει στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στο Καμερούν ο ρωσικός πετρελαϊκός κολοσσός Lukoil.

Η Ευρώπη των 27, στην επιλογή της να εμπλακεί στο αδιέξοδο για την ίδια του πολέμου στην Ουκρανία, παρέβλεψε το σημαντικότερο. Ότι ο πόλεμος αυτός έδωσε στην Αμερική τη μοναδική ευκαιρία να ανασυνταχθεί οικονομικά και να αναβαθμίσει την ανταγωνιστικότητά της, σε βάρος μιας Ευρώπης η οποία συνθλίβεται οικονομικά και κοινωνικά από το ενεργειακό κόστος που προέκυψε από την επιλογή της αυτή.