Σε μια εποχή που ο αθλητισμός συχνά επιχειρεί να σταθεί «υπεράνω» της πολιτικής, η σιωπή κάποιων προσώπων δεν είναι ουδέτερη, είναι θέση. Ο Βασίλης Σπανούλης, προπονητής της εθνικής ομάδας μπάσκετ, διάλεξε να τοποθετηθεί μόνο… για το μπάσκετ. Ενόψει του αγώνα Ελλάδας – Ισραήλ, σε ένα τουρνουά που διεξάγεται την ώρα που στη Γάζα μετρούνται χιλιάδες νεκροί, πολλοί εκ των οποίων παιδιά, η επιλογή της σιωπής ηχεί πιο δυνατά από οποιαδήποτε δήλωση.
Η φωνή του Σπανούλη έχει βάρος. Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους αθλητές της χώρας, ένας ζωντανός θρύλος του ελληνικού αθλητισμού. Όταν όμως επιλέγει να μιλά «μόνο για το άθλημα», επιλέγει ταυτόχρονα να αγνοήσει τον πόνο, την αδικία και τη βαρβαρότητα που εξελίσσονται μπροστά στα μάτια μας.
Ο αθλητισμός δεν είναι κενός νοήματος και περιεχομένου, δεν είναι 5 από εδώ, 5 από εκεί, που σουτάρουν τη μπάλα. Είναι κομμάτι της κοινωνίας, της ιστορίας, των κοινωνικών αγώνων. Η επίκληση της «ουδετερότητας» είναι μια εύκολη έξοδος, αλλά και μια επικίνδυνη συνενοχή. Δεν ζητάμε από τον Σπανούλη να γίνει πολιτικός. Ζητάμε να μη σιωπά όταν η ιστορία ουρλιάζει.
Το να φοράς το εθνόσημο δεν είναι μόνο τιμή, όπως ακούμε συχνά. Είναι και ευθύνη. Κι όταν η εθνική σου ομάδα αντιμετωπίζει μια χώρα που αυτή τη στιγμή βομβαρδίζει αμάχους, η σιωπή δεν είναι απλώς επιλογή, είναι στάση.
Κι αυτή η στάση, όσο κι αν ντύνεται με το μανδύα του «αθλητικού πολιτισμού», αφήνει πίσω της ένα δυσάρεστο κενό. Ένα κενό που ούτε το πιο όμορφο καλάθι δεν μπορεί να γεμίσει.





