Εδώ κι αρκετά χρόνια, η θεματολογία του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο, μια πλούσια πηγή ενημέρωσης και προβληματισμού. Δυο νέα παιδιά, η Μυρτώ Συμεωνίδου κι ο Νίκος Πανιεράκης στο ντοκιμαντέρ τους με τίτλο «Oppression», παρουσιάζουν εύστοχα τα προβλήματα του χώρου της δημοσιογραφίας κυρίως στην παρατεταμένη περίοδο της οικονομικής κρίσης. Όσο η κρίση βαθαίνει, οι παρεμβάσεις στο δημοσιογραφικό έργο αυξάνονται κι οι δημοσιογράφοι καλούνται να επιλέξουν αν θα ακολουθήσουν την επιβεβλημένη γραμμή των αφεντικών ή αν θα τολμήσουν να τηρήσουν διαφορετική στάση. Αυτοί που τολμούν, ρισκάρουν όχι μόνο να απολυθούν ή να διωχθούν νομικά, αλλά διακινδυνεύουν ακόμα και τη σωματική τους ακεραιότητα. Το «Oppression» παρουσιάζει μερικά μόνο από τα εκατοντάδες περιστατικά που δείχνουν ότι ένα από τα θύματα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα είναι κι η ελευθεροτυπία.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία του υλικού της ταινίας είναι ότι οι δημοσιογράφοι, πλέον, είναι εκτεθειμένοι σε ένα μέγιστο κίνδυνο που τείνει να αλλοτριώσει καθοριστικά την ουσία της δουλειάς τους. Κι αυτός ο κίνδυνος δεν είναι αφορά μόνο τις ωμές παρεμβάσεις από τους διαπλεκόμενους εργοδότες τους στις εφημερίδες και τα κανάλια ή τις δαιδαλώδεις εξαρτήσεις από φορείς της πολιτικής εξουσίας. Μια βαθύτερη διάβρωση τείνει να απονευρώσει ολοκληρωτικά τη δημοσιογραφική λειτουργία κι αυτή είναι η αυτολογοκρισία. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, για να μη κοντραριστούν με την πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αφεντικών τους και να προλάβουν παρεμβάσεις στις έρευνες και τα κείμενά τους, αυτολογοκρίνονται κι έτσι αποφεύγουν τον κίνδυνο της στοχοποίησης, της δυσμένειας και της πιθανής απόλυσης.
Στις μέρες μας, με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, διαπιστώνουμε μια άλλη μορφή αυτολογοκρισίας, κυρίως στις εφημερίδες που στήριζαν και στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ τα αίτια δεν είναι ο φόβος των διευθυντικών παρεμβάσεων και της απόλυσης αλλά η ανάγκη να στηριχθεί η νέα κυβέρνηση και να φανεί ότι το πολιτικό της σχέδιο δεν έχει μεταλλαχθεί επικίνδυνα. Έτσι παρατηρούμε κείμενα που «μασάνε τα λόγια τους», όπου αναδεικνύονται τα θετικά κι υποβαθμίζονται ή αποσιωπούνται τα αρνητικά της κυβερνητικής πολιτικής. Τα κεντρικά άρθρα, κυρίως, που απηχούν τη γραμμή της εφημερίδας ή γράφονται από τις περισσότερο επώνυμες πέννες, παρουσιάζουν ένα νερόβραστο μείγμα γενικόλογων διαπιστώσεων όπου κυριαρχεί η λείανση των αντιθέσεων, η ευθυγράμμιση με τις επιλογές του προεδρικού περιβάλλοντος κι η αποδοχή, ως αναγκαίου κακού, κάθε υποχώρησης από τις προεκλογικές δεσμεύσεις. Λειτουργώντας σε ένα πλαίσιο συμπολίτευσης με παραδοσιακούς όρους η αυτολογοκρισία επέρχεται αβίαστα, εγκαθίσταται στον τρόπο σκέψης των αρθρογράφων κι επηρεάζει καθοριστικά τον πυρήνα των κειμένων. Τι είναι, όμως, πιο ωφέλιμο για την αριστερά και τη χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία; Η προοπτική μιας κυβέρνησης που θα ελέγχεται από ισχυρές κι αδέσμευτες φωνές κριτικής οι οποίες θα προλαβαίνουν και θα διορθώνουν αρνητικές εξελίξεις ή η εικόνα μιας πολιτικής ύπνωσης στην οποία θα συμβάλουν αυτολογοκριμένα κείμενα μυωπικής κυβερνητικής σύμπλευσης;
Ο δικηγόρος του διαβόλου




