Θα δούμε διάφορες ερμηνείες της παραίτησης Χαρίτση. Ας προσθέσουμε σ’ αυτές ένα προσωπικό σχόλιο: θα μπορούσε να θεωρηθεί και παραδοχή της αδυναμίας του λαϊκού μετώπου να προχωρήσει. Όχι στο «εσωστρεφές» περιβάλλον της αριστεράς, στην αντικειμενική πραγματικότητα. Σε μια τέτοια εκτίμηση δεν συντείνει τόσο η απουσία του ίδιου του όρου από το κείμενο της παραίτησής του, όσο η πιθανή εναπόθεση ελπίδων στο σχέδιο Τσίπρα, που δεν έχει την παραμικρή σχέση με μέτωπο και δεν ενδιαφέρεται για την απόκτηση οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχιών. Αντίθετα, ανταγωνίζεται τα κόμματα της αριστεράς.
Αναδρομή στο 2000
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε, ωστόσο, να δούμε αν μια τέτοια επιλογή μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της πρόσφατης συλλογικής εμπειρίας και γνώσης, που έχει αποκτήσει η ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά.
Η ιστορία προφανώς δεν επαναλαμβάνεται, αλλά η παραδοχή αυτή δεν μηδενίζει την αξία της αναλογικής μεθόδου στην αναζήτηση της ορθής επιλογής. Θα πρότεινα να εξετάσουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας με αφετηρία τη βάσιμη υπόθεση ότι η σημερινή κατάσταση της καθ’ ημάς αριστεράς παρουσιάζει αναλογίες με εκείνη του 2000.
Ο Συνασπισμός τότε βρισκόταν εκτός Βουλής, στη χειρότερη θέση, μετά από μια εμπειρία συμμετοχής σε κυβέρνηση. Η κοινωνία μπροστά σε ασφυκτική πίεση από την εφαρμογή μιας συντηρητικής κοπής πολιτικής, απόρροια του σημιτικού «μονόδρομου», της βίαιης εισόδου στην ΟΝΕ, της υπογραφής του συμφώνου του Μάαστριχτ. Σε ένα διεθνές περιβάλλον ανάπτυξης νεοαποικιακών πολέμων στην ευρύτερη περιοχή. Δεδομένα που προανήγγειλαν την οικονομική κρίση, την εσωτερική χρεοκοπία και τα μνημόνια.
Η τότε ηγεσία και στελέχωσή του, με οξυδέρκεια και διορατικότητα και παρά τις προβλέψεις, κατανόησε και αποδέχτηκε ως πρώτιστο καθήκον της να αποφύγει την περιθωριοποίηση επιδιώκοντας την επιστροφή στη Βουλή, την ενίσχυση της θέσης του, την τόνωση της διακριτής ταυτότητάς του με μέσο και σκοπό ταυτόχρονα τη συνεργασία με δυνάμεις της αριστεράς και των κινημάτων. Σε συνδυασμό με την ανάδειξη νέου ηγετικού πολιτικού προσωπικού, σε αντίθεση με σκέψεις για προσφυγή σε ήδη προβεβλημένα πρόσωπα. Αποδεδειγμένα πια, ήταν ένας ορθός προσανατολισμός. Μέσα σε μια δεκαετία οδήγησε τον Συνασπισμό και συνολικά την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά σε μια θέση που δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί.
Μια εκτίμηση διπλά λανθασμένη
Στη σημερινή συγκυρία, αυτή η συλλογική εμπειρία και γνώση δεν αξιολογήθηκε σωστά και δεν αξιοποιήθηκε από τον χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς εξαιτίας μιας διπλά λανθασμένης εκτίμησης που εμφιλοχώρησε στις γραμμές της.
Πρώτον, με την ανάδειξη σε πρώτιστο καθήκον της επιδίωξης σχηματισμού κυβέρνησης προς ανατροπή της δεξιάς, μέσα σε ένα πρωθύστερο σχήμα, όπου το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η κυβερνητική εξουσία, εμφανίζεται παρά πάσα λογική ως προϋπόθεση για την ανάδειξη της αριστεράς σε ηγεμονική δύναμη. Ενώ ισχύει ακριβώς το αντίστροφο.
Δεύτερον, με τον ισχυρισμό ότι, για την επίτευξη αυτού του πρωθύστερα δομημένου στόχου, είναι απαραίτητη η στροφή σε μια κεντρο-αριστερή ρητορική και αφήγηση (κατά το λανθασμένο πρότυπο του Τσίπρα ήδη από το 2019).
Ας αναλογιστούμε ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων, αν επικρατούσαν αυτού του είδους αντιλήψεις από το 2000 και πέρα. Δεν πρόκειται για μια θεωρητική άσκηση. Η απειλή πραγμάτωσης ενός τέτοιου κινδύνου είναι παρούσα εδώ και τώρα, σήμερα. Και μάλιστα ενισχυμένη, καθώς σήμερα βρίσκει έδαφος αυτή η λανθασμένη προσέγγιση: όχημα ανατροπής του Μητσοτάκη να βρούμε και ό,τι ήθελε προκύψει.
Το νέο σε σημαντικό βαθμό πολιτικό προσωπικό που διαθέτει κυρίως η Νέα Αριστερά, το οποίο μετρά ήδη στα θετικά του την επεξεργασία και προώθηση ριζοσπαστικών προγραμματικών θέσεων, δεν ομονοεί στο σημείο αυτό, ώστε να επικρατήσει η λογική στην οποία στηρίχτηκε άλλοτε η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ.
Ένα σημαντικό μέρος του ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο το μήνυμα που όλοι παίρνουμε από τον καταπονημένο από τις πολιτικές της ΝΔ δήμο. Παραμερίζει τη συλλογική εμπειρία και γνώση, στρέφει την προσοχή του σε πρωτοβουλίες προσώπων που προσχηματικά αποχωρούν από την πρώτη γραμμή, για να επιστρέψουν με ανανεωμένες τις φιλοδοξίες για προσωποπαγή αρχηγικά σχήματα. Υποτιμά τις δικές του δυνάμεις, τα διδάγματα από την ίδια τη δική του εμπειρία και γνώση. Παραβλέπει το παράδειγμα των «προπατόρων» του, που μόνο μονόχνωτοι σεχταριστές δεν υπήρξαν. Παρακολουθεί με ενδιαφέρον σχέδια που απειλούν να διαλύσουν τη μήτρα που γέννησε και ανέδειξε και αυτούς τους ίδιους.
Το θέμα είναι εσύ τι λες
Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά του ζητήματος. Τα ερωτήματα που τίθενται με όσα έχουν προηγηθεί, δεν αφορούν μόνο τον Αλέξη Χαρίτση ή όσους σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο. Αφορούν εξίσου όσους δεν βλέπουν από την ίδια σκοπιά το μέλλον. Η τραυματισμένη από την κίνηση της παραίτησης πλειοψηφία της Νέας Αριστεράς θα συναισθανθεί την ευθύνη και το ειδικό βάρος της δικής της επιλογής; Θα λάβει υπόψη της τη συλλογική εμπειρία και γνώση, ώστε να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος που διεκδικούν σήμερα σεχταριστικά σχέδια – σε σαφώς δυσμενέστερες αυτή την ώρα συνθήκες; Θα στραφεί σε κάθε δυνατή κατεύθυνση προς αναζήτηση συμμάχων στην υπηρεσία ενός πολιτικού σχεδίου ανασύνταξης, ανασύνθεσης και ενίσχυσης της αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, του φεμινισμού, της κινητοποιημένης νέας γενιάς, των κοινωνικών κινημάτων;
Από την απάντησή της θα κριθούν πολλά, σχεδόν όλα. Ας μην επαναλάβουμε το τετριμμένο, ότι έχει μπροστά της μια ευκαιρία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια επιλογή και μια δυνατότητα. Όσοι αναλάβουν να την πραγματώσουν και να τη θέσουν υπό την κρίση του εκλογικού σώματος, είναι βέβαιο ότι θα κοπιάσουν, θα χρειαστεί να καταβάλουν άοκνες προσπάθειες. Ενδέχεται να μην ανταμειφθούν όσο τους αξίζει. Εξίσου βέβαιο είναι, όμως, ότι δεν θα το μετανιώσουν.
Φωτο: Γιάννης Παναγόπουλος / Eurokinissi





