Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το πρωτόγνωρο φαινόμενο των συνεχόμενων σεισμικών δονήσεων στην περιοχή της Ανύδρου (μεταξύ Σαντορίνης – Αμοργού – Ανάφης – Ίου) βρίσκεται εν εξελίξει. Η γη σείεται κυριολεκτικά κάθε λίγα λεπτά, με άνω των 75 εξ αυτών των δονήσεων να είναι πάνω από 4 βαθμούς ρίχτερ και τρεις άνω των 5 ρίχτερ, αναγκάζοντας χιλιάδες κατοίκους και επισκέπτες, κυρίως, της Σαντορίνης, που είχαν τη δυνατότητα, να αποχωρήσουν από το νησί, υπό τον φόβο και ενός πιθανού μεγαλύτερου σεισμού.
Όταν θα διαβάζετε αυτό το δημοσίευμα, δεν γνωρίζουμε πώς (αν) θα έχει καταλήξει αυτό το τρομακτικό φαινόμενο (με κάθε ελπίδα και ευχή να έχουν επικρατήσει τα πιο αισιόδοξα σενάρια). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αναδεικνύεται και πάλι το σημαντικό ζητούμενο της πρόληψης έναντι των φυσικών καταστροφών. Και με αυτή δεν νοείται, προφανώς, μόνο η βραχυπρόθεσμη πρόληψη την ώρα που ένα τέτοιο φαινόμενο ξεδιπλώνεται (πχ αποστολή ΕΜΑΚ, φρεγατών, οδηγίες προφύλαξης, απαγόρευση κυκλοφορίας σε συγκεκριμένους δρόμους κτλ), αλλά πρότερα εφαρμοζόμενες πολιτικές και μέτρα. Εν προκειμένω, η αντισεισμική θωράκιση κτιρίων και υποδομών, όπως και πολεοδομικά σχέδια διαφυγής και κατάλληλης διάρθρωσης του εκάστοτε αστικού ιστού.
Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έχει υλοποιηθεί στην περίπτωση της Σαντορίνης (και όχι μόνο), αφού για τις περιοχές υψηλού κινδύνου για κατολισθήσεις, που λάμβαναν μέρος και προ των σεισμών, τώρα μόλις ζητήθηκε από την Επιτροπής Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου και έκανε προτάσεις για τη διενέργεια έργων. Όπως περιέγραψε στη συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη, ο Ευθύμης Λέκκας, πρόεδρος της Μόνιμης Επιστημονικής Επιτροπής Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου, όλη η περιοχή της Καλδέρας είναι υψηλής διακινδύνευσης, με πέντε περιοχές να θεωρούνται οι πιο επικίνδυνες: το λιμάνι του Αθηνιού, δηλαδή το κύριο λιμάνι του νησιού, όπου τα έργα, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν ξεκινήσει αυτές τις μέρες· το παλιό λιμάνι των Φηρών, που ακόμα βέβαια χρησιμοποιείται από χιλιάδες κόσμο, και δεν έχουν γίνει έργα εδώ και μία δεκαετία· οι περιοχές της Αρμένης, του Αμμουδιού και ο οικισμός Κόρφος στη Θηρασιά, όπου μάλιστα πολλά σπίτια βρίσκονται είτε πάνω, είτε κάτω από τους βράχους που είναι επίφοβοι για κατολίσθηση.
Η ανθεκτικότητα των κτιρίων
Όπως εξηγούν στην «Εποχή» πηγές αρχιτεκτόνων μηχανικών, «οι κατασκευές που οικοδομούμε εν γένει στη χώρα τα τελευταία 20 χρόνια, όταν γίνονται βάσει των αντισεισμικών κανονισμών, είναι εξαιρετικά ισχυρές. Η Ελλάδα, δηλαδή, έχει έναν από τους καλύτερους αντισεισμικούς κανονισμούς στον κόσμο. Ο πρώτος κανονισμός έγινε τη δεκαετία του ‘50, μετά και τους μεγάλους σεισμούς εκείνης της εποχής στην Κεφαλονιά, την Ζάκυνθο, τη Σαντορίνη και στον Βόλο. Το δεύτερο κύμα μεγάλων σεισμών ήρθε στα τέλη της δεκαετίας ‘70 και αρχές του ‘80 (Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Καλαμάτα), που οδήγησε επίσης στην ανανέωση των αντισεισμικών κανονισμών, στήθηκε ο οργανισμός αντισεισμικής προστασίας και φτιάχτηκαν οι πρώτες σοβαρές οδηγίες για τους μηχανικούς. Το ’99, μετά από τον μεγάλο σεισμό στην Αθήνα, ο αντισεισμικός κανονισμός ανανεώθηκε και πάλι και είναι θηριώδης. Περιοχές δε όπως η Σαντορίνη και άλλοι σεισμογενείς τόποι, πχ Κεφαλονιά, έχουν ακόμα πιο ειδικές προδιαγραφές. Τα κτίρια που έχουν φτιαχτεί, λοιπόν, σωστά, ακόμα και σε κάποιο μεγάλο σεισμό (η Ελλάδα έχει δοκιμαστεί μέχρι 7 ρίχτερ) δεν θα έχουν πρόβλημα».
Αυτό ισχύει και για το σενάριο της σμηνοσειράς, δηλαδή των συνεχόμενων σεισμών μικρότερου μεγέθους, εφόσον, βέβαια, δεν έχουν πάθει ήδη κάποια ζημιά τα κτίρια. «Οι νέες οικοδομές με το μπετόν αρμέ, αλλά και οι παλιές με τις τοιχοποιίες, έχουν ελαστικότητα, που αυτό σημαίνει ότι δεν ρηγματώνονται και δεν επιβαρύνονται, καθώς η πίεση που δέχονται δεν λειτουργεί σωρευτικά. Αν πάθουν, όμως, ζημιά λόγω κάποιων υψηλών ρίχτερ και έχουν ρηγμάτωση σε κολόνα, τότε η πίεση θα λειτουργήσει σωρευτικά και στον επόμενο σεισμό μπορεί να σπάσει η κολόνα. Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό να γίνεται ανά διαστήματα έλεγχος στα κτίρια για να διακριβώνεται η κατάστασή τους».
Από την άλλη, όμως, κατασκευές που είναι πιο παλιές (και μερικές όπως πχ μοναστήρια, εκκλησίες, κάστρα, παλιοί οικισμοί μπορεί να χρονολογούνται ακόμα και από τον 18-19ο αι. και παλαιότερα) είναι πιο επίφοβες να υποστούν ζημιές από κάποιον σεισμό, ειδικά αν δεν έχει γίνει κάποια μετέπειτα σωστή επισκευή και διατήρησή τους.
Κτίρια στο χείλος του γκρεμού
Στην περίπτωση της Σαντορίνης, το μεγάλο πρόβλημα αφορά στα κτίρια που βρίσκονται στο χείλος της Καλδέρας. «Υπάρχουν κάποιες δεκάδες κτίρια που κρέμονται κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Πρόκειται για κάποιες ακραίες επιλογές των ιδιοκτητών και των μηχανικών που τα χτίσανε, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την εντυπωσιακή θέα. Η αντοχή αυτών των κτιρίων δεν έχει σχέση με την κατασκευή τους, αλλά με το υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίστηκαν. Αν υπάρξει κατολίσθηση, και επειδή είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν έγιναν συστηματικές γεωλογικές μελέτες εκεί, θα φύγουν μαζί και τα κτίρια που βρίσκονται πάνω σ’ αυτούς τους βράχους. Δεν θα πέσει απλά κάποια κολόνα, αλλά θα φύγει κάτω όλο το οικοδόμημα σαν κουτί. Τέτοιο φαινόμενο το είδαμε να συμβαίνει στους σεισμούς του ’56. Δυστυχώς δεν μάθαμε απ’ αυτούς».
Το μεγάλο ερώτημα, βέβαια, είναι πώς μπορεί να έλαβαν άδειες οικοδόμησης αυτά τα κτίρια. «Το πιθανότερο είναι να έχουν λάβει άδεια ως προϋπάρχουσες κατασκευές, που πράγματι υπήρχαν εκεί από την εποχή των Βενετσιάνων. Αντίστοιχες περιπτώσεις συναντάμε και σε άλλες περιοχές, πχ στη Φολέγανδρο, στη Μονεμβασιά, στην Αμοργό −το γνωστό μοναστήρι της Παναγιάς Χοζοβιώτισσας στην Αγ. Άννα που είναι πάνω στον βράχο− κ.α. Υπάρχει και μια παράδοση στη χώρα, όπου παλιοί οικισμοί και μοναστήρια για λόγους προστασίας χτίστηκαν πάνω στον γκρεμό. Αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα, όμως, είναι να απαγορέψουμε να χτίζονται κτίρια σε τέτοια σημεία. Μετά και την τωρινή εμπειρία, το λογικό είναι να βγει μια κόκκινη ζώνη κάποιων μέτρων στην Καλδέρα, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, όπου δεν θα επιτρέπεται η οικοδόμηση. Θα υπάρξει, βέβαια, ζήτημα τι θα γίνει με τα υπάρχοντα κτίρια εκεί…».
Χωρίς σχέδιο διαφυγής
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα αφορά στα σχέδια διαφυγής για τους κατοίκους της Σαντορίνης, που όπως αποκάλυψε δημοσίευμα της Καθημερινής, ενώ είχαν αποφασιστεί σχετικά έργα από το 2013 και είχαν ξεκινήσει με πολύ αργά βήματα, το 2019 η τότε δημοτική αρχή τα σταμάτησε. Αυτά αφορούσαν τη δημιουργία λιμενικών πυλών έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση που λόγω κατολισθήσεων το λιμάνι του Αθηνιού (καθώς αυτό το πρόβλημα είναι χρόνια γνωστό) δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τους κατοίκους και τη διασύνδεση του νησιού. Την επανεκκίνηση των έργων αποφάσισε η νυν δημοτική αρχή, αλλά και πάλι θα χρειαστεί πολύς χρόνος, αφού βρίσκονται στο στάδιο της δημοπράτησης ακόμα. Ενώ πρόβλημα αποτελεί και ο φιδωτός δρόμος πάνω στην Καλδέρα, που οδηγεί στο σημερινό λιμάνι και θεωρείται επικίνδυνος, με την κατασκευή νέου δρόμου να βρίσκεται ακόμα σε συζητήσεις.
«Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή στη Σαντορίνη υπάρχει μόνο ένα λιμάνι διαφυγής, αυτό του Αθηνιού που δεν είναι ασφαλές, είναι αδιανόητο. Η Σαντορίνη θα έπρεπε εδώ και χρόνια να έχει λιμάνι από την ανατολική πλευρά της, εκτός της Καλδέρας, που να μπορεί να δέχεται οχηματαγωγά πλοία. Αυτή η πλευρά μπορεί να είναι εκτεθειμένη στον καιρό, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται να χτιστεί λιμάνι εκεί», επισημαίνουν και οι πηγές μας, καταλήγοντας πως: «Αυτή τη στιγμή, αν τελικά γίνει κάποιος μεγάλος σεισμός, δεν θα ξέρουμε από πού θα φύγουν οι άνθρωποι. Θα αναγκαστούν στο τέλος να πάρουν τον κόσμο με ελικόπτερα από τη Σαντορίνη γιατί το λιμάνι δεν θα είναι ασφαλές, ή και προσβάσιμο, ή να πάνε οχηματαγωγά πλοία του στρατού από πίσω στις αμμουδιές για να τους πάρουν, σαν να κάνουμε απόβαση στη Νορμανδία!».





